[Verse à l’âme un oubli sérieux et sublime…
30/05/2019 § Σχολιάστε

Victor HUGO (1802-1885)
Bièvre
A Mademoiselle Louise B.
Un horizon fait à souhait pour le plaisir des yeux.
FÉNELON.
I
Oui, c’est bien le vallon ! le vallon calme et sombre !
Ici l’été plus frais s’épanouit à l’ombre.
Ici durent longtemps les fleurs qui durent peu.
Ici l’âme contemple, écoute, adore, aspire,
Et prend pitié du monde, étroit et fol empire
Où l’homme tous les jours fait moins de place à Dieu !
Une rivière au fond ; des bois sur les deux pentes.
Là, des ormeaux, brodés de cent vignes grimpantes ;
Des prés, où le faucheur brunit son bras nerveux ;
Là, des saules pensifs qui pleurent sur la rive,
Et, comme une baigneuse indolente et naïve,
Laissent tremper dans l’eau le bout de leurs cheveux.
Là-bas, un gué bruyant dans des eaux poissonneuses
Qui montrent aux passants lés jambes des faneuses ;
Des carrés de blé d’or ; des étangs au flot clair ;
Dans l’ombre, un mur de craie et des toits noirs de suie ;
Les ocres des ravins, déchirés par la pluie ;
Et l’aqueduc au loin qui semble un pont de l’air.
Et, pour couronnement à ces collines vertes,
Les profondeurs du ciel toutes grandes ouvertes,
Le ciel, bleu pavillon par Dieu même construit,
Qui, le jour, emplissant de plis d’azur l’espace,
Semble un dais suspendu sur le soleil qui passe,
Et dont on ne peut voir les clous d’or que la nuit !
Oui, c’est un de ces lieux où notre coeur sent vivre
Quelque chose des cieux qui flotte et qui l’enivre ;
Un de ces lieux qu’enfant j’aimais et je rêvais,
Dont la beauté sereine, inépuisable, intime,
Verse à l’âme un oubli sérieux et sublime
De tout ce que la terre et l’homme ont de mauvais !
II
Si dès l’aube on suit les lisières
Du bois, abri des jeunes faons,
Par l’âpre chemin dont les pierres
Offensent les mains des enfants,
A l’heure où le soleil s’élève,
Où l’arbre sent monter la sève,
La vallée est comme un beau rêve.
La brume écarte son rideau.
Partout la nature s’éveille ;
La fleur s’ouvre, rose et vermeille ;
La brise y suspend une abeille,
La rosée une goutte d’eau !
Et dans ce charmant paysage
Où l’esprit flotte, où l’oeil s’enfuit,
Le buisson, l’oiseau de passage,
L’herbe qui tremble et qui reluit,
Le vieil arbre que l’âge ploie,
Le donjon qu’un moulin coudoie,
Le ruisseau de moire et de soie,
Le champ où dorment les aïeux,
Ce qu’on voit pleurer ou sourire,
Ce qui chante et ce qui soupire,
Ce qui parle et ce qui respire,
Tout fait un bruit harmonieux !
III
Et si le soir, après mille errantes pensées,
De sentiers en sentiers en marchant dispersées,
Du haut de la colline on descend vers ce toit
Qui vous a tout le jour, dans votre rêverie,
Fait regarder en bas, au fond de la prairie,
Comme une belle fleur qu’on voit ;
Et si vous êtes là, vous dont la main de flamme
Fait parler au clavier la langue de votre âme ;
Si c’est un des moments, doux et mystérieux,
Ou la musique, esprit d’extase et de délire
Dont les ailes de feu font le bruit d’une lyre,
Réverbère en vos chants la splendeur de vos yeux ;
Si les petits enfants, qui vous cherchent sans cesse,
Mêlent leur joyeux rire au chant qui vous oppresse ;
Si votre noble père à leurs jeux turbulents
Sourit, en écoutant votre hymne commencée,
Lui, le sage et l’heureux, dont la jeune pensée
Se couronne de cheveux blancs ;
Alors, à cette voix qui remue et pénètre,
Sous ce ciel étoilé qui luit à la fenêtre,
On croit à la famille, au repos, au bonheur ;
Le coeur se fond en joie, en amour, en prière ;
On sent venir des pleurs au bord de sa paupière ;
On lève au ciel les mains en s’écriant : Seigneur !
IV
Et l’on ne songe plus, tant notre âme saisie
Se perd dans la nature et dans la poésie,
Que tout prés, par les bois et les ravins caché,
Derrière le ruban de ces collines bleues,
A quatre de ces pas que nous nommons des lieues,
Le géant Paris est couché !
On ne s’informe plus si la ville fatale,
Du monde en fusion ardente capitale,
Ouvre et ferme à tel jour ses cratères fumants ;
Et de quel air les rois, à l’instant où nous sommes,
Regardent bouillonner dans ce Vésuve d’hommes
La lave des événements !
8 juillet 1831
Αντώνης Μανιτάκης: «Καταδολίευση του Συντάγματος»
30/05/2019 § Σχολιάστε

A judge declaiming with eyes directed upwards, while another seated beneath his gaze, in the foreground, exchanges money with a desperate-looking man [British Museum]
«Προκλητική περιφρόνηση του Συντάγματος», χαρακτηρίζει με δήλωσή του στην «Κ» ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Αντώνης Μανιτάκης, την περίπτωση να προχωρήσει η κυβέρνηση στην αλλαγή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης: «Σχετικά με το ενδεχόμενο, η κυβέρνηση να προβεί σε επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, λίγες μόνο ημέρες πριν από την επίσημη έναρξη της προεκλογικής περιόδου, η απόφασή της αυτή εάν συντελεστεί, αποτελεί προφανή καταδολίευση του πνεύματος και του γράμματος του Συντάγματος. Τούτο διότι, μια κυβέρνηση που έχει εξαγγείλει τη διενέργεια εκλογών με τη διάλυση της Βουλής, ουσιαστικά τελεί υπό παραίτηση διότι έχει απολέσει, όπως το συνομολογεί, την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος. Μπορεί η χώρα να μην μπήκε επίσημα στην προεκλογική περίοδο, ουσιαστικά όμως αυτή έχει αρχίσει. Εχει χάσει δηλαδή η κυβέρνηση, τη δημοκρατική και συνταγματική της νομιμοποίηση να παίρνει αποφάσεις που δεν είναι τρέχουσας φύσεως, ούτε έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Τέτοια προκλητική περιφρόνηση του Συντάγματος σπάνια συναντά κανείς στα κοινοβουλευτικά μας ήθη».
Επιπλέον, ο κ. Μανιτάκης θίγει και το συνταγματικό ζήτημα σχετικά με το ποια κυβέρνηση –η παρούσα ή μία υπηρεσιακή– θα οδηγήσει τη χώρα στις εκλογές στις 30 Ιουνίου. «Για να τις διενεργήσει η παρούσα», τονίζει, «θα πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 2 του Συντάγματος να επικαλεστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Η κυβέρνηση όμως στις δηλώσεις που έκανε, προκηρύσσει εκλογές χωρίς να επικαλεστεί τέτοιο λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, μια κυβέρνηση που έχει χάσει τη δημοκρατική νομιμοποίηση να κυβερνά, οφείλει να παραιτηθεί και να διοριστεί μια υπηρεσιακή, όπως έγινε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015. Αυτό είναι το συνταγματικά επιβεβλημένο και κοινοβουλευτικά ορθό». [Καθημερινή]

[«Όποιος ξέρει ν’αγαπά, ξέρει και να χωρίζει…»
29/05/2019 § Σχολιάστε
Καταγέλαστοι και αξιοδάκρυτοι

Niccolò Machiavelli, Φλωρεντία 1469-1527
Του ©Χρήστου Χωμενίδη
«Όποιος ξέρει ν’αγαπά, ξέρει και να χωρίζει…» επισημαίνει το τραγούδι του Μανώλη Χιώτη σε στίχους της Μέλπως Κολοκοτρώνη. Ολόσωστο. Η τέχνη τού να κερδίζεις και η τέχνη τού να χάνεις είναι μία. Απαιτεί να έχεις αυτοπεποίθηση, εσωτερική συγκρότηση ώστε να μη σε παρασέρνει σαν φτερό στον άνεμο η λύπη ούτε όμως και η χαρά, πρωτίστως δε αίσθηση του μέτρου. Αυτό που λέμε χαρακτήρα. Ο Σύριζα απέδειξε περίτρανα, δυστυχώς, πως δεν διαθέτει τίποτα από τα παραπάνω.
Την εποχή τού καλπασμού, ο νους του είχε ψηλώσει δέκα φορές πάνω απ’τα ποσοστά του. Ξεχείλιζε από αλαζονεία, μισαλλοδοξία, από περιφρόνηση για όποιον στεκόταν απέναντί του. Οικειοποιούνταν αδίστακτα κεφάλαια ολόκληρα της Ιστορίας, την Εθνική και την Αντιδικτατορική Αντίσταση. Περιέφερε αυτάρεσκα ένα κληρονομημένο με πλαστούς τίτλους «ηθικό πλεονέκτημα». Κόμπαζε για τους διεθνείς επαίνους προς τον αρχηγό του δίχως να υποψιάζεται ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός -μετά τη δεκαεπτάωρη διαπραγμάτευση και την απόλυτη συνθηκολόγηση το θέρος του 2015- είχε μετατραπεί σε πρόθυμο διεκπεραιωτή, πειθήνιο τοποτηρητή των ξένων συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή. Φλόμωνε με ψέματα την κοινωνία, κυρίως δε τον εαυτό του.
Από την Κυριακή το βράδυ, ο Σύριζα καλείται να αντιμετωπίσει, να μεταβολίσει, μια εκλογική συντριβή. Το κάνει κατά τρόπο καταγέλαστο και αξιοδάκρυτο ταυτόχρονα.
Έχετε νοιώσει σίγουρα πελώρια αμηχανία παρακολουθώντας κάποτε μία άθλια παράσταση. Βλέποντας τους ηθοποιούς να ψελλίζουν, το σκηνικό να θυμίζει καραγκιόζ μπερντέ, τα όσα συμβαίνουν στο σανίδι να μην έχουν την παραμικρή πειστικότητα, πόσω δε μάλλον να μεταδίδουν συγκίνηση… Αυτό ακριβώς το αίσθημα προξενεί σήμερα ο Σύριζα. Κι όσο κι αν σε έχει ως πολίτη προσβάλει -ακόμα και προσωπικά υβρίσει ή συκοφαντήσει- τα περασμένα χρόνια, δεν σού γεννιέται αντικρίζοντας τον να ανεμίζει τα κουρέλια του παρά μελαγχολία.
Οι απλοί οπαδοί του, οι απολίτικοι επί της ουσίας άνθρωποι που σαγηνεύτηκαν από τα κούφια λόγια του, δέθηκαν στο άρμα του, φανατίστηκαν, αρνούνται να δεχτούν ότι πιάστηκαν κορόιδα. Θρηνούν κι οδύρονται και βλαστημούν την πλειοψηφία που δεν κατάλαβε -λένε- το μεγαλείο του Αλέξη και του’ δωσε να πιεί πικρό ποτήρι. «Καληνύχτα Κεμάλ…» γράφουν στο διαδίκτυο «αυτός ο κόσμος δεν θ’αλλάξει ποτέ.» Λες και τον άλλαζε τον κόσμο ο Σύριζα με τα επιδόματα της ντροπής, με τις κακόγουστες φανφάρες του, με τις δειλές μεταρρυθμίσεις που επιβάλλονταν απ’ το μνημόνιο, με το υποκριτικό ενδιαφέρον του για τις μειονότητες. Λες και εξελισσόταν στην πατρίδα μας κάποια κοινωνική επανάσταση, η οποία ανεκόπη αιφνιδίως προχθές…
Όσοι πάλι περνιούνται για έγκυροι σχολιαστές της επικαιρότητας, διαμορφωτές τής κοινής γνώμης, αρθρογραφούν εμβριθώς για τα αίτια της ήττας. Με στομωμένα αναλυτικά εργαλεία, με ιδεοληπτικές παρωπίδες, μάς εξηγούν ότι «ο Τσίπρας επιχείρησε έναν ιδιότυπο τρίτο δρόμο εντός του ευρώ…» Τι περιελάμβανε ακριβώς αυτός ο «τρίτος δρόμος» αποφεύγουν βεβαίως να το αναφέρουν – πώς να περιγράψεις το κενό; Τα ρίχνουν έπειτα στην «πανευρωπαϊκή υποχώρηση της Αριστεράς», στην επικράτηση της «μεγάλης αστικής Δεξιάς» και τού «ολιγαρχικού σχεδίου» της.
Έχουν άραγε τέτοια τρικυμία εν κρανίω οι διανοούμενοι υπερασπιστές της Κουμουνδούρου ώστε να μην καταλαβαίνουν πως ο Σύριζα αποδοκιμάστηκε όχι εξαιτίας του αριστερού του προσωπείου αλλά επειδή πίσω από τη ριζοσπαστική του μάσκα -φτιαγμένη με υλικά των Απόκρεω- ξεπρόβαλε ένα πρόσωπο λιγούρικο, αρχοντοχωριάτικο, τραμπούκικο, ανίκανο εν τέλει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της χώρας και του λαού της;
Πως οι Έλληνες πολίτες δεν μαύρισαν τον Γρηγόρη Λαμπράκη αλλά τον Παύλο Πολάκη; Ότι δεν γύρισαν την πλάτη στον Ρήγα Φεραίο, πόσω δε μάλλον στον Ιησού Χριστό -με τον οποίον είχε την παράνοια να συγκρίνει τον εαυτό του ο πρωθυπουργός- μα στον Αλέξη Τσίπρα που φιλοξενείται σε θαλαμηγούς, που χαρακτηρίζει τον Κυμπουρόπουλο γλάστρα, που περιστοιχίζεται από τον Καρανίκα κι από τον Πετσίτη; Ότι η σύγκρουση στις εκλογές της 26ης Μαΐου δεν ήταν ιδεολογική. Όταν σε βαραίνει το Μάτι κι εσύ έχεις το θράσος να το αποκαλείς ξαναζεσταμένο φαγητό, κανένα Bella Ciao, καμιά επίκληση στο «δίκιο των πολλών» δεν θα σε σώσει. Το έχεις μόνος σου το δίκιο βάναυσα καταπατήσει.
Αδημονούσα για την εμφάνιση τού Αλέξη Τσίπρα μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Το ενδιαφέρον μου ήταν και συγγραφικό – «πώς θα αντιδράσει» αναρωτιόμουν «ένας άνθρωπος, ο οποίος στα σαρανταπέντε του γνωρίζει την πρώτη του ήττα, πολιτικά αλλά και προσωπικά; Που έχοντας σμίξει με το ταίρι του από τα δεκάξι, δεν έχει καν γευτεί την πίκρα τής χυλόπιττας; Τι σοκ πρέπει να’ ναι για εκείνον ο οποίος πέρασε τη ζωή του μέχρι τώρα ατσαλάκωτος, αγαλβάνιστος, ανέγγιχτος από τις ματαιώσεις και τα βάσανα που διαμορφώνουν φρόνημα και σθένος ψυχικό;»
Τι είδα;
Ένα αγόρι αλαφιασμένο μεν και πληγωμένο αλλά διόλου σοφότερο. Κάποιον ο οποίος επέμενε να μηρυκάζει τα ίδια έωλα επιχειρήματα, στο ίδιο παρωχημένο ιδίωμα. Που -σάμπως να βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980- μιλούσε για τη «δημοκρατική παράταξη», εννοώντας το κόμμα του και τα ρετάλια που έχει εσχάτως περιμαζέψει. Που επέσειε το φόβητρο της Δεξιάς και το ξόρκι του νεοφιλελευθερισμού. Που ως μόνο λάθος του αναγνώρισε την υπερβολική του αισιοδοξία κι ως καταληκτικό του επιχείρημα επικαλέστηκε ότι ο ίδιος και οι σύντροφοί του είναι καλά παιδιά, συμπάσχουν -λέει- με τους φτωχούς και τους καταφρονεμένους, ενώ οι αντίπαλοί τους κάτι άθλιοι τύποι, οι οποίοι νοιάζονται μονάχα για την πάρτη τους. Ο Νίκος Φώσκολος της τηλεοπτικής «Λάμψης» σίγουρα θα τον καμάρωνε. Ο Κάρολος Μαρξ αντιθέτως θα άφριζε ακούγοντάς τον…
Άμα πάει με αυτά τα όπλα ο Αλέξης Τσίπρας στις βουλευτικές εκλογές -και πού να βρει καλύτερα ένας άνθρωπος με ελλιπή μόρφωση και ανύπαρκτη εκτός του κομματικού σωλήνα κοινωνική πείρα-, αν διεκδικήσει με τέτοιες μπαρούφες (και δίχως πλέον το φωτοστέφανο του αήττητου) την ψήφο των Ελλήνων, το βράδυ της 7ης Ιουλίου θα νοσταλγεί τα ποσοστά της 26ης Μαΐου. Έσται η έσχατη πλάνη χείρων της πρώτης…
Δεν ξέρω εάν η Νέα Δημοκρατία θα μπορέσει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Σίγουρα πάντως η Ελλάδα θα έχει άμεση ανάγκη από μια αντιπολίτευση στο ύψος των περιστάσεων, στις ανάγκες των καιρών. Πώς θα μπορούσε η αντιπολίτευση αυτή να’ναι ο σημερινός Σύριζα;
* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας
[ένα… αριστερό κόμμα «όλα τα ‘χει ο μπαξές», κόμμα supermarket·
28/05/2019 § Σχολιάστε
Η τακτική «μαζεύω όποιον βρω μπροστά μου, θα μου φέρει κάποιες ψήφους»…

…τελικά μάλλον απώθησε τους ψηφοφόρους. Ο ΣΥΡΙΖΑ από ριζοσπαστική Αριστερά που θα τα άλλαζε όλα, όχι απλώς έγινε ίδιος με τους άλλους αλλά μετατράπηκε σ’ ένα κόμμα σούπερ-μάρκετ.
- Θέλεις ελίτ; Πάρε Κόκαλη.
- Θέλεις ακροδεξιούς; Πάρε Παπαχριστόπουλο, Κουντουρά κι όλους τους υπόλοιπους των ΑΝΕΛ.
- Θέλεις Καραμανλικούς; Πάρε Παπακώστα, Άρη Σπηλιωτόπουλο, στήριξη από Αντώναρο και δε συμμαζεύεται.
- Θέλεις ΠΑΣΟΚ; Πάρε Ραγκούση κι ένα σωρό ξεχασμένους, πάρε και διάφορα άλλα περιφερόμενα ρετάλια της κεντροαριστεράς που ήλπισαν ότι ήρθε ξανά η ώρα τους.
- Θέλεις ΔΗΜΑΡ και Ποτάμι; Πάρε Θεοχαρόπουλο και Δανέλλη, αυτοί κι αν θα φέρουν ψήφους (λολ).
- Θέλεις παλαιοσυνδικαλισμό; Πάρε ταξιτζή Θύμιο Λυμπερόπουλο και Φωτόπουλο της ΔΕΗ
- Θέλεις μαχητές; Πάρε Λάμπρου, Ρουβίκωνα και Κουφοντίνα.
Θεωρητικά, ψαρεύοντας από παντού, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να δυναμώσει τρομερά. Πρακτικά, ξεφούσκωσε μιας και ο απεγνωσμένος αριβισμός και η ιδιοτέλεια (και του κόμματος, και όσων συντάχθηκαν μαζί του τώρα που ήταν στην εξουσία) έκαναν μπαμ από μακρυά.
*
[απόσπασμα από το κείμενο του Άρη Δημοκίδη στη Lifo







