[R a b i n d r a n a t h ·
16/02/2018 § Σχολιάστε
Rabindranath Tagore (1861–1941)

Όπου το μυαλό είναι χωρίς φόβο και το κεφάλι στέκει ψηλά
Όπου η γνώση είναι ελεύθερη
Όπου ο κόσμος δεν έχει θρυμματιστεί
Από στενούς κοινοτικούς τοίχους
Όπου οι λέξεις βγαίνουν από τα βάθη της αλήθειας
Όπου ακάματος μόχθος απλώνει βραχίονες προς την τελειότητα
Όπου η σαφής ροή του λόγου δεν έχει χάσει την αποστολή της
Μέσα στη θλιβερή έρημο της νεκρής συνήθειας
Όπου ο νους οδηγείται από εσένα
Στη συνεχή διευρυνόμενη σκέψη και δράση
Σε αυτόν τον ουρανό της ελευθερίας, Πατέρα μου, κράτα την πατρίδα μου ζωντανή
Where the mind is without fear and the head is held high
Where knowledge is free
Where the world has not been broken up into fragments
By narrow domestic walls
Where words come out from the depth of truth
Where tireless striving stretches its arms towards perfection
Where the clear stream of reason has not lost its way
Into the dreary desert sand of dead habit
Where the mind is led forward by thee
Into ever-widening thought and action
Into that heaven of freedom, my Father, let my country awake
Ινδός συνθέτης, συγγραφέας και φιλόσοφος, του οποίου το έργο είχε σημαντική επίδραση στη λογοτεχνία και τη μουσική της Βεγγάλης στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα και στον οποίο απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1913.
[Η απόδοση από τα αγγλικά είναι του αγριμολόγου
[οι εκλογές του κυρίου Τπτ ·
15/02/2018 § Σχολιάστε

Ήθελε –καιρό τώρα το έχει στο νου- να πιάσει πρώτα τα θηράματά του ζωντανά, με αυτόν τον τρόπο θα επιβεβαίωνε την εφήμερη ύπαρξή του, και επιπλέον θα εξασφάλιζε μια θέση στο Πάνθεον της Ιστορίας. Σκέφτηκε. Δεν αρκεί να κατασκευάσει κανείς ένα μεταλλικό δίχτυ, και να το απλώσει άτεχνα και άναρχα, πρέπει πρωτίστως να δημιουργήσει –για την επιτυχία του εγχειρήματος- ένα αυστηρό ατσάλινο, άκαμπτο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πλέξει το δίχτυ, ας υποθέσουμε ακτινωτά, ένα πλέγμα ελικοειδές, με τον τρόπο αυτό δεν προσφέρει καμία πιθανότητα λύτρωσης στο θήραμα, το οποίο μετά ενός εύλογου χρονικού διαστήματος θα αρχίσει –περιορισμένα βεβαίως- να ονειρεύεται. Ξέχασα να αναφέρω την απαραίτητη κολλώδη ουσία με ειδικές αναθυμιάσεις, με την οποία ο κύριος Τπτ σκέφτεται να καλύψει όλα τα μέρη στο μεταλλικό δίχτυ· εξασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, τον απαραίτητο περιορισμό της γκάμας των ονείρων του θηράματος σε «κρίμα να μην μπορώ να δουλέψω στην οικοδομή, στο εργοστάσιο, στο γραφείο, σε ζυθεστιατόριο» κλπ. Ο κύριος Τπτ έχει μελετήσει με κάθε λεπτομέρεια το είδος των ταλαντεύσεων του θηράματος ανάλογα με το τι (θα) ονειρεύεται. Στην ακραία, λέμε τώρα, στην σπάνια περίπτωση που το θήραμα νιώσει –αν και αυτό θεωρείται απίθανο- άβολα, ή του δημιουργούνταν ψευδαισθήσεις περί δραπετεύσεως, τότε ο κύριος Τπτ θα του αφαιρεί αργά, συστηματικά, τμήματα του σώματός του, έως ότου αυτό ξεψυχήσει.
Είδος επιλόγου
Η λέξη «βαρβαρότητα» προσπερνά, η φιγούρα προσμένει κέρμα. Η εφημερίδα των λόγων της αποχής και της απόχης. Αγκυλώσεις, αγκιστρώσεις και απαγκιστρώσεις· διλήμματα πολλών αποχρώσεων, η φιγούρα με χέρι απλωμένο· κι η παρέλαση τελειωμό δεν έχει.
Φεύγεις.
Τρεις το πρωί, τρεις ώρες πριν το χάραμα, η κίτρινη χλωμή μορφή σου περιμένει το άνοιγμα της πελώριας πόρτας. Ξέρεις. Η νέα παρέλαση αρχίζει με το φως της ημέρας.
Προσπαθώ να συνεχίσω. Για τον τόπο. Την πόλη. Εσένα. Γυρνώ ανάμεσα σε ζωγραφισμένους τοίχους. Ανέπαφα όλα. Ξεθωριάζουν.
Η φιγούρα προσμένει το κέρμα.
*
[κείμενο + φωτο του αγριμολόγου -πρώτη δημοσίευση Στάχτες 10.05.2014
[Παρασκευά εγκώμιον·
14/02/2018 § Σχολιάστε
V.

Αχ Βαλεντίνα, αχ βρε τσαχπίνα!
Ημείς έχομεν Άγιον Γεράσιμον.
«Επειδή η Κέρκυρα, η Κεφαλονιά, η Ζάκυνθος είναι κοντά στην Ιταλία και εύκολα οι άνθρωποι θα μπορούσαν να παρασυρθούν από τον Καθολικισμό, έβαλε φράγμα εκεί πέρα τον Άγιο Σπυρίδωνα, τον Άγιο Γεράσιμο και τον Άγιο Διονύσιο» (Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Στ΄ Περί προσευχής – Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου ‘’Ευαγγελιστής Ιωάννης Θεολόγος’’)
Συγγραφεύς ο θεολόγος Β. Χαραλάμπους/εκκλησία online
Τέτοια εξήγηση έδωσε ο Άγιος Παίσιος για τα τρία άφθορα Άγια Λείψανα των νήσων του Ιουνίου Πελάγους, του Αγίου Σπυρίδωνα, του Αγίου Γερασίμου και του Αγίου Διονυσίου. Καμιά αναφορά σε ‘’άλλο πνεύμονα’’, αλλά στον κίνδυνο από τον Παπισμό.
Ο ρηματικός προσδιορισμός ‘’να παρασυρθούν’’ που έδωσε ο Άγιος Παίσιος, τον κίνδυνο από τον Παπισμό, αλλά και το μέγεθος του ολισθήματος καταδεικνύει. Επίσης ο τονισμός της διαφύλαξης του Ορθόδοξου λαού των Ιονίων νήσων με την αναφορά «έβαλε φράγμα εκεί πέρα τον Άγιο Σπυρίδωνα, τον Άγιο Γεράσιμο και τον Άγιο Διονύσιο», θέτει φραγμό και στον συρφετό των φληναφημάτων της μη εν αληθεία αγάπης.
Θα κατανοήσουμε καλύτερα τα λόγια τούτα του Αγίου Παισίου, αν θυμηθούμε το θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνα που έγινε στις 11 Νοεμβρίου 1716, όταν ο τότε διοικητής του Ενετικού στόλου και της Κέρκυρας Ανδρέας Πιζάνης, θέλησε να κτίσει Αλτάριον των Παπικών στον Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στην Κέρκυρα, και ο Άγιος Σπυρίδωνας θαυματουργικά δεν το επέτρεψε. Το θαύμα τούτο μας διέσωσε ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (1721-1813),στο βιβλίο του ‘’Ουρανού κρίσις’’.
Δεν προβληματίζει η ερμηνεία τούτη του Αγίου Παισίου, για τα τρία άφθορα Άγια Λείψανα των νήσων του Ιουνίου Πελάγους, του Αγίου Σπυρίδωνα, του Αγίου Γερασίμου του Αγίου Διονυσίου; Αποτελεί ακρότητα η ερμηνευτική ακρίβεια; Όσοι ολισθαίνουν στον διαχριστιανικό συγκρητιστικό οικουμενισμό, προτιμούν τη σιωπή όταν προτάσσονται παρόμοιες αναφορές στον Άγιο Παίσιο, μια σιωπή που αλλοτρόπως ερμηνεύει το πείσμα τους να αγνοούν τον μεγάλο αυτόν Άγιο των ημερών μας για τέτοια θέματα.
*
Κυρίες και κύριοι Ανεπαρκείς:
Συνεχίζεται
Διαβάστε τα Άπαντα του Παρασκευά
Μαρία Δόγια, Cartes Postales
14/02/2018 § Σχολιάστε
-15 χρόνια Στάχτες
Κάθε Τετάρτη, μια ανάρτηση-αφιέρωμα

En approchant du port de l’île de Kalymnos, dans le Dodécanèse / photo ©lefigaro.fr (τροποποιημένη από τον αγριμολόγο για τις ανάγκες του ιστολογίου)
Υπάρχει μια παλιά φωτογραφία. Φαίνεται κάπως θαμπή με το χρόνο να έχει καθίσει πάνω της. Την τράβηξες εσύ ένα καλοκαίρι σε κάποιο νησί. Πίσω μου η θάλασσα, κάπως αγριεμένη και λίγο σκοτεινή. Κάτι έλεγες κι άρχισα να γελάω. Μετά ξαπλώσαμε στην άμμο. Πρώτα με τα ρούχα κι έπειτα χωρίς. Κι ύστερα γονιμοποιηθήκαμε ξανά και ξανά. Σφαδάζοντας από τον πόνο και τη μοναξιά. Η άμμος στα μάτια μας και στην καρδιά. Εκείνο το καλοκαίρι. Όλες οι εποχές μαζί. Εμείς. Κάτω από το δυνατό ήλιο. Κάτω, στο βυθό. Στη μέση της ημέρας. Στο τέλος του καλοκαιριού. Κάπου στο τέλος. Ανάσες που ασθμαίνουν. Τρέχουμε στην παραλία. Ένα σκυλί μάς ακολουθεί. Ανυποψίαστο και τρομαγμένο. Οι απαντήσεις. Τρέχουν ανυποψίαστες κι αυτές. Με κοιτάζεις σιωπηλός. Σα να μη με έχεις ξαναδεί. Σα να με βλέπεις για πρώτη φορά. Σε κοιτάζω κι εγώ. Σα να σε ξέρω από παλιά. Σα να έχω δει εντός σου. Τα κύτταρα να πεθαίνουν ένα-ένα. Να πολλαπλασιάζονται ξανά. Κι εσύ πάντα εκεί να χαμογελάς. Κοιτάζω το ημερολόγιο, τις μέρες που αιωρούνται στα φύλλα που πέφτουν. Οι μέρες που έφυγαν ανεπιστρεπτί είναι οι δικές σου μέρες. Εκείνες της αποκαθήλωσης, των μουσώνων και των μεγάλων βροχών. Κοιτάζω κατάματα το χρόνο. Μέσα Δεκέμβρη. Στολίδια και λαμπιόνια της γιορτής. Τέλος Γενάρη. Ο νέος χρόνος παρών. Ετοιμάζω ταξίδι στον αμερικάνικο νότο. Έκλεισα την παλιά καρό βαλίτσα κι ευτυχώς θυμήθηκα να πάρω τη φωτογραφία εκείνη που είχε βγει λίγο θολή, εκείνη που δείχνει τα πρόσωπα ακαθόριστα κι ελαφρώς μελαγχολικά. Αρχές Φλεβάρη. Έπρεπε να πάρω πιο ζεστά ρούχα. Ο Αμερικάνικος νότος είναι κρύος και το σούρουπο συνήθως πιάνει ένα αγιάζι που σου τρυπάει τα κόκκαλα. Μπήκα σε ένα μαγαζί σε μια μικρή επαρχιακή πόλη κι αγόρασα έναν μάλλινο σκούφο. Κάπως καλύτερα. Περπάτησα για να βρω ένα μέρος για το δείπνο και κατέληξα να πίνω cognac σε ένα μικρό συνοικιακό bar με μια φωτεινή επιγραφή που της έλειπε ένα γράμμα κι αυτό άλλαζε εξ ολοκλήρου τη σημασία του ονόματος. Εικόνες παρακμής και παράβασης. Όπως και η ετοιμόρροπη λέξη με τη διττή σημασία, αναβοσβήνουν και ξεθωριάζουν μέσα στη νύχτα. Ημέρα ταξιδιού 15η. Ξεκίνησα να γράφω σε ένα ιδιότυπο ημερολόγιο ταξιδιού. Κάθομαι στο μπαλκόνι του δωματίου μου τυλιγμένη με μια μικρή πράσινη κουβέρτα, κρατώντας στο χέρι μια τσίγκινη κούπα με καφέ σαν αυτές που έχουν οι ναυτικοί για να μη σπάνε στις τρικυμίες, όταν η θάλασσα δε δείχνει καλοσύνη, και το βλέμμα μου χάνεται στο γκρίζο ορίζοντα που προμηνύει κακοκαιρία. Κοιτάζω τη θολή φωτογραφία και θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι στο νησί. Το μικρό δωμάτιο που έβλεπε στη στροφή του δρόμου. Ενοχλημένος από το φώς του ήλιου που έμπαινε επίμονα από τις γρίλιες των σκούρων ξύλινων παραθυρόφυλλων, σηκώθηκες μουρμουρίζοντας λέξεις μισές, σχεδόν απεγνωσμένες κι έσπρωξες νευρικά τις κουρτίνες για να περιορίσουν το φως. Επέστρεψες στο κρεβάτι, έτσι γυμνός όπως πάντα. Μία φορά ακόμη κρατιέμαι από το σώμα και τις σιωπές σου. Εσύ πάντα γυμνός να κλείνεις τις κουρτίνες. Πηγαίνω για μια βόλτα κι όταν γυρίσω πίσω, δεν θα είμαι η ίδια, σου λέω κλείνοντας την πόρτα. Μόνο γυμνοί θυμίζουμε κάτι από τον παλιό μας εαυτό. Ανοίγεις λίγο τις κουρτίνες για να με δεις που ξεμακραίνω. Πίσω στο νότο. Γρήγορα περνούν εδώ οι μέρες. Κρύωσε κι άλλο ο καιρός. Κοινότοπες σκέψεις. Τυλιγμένη στη μικρή πράσινη κουβέρτα γράφω μανιωδώς cartes postales με καλλιγραφικά γράμματα. Ξέρεις, αυτά που μοιάζουν σα να χορεύουν. Γράφω νέα σε όλους. Το σκουλήκι του Οδυσσέα που κατοικεί στη φτέρνα μου πάλι δείχνει το δρόμο. Μπορεί να μην επιτρέψω να με ορίσει αυτή τη φορά. Να μην αφεθώ στην περιέργειά του. Αλλά, να μωρέ, είναι που φεύγοντας, νιώθω ότι δεν έχω πλέον σπίτι. «Je reviens, je reviens toujours» σιγοτραγουδώ και το σκουλήκι μπαίνει πιο βαθιά.
*
©Μαρία Δόγια
photo: ©lefigaro.fr/Tobias GERBER/LAIF-REA/Tobias GERBER/LAIF-REA








