[ένα γυαλιστερό νόμισμα·
04/06/2017 § Σχολιάστε
Ε. Χ. Γονατάς (1924-2006)

Οι θεόρατες πόρτες των σπιτιών αυτού του έρημου δρόμου είναι πλυμένες μονάχα οι μισές. Άλλες από τη μέση και πάνω και άλλες από τη μέση και κάτω. Στις πρώτες μπορούσα να ξεχωρίζω τα ξύλινα και γύψινα ανάγλυφα που πλαισίωναν τους χάλκινους αριθμούς: άνθη, δέντρα, καρπούς, άσεμνες ερωτικές σκηνές με πρωταγωνιστή τον Βάκχο.
Πήδηξα στο σαραβαλιασμένο λεωφορείο που πέρασε με ανοιχτές πόρτες από μπροστά μου, τρίζοντας απελπιστικά, και κάθισα δίπλα στον αμίλητο οδηγό. Ένα γέρος με σουβλερό μούσι, που εκτελούσε χρέη εισπράκτορα, μου ζήτησε να καταβάλω το εισιτήριό μου.
“Που πηγαίνεις;”, ρώτησε.
“Στο Πουθενά”, του είπα.
“Τότε πληρώνεις αυξημένο εισιτήριο. Παππού, σκάσε ένα ασημένιο πεντόφραγκο”.
Έβγαλα από την τσέπη μου ένα γυαλιστερό νόμισμα, κι αφού το έτριψα λίγο στα δάχτυλα και βεβαιώθηκα πως ήταν αυτό ακριβώς που ζητούσε, του το έβαλα στην παλάμη.
*
[Ε.Χ. Γονατάς, Τρεις δεκάρες και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Στιγμή]
[εξαίσια τα χαμηλόφωνα·
03/06/2017 § Σχολιάστε
Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)
Κυριακή, 19
Γαλήνη σαν της Kυριακής που λείπουνε όλοι
σ’ ένα δωμάτιο που του αφαίρεσα τα αισθήματα.
Πλανιέται κάποια πιθανότητα θανάτου
υπέροχου με σκαλιστές επάνω στο γυαλί ορχιδέες.
Bοή σε απόσταση μηνών ακόμη, αλλά
διακρίνονται ήδη τα ρουθούνια κόκκινα που πολύ
θέλουν ποτέ πια να μην είσαι.

Πέμπτη, 9
Θα ‘ναι κάποιο από κείνα τα σπίτια στον κισσό
τα κλειστά κι ακατοίκητα που ‘λυσε το λουρί
από τ’ αποτρόπαια γεγονότα μέσα του
Kαι νιώθεις τώρα ν’ αμολιούνται πάνω σου τα ουρλιά-
—σματα
κείνες τις πρώτες δαγκωνιές από την εποχή του Aδάμ
τις μασέλες του γέροντα που τολμούσε ακόμη ν’ αγα-
—πάει
και φυσούσε ακούραστος τις μυστικές φιλύρες του
κάποια νύχτα ευπαθή του Aπρίλη.
Aυτά που πάνε τώρα να σε γονατίσουν
πάνε πάλι να σε κυλήσουν στα αίματα.

[από το Hμερολόγιο ενός αθέατου Aπριλίου, ύψιλον/βιβλία 1984]










