[νέον LOGOτυπον·

29/04/2017 § Σχολιάστε

Παραδοσιακό Χαρμάνι «D’ Ivan»

plaisir: Κάλυμνος 1950

29/04/2017 § Σχολιάστε

Φωτογραφία του Δημήτρη Χαρισιάδη (1911-1993)
Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη

 

[Ώ μερακλωμένη μου φάλαινα Διονύση·

28/04/2017 § Σχολιάστε



Το Ερουρέμ της θεια-Αχτίτσας

Ώ γαλάζια κι άσπρη φάλαινα, τραγουδάς και πλέχεις, μποτζάρεις κι αφροκοπάς σαν νεογέννητο νησί, ξαπολάς αερόστατα αιθεροδρόμια κι εξακοντίζεις θερμοπίδακες ουρανομήκεις που πέφτουν πίσωθέ σου ψιλή γιαπωνέζικη βροχή, τρελή χορεύεις ταραντέλα μέσα στους ιριδισμούς, καρφίτσες κι οδοντογλυφίδες στα πλευρά σου των φρονίμων τα κοντάρια, α! πως οργώνεις την ανταρκτική με αυλάκια τραγουδιών,
Ώ εμπορική αμαξοστοιχία φορτωμένη τίγκα με όλα τα καλά, χαλάς τον κόσμο τρέχοντας στις πλατωσιές και στα τουνέλια, «ελάτε μωρές κακόμοιροι και μαραζιάδες κι εξηντοβελόνηδες, πάρτε βουτύρατα και γάλατα και στάρια και κρασιά, όλα τα φέρνει το τραίνο το καλό, ανοίχτε μόνο τις ποδιές και τις καρδιές να τις γεμίσω, κανένας νηστικός κι αγλύκαντος και ατραγούδιστος, γιούργια οι επιστήμονες κι οι κουζουλοί, οι φάλτσοι κι οι ανεμικοί κι οι κόθορνοι»,
Ώ κουρσάρικο φίσκα στα μαλαματικά δίχως να βουλιάζεις, και στο πλωρό κατάρτι σημαία του αίματος ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ, και τα σεντούκια το βλησίδι ξεκλείδωτα κι απλά στο μουράγιο, «πάρτε από το κούρσος του θανάτου, η πλερωμή μονάχα ένα ν α ι , το ΝΑΙ, μωρές αδέρφια, το γλυκύ και πράον, άιντε και ξεφορτώστε με να σαλπάρω με τον μελωδικό βοριά»,
Ώ καμηλιέρη των ραχατλίδικων τροχιοδρόμων της Αλεξάντρειας, βαστάς κιθάρα και χαρτί με απανωγραμμένο τον χρησμό των ιερέων της ερήμου πως πάντα είμαστε παιδιά οι Έλληνες, για τούτο και πηδάς επί κοντώ, Ρωβύρε μου κατακτητή, απ’ της γκαμήλας τα καπούλια στην τιμονιέρα του τετρακινητήριου,
Ώ τραγουδοποιές, αγγόνι παππούδων ευκλεών που δέ στέργαν τα κίτρινα χαμόγελα και μπουμπούνιζαν ορθοδόξως την οργή τους: «άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων – οι κερατάδες! – την εικόνα σου την σεπτήν», φιλόμηρε και ραψωδικέ με τα χρυσά τ’ αγόρια σου και τα σεμνά κορίτσια,
Ώ μανιασμένε της Ελληνίδος φωνής αγαπητικέ, παιανίζεις με κροκάλες, δέντρα, λιοντάρια κι ό,τι κατεβάζουν τα ελληνικά καταράχια στην πανδέγμονα θάλασσα,
Ώ υπερωκεάνειον νικηφόρον και χαροποιόν τραγουδάς και πλέχεις, ακαταδάμαστον απ’ την επιφοράν των ανέμων πλέχεις και τραγουδάς, ψάλτης της Πόλης, καλλικέλαδος, ομόπλουν σκάφος της θεσσαλονικιάς πυρφόρου νάβας πλέχεις και τι γλυκά καλαντίζεις
Ώ αρχικαλαντάρη μου,
Γειά χαραντάν λοιπόν και πλέχε, παίζε, τραγούδα και μη φοβάσαι κιούρτους κι αγκίστρια για γώβους
Ώ μερακλωμένη μου φάλαινα Διονύση.

[Λαόνικος Διονυσίου, περ. λέξη, τ.61 Γενάρης ’87]

[το διφορούμενο

26/04/2017 § Σχολιάστε

Θολές σκέψεις
περί…

Όπως το «τέλος της Ιστορίας» συμπίπτει με την αποθέωση νέων ιστορικών και φιλοσοφικών μελετών, άρα και της Ιστορίας,  έτσι και το «τέλος της τέχνης» συμπίπτει με την αποθέωση της Τέχνης που προκαλείται από την ίδια την ποιητική πράξη, την προκαλεί η ίδια η Ποίηση όπου η δομή της συνεχώς αναδιαρθρώνεται εισάγοντας συνεχώς Το διφορούμενο κατά τη διαδικασία της, η οποία δεν είναι φυσικά μονογραμμική, υπάρχουν οι αναγκαίες μεταπτώσεις (βλ. μουσική), το αυτό ισχύει για όλες τις τέχνες, διότι νομοτελειακά οι (επικαιρικές) έννοιες σβήνουν κι αυτό που τελικά απομένει στην τέχνη, δεν είναι παρά η δομική σύνταξη «των σημείων» της. Όταν βεβαίως μιλάμε για… αποθέωση, εννοούμε πάντα ότι αυτή που συντελείται μεταξύ των ολίγων, των ελαχίστων υποψιασμένων, οι οποίοι στο σύνολο του πληθυσμού, δεν αποτελούν παρά ένα αμελητέο μονοψήφιο ποσοστό λίγο πάνω από το 0% αλλά συμβάλλει ανάλογα με το κάθε φορά «βάρος» της, άλλοτε σημαντικά κι άλλοτε ελάχιστα στην εξέλιξη της κοινωνίας συνολικά.

Με συγχωρείτε που σας αντιλέγω, αλλά στη θέση σας δεν θα χρησιμοποιούσα επιχειρήματα του είδους, διότι είναι κοινότοπα. Μα κύριέ μου οι κοινοί τόποι όπως τολμάτε να λέτε είναι τα ευκόλως, δια των ελαχίστων, εννοούμενα, διότι πολλά ή όλα μπορούν να παρουσιαστούν -φιλοδοξούν τέλος πάντων-  ως νεωτερισμός· όπως ερωτά γεμάτος απορία ο Σαραμάγκου[*] και σας ερωτώ κι εγώ με τη σειρά μου την ίδια ερώτηση: γιατί εσείς δεν θα λέγατε «νύχτα του χρόνου»; Απάντηση: Γιατί ο χρόνος έπαψε από μόνος του να είναι νύχτα από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να γράφουν, ή να διορθώνουν, το οποίο επαναλαμβάνω, είναι έργο ιδιαίτερα εξεζητημένο, είναι ένα είδος μεταμόρφωσης. Μου αρέσει η φράση σας. Κι εμένα, προπαντός γιατί είναι η πρώτη φορά που τη λέω, τη δεύτερη φορά δεν θα έχει την ίδια χάρη. Θα έχει γίνει κοινός τόπος.

(θα έπρεπε εδώ να προηγηθούν περισσότερες «εξηγήσεις» αλλά τέλος πάντων σημειώσατε «χ») Στη πρώτη παράγραφο μιλώ για Το διφορούμενο και αυτό ίσως είναι το κλειδί· ο Κίρκεγκωρ συνέδεσε Το διφορούμενο με το άγχος. Όλα αυτά γράφονται, ομολογώ, με έντονες επιφυλάξεις διότι δεν αποκλείω Το διφορούμενο να έχει προέλευση από τους αρχαίους μύθους, τις παλιές τελετουργίες με Τα διφορούμενα σύμβολα που πέρασαν από το μύθο στην ποίηση για την υπόμνηση άλλων επιπέδων ύπαρξης. Μήπως Το άλλο δεν υποδηλώνει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτό Το μυστικό (το κρυμμένο) που περιέχεται μέσα στο σύστημα της παίδευσης και αποτελεί (μεταλαμπαδευόμενο εκ της παιδείας) αναπόσπαστο στοιχείο καλλιέργειας ενός ατόμου;

Υποθέτω, τι να σας πω…

ΥΓ: Οι καλλιτέχνες του «σαββατοκύριακου» και η επωνυμία «μεγάλος» για ναΐφ ζωγράφους οι οποίοι δήθεν αντιπροσωπεύουν «την παράδοσή μας» κατά τους φανατικούς οπαδούς «της γενιά του ‘30», απωθούν με το φάλτσο τους, κυρίως λόγω έλλειψης μιας απαραίτητης αυτογνωσίας.

[*] Ζοζέ Σαραμάγκου, Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας, εκδόσεις Καστανιώτη

Στη φωτογραφία: η φάτσα του αγριμολόγου στο μουσείο Πεσσόα στη Λισαβόνα

  • 20 years blogging -official banner

  • agrimologos.com
  • ΚΛΙΚ στην εικόνα για τα εξώφυλλα του Αγριμολόγου
  • ΚΛΙΚ στην εικόνα, δείτε φωτογραφίες
  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

    Προστεθείτε στους 145 εγγεγραμμένους.
  • staxtes2003.com

    .

  • ΕΝΑ LIKE ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ…

  • Μεταστοιχεία

  • a

  • Αρχείο

  • Πρόσφατα άρθρα

  • —