[Ώ μερακλωμένη μου φάλαινα Διονύση·

28/04/2017 § Σχολιάστε



Το Ερουρέμ της θεια-Αχτίτσας

Ώ γαλάζια κι άσπρη φάλαινα, τραγουδάς και πλέχεις, μποτζάρεις κι αφροκοπάς σαν νεογέννητο νησί, ξαπολάς αερόστατα αιθεροδρόμια κι εξακοντίζεις θερμοπίδακες ουρανομήκεις που πέφτουν πίσωθέ σου ψιλή γιαπωνέζικη βροχή, τρελή χορεύεις ταραντέλα μέσα στους ιριδισμούς, καρφίτσες κι οδοντογλυφίδες στα πλευρά σου των φρονίμων τα κοντάρια, α! πως οργώνεις την ανταρκτική με αυλάκια τραγουδιών,
Ώ εμπορική αμαξοστοιχία φορτωμένη τίγκα με όλα τα καλά, χαλάς τον κόσμο τρέχοντας στις πλατωσιές και στα τουνέλια, «ελάτε μωρές κακόμοιροι και μαραζιάδες κι εξηντοβελόνηδες, πάρτε βουτύρατα και γάλατα και στάρια και κρασιά, όλα τα φέρνει το τραίνο το καλό, ανοίχτε μόνο τις ποδιές και τις καρδιές να τις γεμίσω, κανένας νηστικός κι αγλύκαντος και ατραγούδιστος, γιούργια οι επιστήμονες κι οι κουζουλοί, οι φάλτσοι κι οι ανεμικοί κι οι κόθορνοι»,
Ώ κουρσάρικο φίσκα στα μαλαματικά δίχως να βουλιάζεις, και στο πλωρό κατάρτι σημαία του αίματος ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ, και τα σεντούκια το βλησίδι ξεκλείδωτα κι απλά στο μουράγιο, «πάρτε από το κούρσος του θανάτου, η πλερωμή μονάχα ένα ν α ι , το ΝΑΙ, μωρές αδέρφια, το γλυκύ και πράον, άιντε και ξεφορτώστε με να σαλπάρω με τον μελωδικό βοριά»,
Ώ καμηλιέρη των ραχατλίδικων τροχιοδρόμων της Αλεξάντρειας, βαστάς κιθάρα και χαρτί με απανωγραμμένο τον χρησμό των ιερέων της ερήμου πως πάντα είμαστε παιδιά οι Έλληνες, για τούτο και πηδάς επί κοντώ, Ρωβύρε μου κατακτητή, απ’ της γκαμήλας τα καπούλια στην τιμονιέρα του τετρακινητήριου,
Ώ τραγουδοποιές, αγγόνι παππούδων ευκλεών που δέ στέργαν τα κίτρινα χαμόγελα και μπουμπούνιζαν ορθοδόξως την οργή τους: «άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων – οι κερατάδες! – την εικόνα σου την σεπτήν», φιλόμηρε και ραψωδικέ με τα χρυσά τ’ αγόρια σου και τα σεμνά κορίτσια,
Ώ μανιασμένε της Ελληνίδος φωνής αγαπητικέ, παιανίζεις με κροκάλες, δέντρα, λιοντάρια κι ό,τι κατεβάζουν τα ελληνικά καταράχια στην πανδέγμονα θάλασσα,
Ώ υπερωκεάνειον νικηφόρον και χαροποιόν τραγουδάς και πλέχεις, ακαταδάμαστον απ’ την επιφοράν των ανέμων πλέχεις και τραγουδάς, ψάλτης της Πόλης, καλλικέλαδος, ομόπλουν σκάφος της θεσσαλονικιάς πυρφόρου νάβας πλέχεις και τι γλυκά καλαντίζεις
Ώ αρχικαλαντάρη μου,
Γειά χαραντάν λοιπόν και πλέχε, παίζε, τραγούδα και μη φοβάσαι κιούρτους κι αγκίστρια για γώβους
Ώ μερακλωμένη μου φάλαινα Διονύση.

[Λαόνικος Διονυσίου, περ. λέξη, τ.61 Γενάρης ’87]

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

What’s this?

You are currently reading [Ώ μερακλωμένη μου φάλαινα Διονύση· at αγριμολογος.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: