[gravibus verbis_[xxxvii] οι καταλήψεις είναι εθνική παράδοση·
22/05/2025 § Σχολιάστε
Τα ψηφαλάκια über alles
Κωνσταντοπούλου: «η κατάληψη χώρων σε πανεπιστήμια που δεν προβλέπονται χώροι για τους φοιτητές και για άλλες δραστηριότητες είναι μια παράδοση που υπάρχει για δεκαετίες και δαιμονοποιείται με επιλεκτικούς τρόπους. Οι χώροι των καταλήψεων παρουσιάζονται σαν δεδομένες γιάφκες. Δεν είναι έτσι, αν υπάρχουν τέτοια φαινόμενα είναι σημαντικό να εντοπίζονται και να επισημαίνονται αλλά μην φτάσουμε στο ότι οι φοιτητές είναι εγκληματίες και θα διαγράφονται»
✳︎
διαβάστε τα μέρη [i] – [ii] – [iii] – [iv] – [v] – [vi] – [vii] – [viii] – [ix] – [x] – [xi] – [xii] – [xiii] – [xiv] – [xv] – [xvi] – [xvii] – [xviii] – [xix] – [xx] – [xxi] – [xxii] – [xxiii] – [xxiv] – [xxv] – [xxvi] ― [xxvii] ― [xxviii] – [xxix] – [xxx] – [xxxi] – [xxxii] – [xxxiii] – [xxxiv] – [xxxv] – [xxxvi]
◉
[παγκόσμια μοναδικότητα στα AEI: 50+ χρόνια ανοχή στη βία·
16/05/2025 § Σχολιάστε
Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο –στον κόσμο· όχι στην Ευρώπη, όχι στη «Δύση»– όπου στα πανεπιστήμια συνεχίζεται η βίαιη αναρχο-αριστερή δραστηριότητα, η τρομοκρατία, οι βανδαλισμοί και τα τοιαύτα. Κι όπου ένα μέρος του διδακτικού προσωπικού ανέχεται ή ενθαρρύνει τις δυνάμεις του αυταρχισμού, της ανοησίας και της διάλυσης.
της ©Σώτης Τριανταφύλλου, την οποία διαβάζουμε πάντα με προσοχή ―Τα Νέα >>>
ΑΕΙ: 50 χρόνια τα ίδια
Αν κρατούσα αρχείο θα έβρισκα πάνω από εκατό άρθρα γραμμένα τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, όπου περιγράφω την κατάσταση στην παιδεία και ζητώ αλλαγή πολιτικής. Σε ένα από αυτά, το 1996-7, όταν είχα διαμαρτυρηθεί επειδή 15χρονοι μαθητές μαζί με τους μπαμπαδομαμάδες και τους καθηγητές τους διαδήλωναν κατά του «νόμου Αρσένη» –τον οποίον η αριστερά κατήγγελλε όπως κάθε απόπειρα μεταρρύθμισης– έλαβα επιστολές από εξοργισμένους γονείς που υπερασπίζονταν το «δικαίωμα» των 15χρονων στη χάραξη της εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Αυτή ήταν η νοοτροπία στη δεκαετία του 1990. Αν παραμένει ίδια, όπως φαίνεται να πιστεύει η κυβέρνηση εφόσον δεν προχωρεί στις απαραίτητες ανατροπές, είμαστε θλιβερά τελματωμένοι. Πιθανότατα όμως να έχει αλλάξει.
Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο –στον κόσμο· όχι στην Ευρώπη, όχι στη «Δύση»– όπου στα πανεπιστήμια συνεχίζεται η βίαιη αναρχο-αριστερή δραστηριότητα, η τρομοκρατία, οι βανδαλισμοί και τα τοιαύτα. Κι όπου ένα μέρος του διδακτικού προσωπικού ανέχεται ή ενθαρρύνει τις δυνάμεις του αυταρχισμού, της ανοησίας και της διάλυσης. Είμαστε η μοναδική χώρα: κάπου κάπου, σπανίως, σημειώνονται βίαια επεισόδια στην Κολομβία· πουθενά αλλού. Ακόμα και στη Γαλλία, οι ασχημίες αποτελούν παρελθόν: σε όλα τα πανεπιστήμια, ακόμα και στα ακροαριστερά όπως το Saint-Denis (πρώην Vincennes) ή στις Sciences Po της Γκρενόμπλ έχει επανέλθει, με τη συναίνεση όλων, η ευταξία που υπήρχε πριν από το 1968. Όπου συναντάμε υπολείμματα της ασχήμιας, κραυγές, πανό και γκραφίτι, η μορφή καθορίζει το περιεχόμενο: οι σχολές έχουν χαμηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις· είναι φυτώρια αέργων που ξηλώνουν πεζοδρόμια μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. (Η εν λόγω ασθένεια ονομάζεται «ιδεολογική συνέπεια».)
Η παρεξήγηση γύρω από το πανεπιστημιακό άσυλο δεν έχει λυθεί ακόμα. Πάμε λοιπόν πάλι. Το άσυλο είναι η αρχή που προστατεύει την ελεύθερη διακίνηση ιδεών στα πανεπιστήμια· κάτι αυτονόητο εφόσον η διακίνηση των ιδεών είναι ελεύθερη παντού. Η ιδέα είχε νόημα επί χούντας –αλλά, ποιος θυμάται μια σκοτεινή επταετία στα βάθη του 20ού αιώνα; Μόνον όσοι τη χρησιμοποιούν ως επικείμενη απειλή, αναμασώντας το παρελθόν –όταν το έχουν ζήσει– ή φαντασιώνοντάς το, με τερατώδη άγνοια, όταν τους το έχουν αφηγηθεί οι ινστρούχτορες. Επιστρέφω όμως στο «άσυλο»: αφού κατοχυρώθηκε θεσμικά το 1982, εφαρμόστηκε για να νομιμοποιήσει ποινικές πράξεις –καταλήψεις, καταστροφές και βανδαλισμούς– και ταυτίστηκε με την αντίληψη ότι οι πανεπιστημιακοί χώροι είναι άβατο για τις αρχές ανεξαρτήτως περιστάσεων. Η αριστερά άλωσε τα πανεπιστήμια και διέδωσε ευρέως και με επιτυχία την έννοια του ασύλου ως προστασία της δικής της προπαγάνδας και των δικών της παιδιών. Έκτοτε, όπως θα περίμενε κανείς, τα ΑΕΙ φιλοξενούν παραβατικές δραστηριότητες από παρεμπόριο και ναρκωτικά μέχρι κουκουλοφόρους, αναρχικά γκρουπούσκουλα, ακτιβισμό ex cathedra –παρότι η «έδρα» έχει καταργηθεί.
Yποτίθεται ότι το άβατο απονομιμοποιήθηκε το 2011 επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου για να επανέλθει με εκδικητικότητα επί ΣΥΡΙΖΑ το 2017. Στη συνέχεια, το 2019, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ψήφισε τη δυνατότητα επέμβασης της αστυνομίας χωρίς έγκριση των πρυτανικών αρχών σε περίπτωση αξιόποινων πράξεων: ο νόμος τελεί εν αχρησία. Η πολιτική αγωγή και το αίσθημα δικαίου δεν μπορούν να πληρώσουν τα νομικά κενά: αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε τις αξιόποινες από τις μη αξιόποινες πράξεις· το καλό από το κακό, το ωραίο από το άσχημο· κάτι που, φυσιολογικά, μαθαίνουμε στην παιδική μας ηλικία.
Το πρόβλημα των ελληνικών ΑΕΙ έχει απύθμενο βάθος· δεν αντιμετωπίζεται με μικρομεταρρυθμίσεις. Έχει παγιωθεί μια κατάσταση όπου συντελούν αναρίθμητοι αλληλοτροφοδοτούμενοι παράγοντες –κομματικοποίηση καθηγητών και φοιτητών, χαμηλό επίπεδο εισαγομένων που οδηγεί σε χαμηλό επίπεδο διδασκαλίας, κτιριακή εξαθλίωση, απώλεια διδακτικών ωρών, ακτιβιστική υστερία, χειραγώγηση από κομματικές νεολαίες, εκφοβισμός αντιφρονούντων, αντίσταση στην εντατικοποίηση και στην αναβάθμιση του επιπέδου σπουδών· η κατάσταση επιδεινώθηκε από το εξωφρενικό σύστημα της συνδιοίκησης. Όπως συνήθως, οι καλές προθέσεις οδηγούν κατευθείαν στα δόντια της κόλασης: η συμμετοχή των φοιτητών στις γενικές συνελεύσεις σχολών και τμημάτων και στα εκλεκτορικά σώματα (π.χ. για εκλογές καθηγητών) στελέχωσε τα πανεπιστήμια με προσωπικό φιλικό στις κομματικές νεολαίες και απαξίωσε την αυθεντία. Γίναμε όλοι ίσοι και όμοιοι· η γνώση έχασε τη λάμψη και τη χρησιμότητά της. Επί δεκαετίες, η φοιτητική συμμετοχή ελεγχόταν από εξωπανεπιστημιακά κέντρα· και παρότι από το 2011 η συνδιοίκηση περιορίστηκε, οι φοιτητές διατήρησαν τον συμβουλευτικό τους ρόλο, του οποίου καταχρώνται.
Με λίγα λόγια, το κατεστημένο είναι σκληρό: συντίθεται από κακοπληρωμένους καθηγητές, από πελαγωμένους διοικητικούς κι από σπουδαστές που μισούν τις σπουδές, την εργασία, την κοινωνία και τον ίδιο τους τον εαυτό. Δεν πρόκειται για νοσηρότητα που αφορά μόνο τη σημερινή γενιά: τέτοια ήταν η εικόνα όταν πρωτομπήκα στο ΕΚΠΑ το 1975· νέοι άνθρωποι που δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για τη γνώση και που σπαταλούσαν τη ζωή τους ουρλιάζοντας υπέρ του Στάλιν και του Μάο. Η στάση των φοιτητών δεν είναι ζήτημα «γενιάς»· είναι απόρροια ιδεολογικής κατήχησης με τις ίδιες και τις ίδιες κοινοτοπίες, με τα ίδια ψέματα που οδηγούν σε ποικίλες μορφές αποκολοκύνθωσης.
Παρ’ όλ’ αυτά, για χάρη όσων νέων ανθρώπων θέλουν να μάθουν και να διαπρέψουν χωρίς να πάνε «στο εξωτερικό», αλλά και της ίδιας της επιβίωσής μας ως χώρας, είναι ανάγκη να εξετάσουμε με επιμέλεια μερικά πρότυπα δημοσίων πανεπιστημίων που λειτουργούν σωστά –π.χ. του Μπέργκεν, του Μάαστριχτ, του Γκρατς ή της Λιουμπλιάνα– και να τα μιμηθούμε. Όλα τα ελληνικά, εξαιρουμένων ίσως εκείνων της Κρήτης και των Ιωαννίνων, πρέπει να επανιδρυθούν. Εκτός αν τα εγκαταλείψουμε στη μελαγχολική τους τύχη με την προοπτική ότι στο μέλλον θα ξεφυτρώσουν (πώς όμως;) πανεπιστήμια κύρους με δίδακτρα και κανόνες. Η καταβολή διδάκτρων αλλάζει νοοτροπίες σαν τις προαναφερθείσες του 1996-97: όταν ο φοιτητής επιβαρύνεται με φοιτητικό δάνειο για να σπουδάσει, δεν βρομίζει το αμφιθέατρο, δεν λερώνει τους τοίχους, δεν βανδαλίζει το ασανσέρ, δεν σχίζει τα συγγράμματα και δεν επιτρέπει τη δράση κουκουλοφόρων και ροπαλοφόρων.
◉
[η πένα του Ντίκενς: η αισθητική είναι ηθική·
15/05/2025 § Σχολιάστε
Τσαρλς Ντίκενς, μερικές σκέψεις
Με αφορμή το μίνι αφιέρωμα (και εξώφυλλο) της «Βιβλιοθήκης» της Ελευθεροτυπίας 17.10.08 με κείμενα Κατερίνας Σχινά, Λίνας Πανταλέων και της Κατερίνα Οικονομάκου ήρθαν πολλά στο νου, από το παρελθόν, ξεχωρίζω δύο: «Δημιουργός» και «Εποχή». Ίσως γιατί ο δημιουργός-Ντίκενς, σε κάποιους από εμάς που έζησαν την προ-διαδικτύου εποχή νέοι, παρέμεινε στην αρχαϊκή μας ψυχοσύνθεση ότι ο δημιουργός-λογοτέχνης ήταν απαραίτητα ένας δημιουργός-τεχνίτης, ένας ζηλευτός χειρώνακτας με τη μελάνι, το πενάκι, τον πόνο και το σύμβολο του ονόματός του ως αυθεντία· και που προηγείτο στο νου μας από το περιεχόμενο του έργου τους, παρ’ όλο που στη περίπτωση του Ντίκενς το όνομα του δημιουργήματός του, π.χ. ο «Όλιβερ Τουίστ» δεν επαληθεύει ακριβώς τη σκέψη μου, αλλά ούτε και την διαψεύδει, γιατί ιδιαίτερα αυτό το δημιούργημά του στοίχειωσε παιδικές (όπως θα πρέπει να είναι πάντα) ψυχές όλων των ηλικιών, ο «Όλιβερ» δεν είναι ο κανόνας, όπως επίσης π.χ. οι «Άθλιοι» του Ουγκώ. Ο Ντίκενς παρ’ ότι παιδί της βιομηχανικής επανάστασης του 19ου αιώνα, κατά τη γνώμη μου, ο απόηχος των καλλιτεχνικών χαρακτηριστικών του 17ου και 18ου αι., δεν είχε ακόμη σβήσει σε μια συντηρητική Βικτωριανή κοινωνία όπου εισάγεται και κυριαρχεί η μαρτυρία, το χρονικό και η διδακτική αφήγηση. Από τον 19ο αιώνα η τέχνη της γραφής, η τέχνη γενικότερα, γίνεται υπερβατική και οι καλλιτέχνες αποκτούν την ιδιαίτερή τους «περσόνα», το ιδιαίτερό τους –προς τα έξω- προσωπείο. Από εκείνη την εποχή εδραιώθηκε και επικράτησε η άποψη: «δεν υπάρχουν καλλιτεχνικοί κανόνες διότι η μεγαλοφυΐα του καλλιτέχνη τους κλείνει μέσα της». Η πένα του Ντίκενς, δεν ξέρω αν παραμερίζει τον νάρκισσο-δημιουργό από μέσα της, γιατί γνώρισε νωρίς τον έπαινο «του δήμου», όμως η θεματολογία του υπηρέτησε, κατά την άποψή μου, με συνέπεια το «η αισθητική είναι ηθική», κι αυτό (μου) αρκεί. Η εκπληκτική του ικανότητα στη δημιουργία ανεπανάληπτων χαρακτήρων που κινούνται στα πλαίσια μιας άνισης κοινωνικής πραγματικότητας χωρίς καμία λογοτεχνική έκπτωση υπέρ οποιασδήποτε μορφής διδακτισμού, παραμένει αξεπέραστη. Το επίτευγμά του αυτό θα συνεχίσει να αποτελεί φαντασίωση για πολλούς σημερινούς αλλά και αυριανούς δημιουργούς.
Θα διαφωνήσω με την κα Σχινά που σημειώνει: «Παρότι ήταν συγγραφέας τόσο της πόλης όσο και της εξοχής, θα μείνει στην ιστορία ως ο ιστορικός εικονογράφος του Λονδίνου και ενός κόσμου που χάθηκε για πάντα.» και θα συμφωνήσω στο τίτλο του άρθρου της «Γεφυρώνοντας πολιτισμούς και ηλικίες». Η μεγάλη τέχνη, σαν αυτή που υπηρέτησε μέχρι τέλους ο Ντίκενς, θα ενώνει για πολύ ακόμη γενεές αναγνωστών, αλλά και δημιουργών.
✳︎
[α’ δημοσίευση 18.10.2008
◉
.
.
[Και μες στο πλοίο μπήκε, πηαίνοντας προς το «διδώ»·
14/05/2025 § Σχολιάστε
Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων
Δεν καταδέχονταν η Κρατησίκλεια
ο κόσμος να την δει να κλαίει και να θρηνεί·
και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλή.
Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της
απ’ τον καϋμό και τα τυράννια της.
Μα όσο και νάναι μια στιγμή δεν βάσταξε·
και πριν στο άθλιο πλοίο μπει να πάει στην Aλεξάνδρεια,
πήρε τον υιό της στον ναό του Ποσειδώνος,
και μόνοι σαν βρεθήκαν τον αγκάλιασε
και τον ασπάζονταν, «διαλγούντα», λέγει
ο Πλούταρχος, «και συντεταραγμένον».
Όμως ο δυνατός της χαρακτήρ επάσχισε·
και συνελθούσα η θαυμασία γυναίκα
είπε στον Κλεομένη «Άγε, ω βασιλεύ
Λακεδαιμονίων, όπως, επάν έξω
γενώμεθα, μηδείς ίδη δακρύοντας
ημάς μηδέ ανάξιόν τι της Σπάρτης
ποιούντας. Τούτο γαρ εφ’ ημίν μόνον·
αι τύχαι δε, όπως αν ο δαίμων διδώ, πάρεισι.»
Και μες στο πλοίο μπήκε, πηαίνοντας προς το «διδώ».
*
[Καβάφης, Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984











