[αυτό που ονομάζουμε ζωή μετριέται μονάχα με τα συναισθήματα που νιώθουμε σαν άνθρωποι·
20/11/2024 § Σχολιάστε
Χρόνης Μίσσιος (1930 – έφυγε σαν σήμερα 20 Νοεμβρίου 2012)
…καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς (απόσπασμα)
[…] Έμενα κάποια φορά σ’ ενός γιατρού. Δεξιός ο άνθρωπος, αλλά δε γούσταρε και τους εθνοσωτήρες. Ήξερε ότι ήμουνα κομμουνιστής, και κάθε βράδυ που έβγαινα για δουλειά, γέμιζε από αισιοδοξία. Ε, κάποτε κανονίστηκε μια γιάφκα, και το βράδυ που θα ’φευγα από το σπίτι του, σαν αποχαιρετιστήριο, κατεβάσαμε κάνα δυο ουίσκι. Δυνατό πράμα, σε φτιάχνει στα σβέλτα. Ήμουνα, που λες, φτιαγμένος και ακοντρολάριστος, που λένε. Την ώρα που έφευγα και με χαιρέταγε, τα μάτια του στάζανε λύπη. Μου λέει, πού θα πας τώρα, ρε Φάνη — εγώ μια ζωή το ίδιο ψευδώνυμο στις παρανομίες. Όπως στεκόμασταν όρθιοι, του λέω, σοβαρά μιλάς, γιατρέ, εμένα λυπάσαι; Ξαφνιάστηκε, μα, μου λέει, φεύγεις έτσι μέσα στη νύχτα, σε κυνηγάνε θεοί και δαίμονες, σκοτώνουν, βασανίζουν, δεν έχεις σπίτι, οικογένεια, δεν έχεις όνομα… Τον κοίταξα. Έπρεπε να τον πληγώσω, δεν είχα άλλο δρόμο. Ήμουνα στριμωγμένος, αν αφηνόμουνα στην παραδοχή της λύπης, ήμουνα χαμένος, γιατί τα αντικειμενικά στοιχεία, όπως τα περιέγραψε ο γιατρός, ήτανε σωστά. Όμως είχα ανάγκη να υπερασπιστώ τη ζωή μου, την ουσία της, απέναντι και στον ίδιο τον εαυτό μου. Σοβαρά, του λέω, γιατρέ, εμένα λυπάσαι; Τα έχασε ελαφρώς. Ήταν πολύ καλός και γλυκός άνθρωπος, αλλά και παλικάρι, για να δεχτεί να κρύψει έναν παράνομο σε μια στιγμή που ούτε η μάνα σου, που λέει ο λόγος, δε σ’ έβαζε μέσα. Όπου το ραδιόφωνο ούρλιαζε ημερήσιες διαταγές, «Πας όστις φιλοξενεί άτομον μη δηλωμένον εις τας Αστυνομικάς Αρχάς, θα παραπέμπεται εις το έκτακτον στροτοδικείον…» Κοίτα να δεις, του λέω, εγώ κρατάω τη ζωή μου και τη μοίρα μου στα χέρια μου, οι επιλογές είναι δικές μου, όποτε θέλω, περνάω στη δική σου θέση. Αν τώρα κάνω ένα τηλεφώνημα στην ασφάλεια και τους πω ότι παύω να ασχολούμαι με την πολιτική, χωρίς να αποκηρύξω τίποτα και κανέναν, αύριο θα περπατάω και γώ «ελεύθερα» και «ακίνδυνα» όπως εσύ… Εσύ μπορείς να περάσεις στη δική μου θέση; Να τα παρατήσεις όλα, λεφτά, καριέρα, οικογένεια, σπίτια, να δεθείς μ’ ένα όνειρο και να το κυνηγήσεις, ν’ αγαπήσεις με πάθος τους ανθρώπους και την ελευθερία τους, να μπεις στην καρδιά της εποχής σου, και από απλός θεατής να γίνεις δημιουργός της ιστορίας; Και, να σου πω και κάτι ακόμα: είμαστε συνομήλικοι. Αν δεχτούμε ότι αυτό που λέμε ζωή δεν είναι να υπάρχεις σαν το δέντρο, δηλαδή να υπάρχεις μονάχα βιολογικά —δεν ξέρω αν χρησιμοποιώ και σωστά τους όρους, αλλά καταλαβαίνεις τί θέλω να πω— δηλαδή αν τη ζωή μπορούμε να τη μετράμε απλώς με την παραγωγή κάποιων αγαθών και κάποιων υπηρεσιών και με το να καταναλώνουμε κάποια αγαθά και κάποιες υπηρεσίες, τότε πιστεύω πως η ζωή δε θα ’ταν τίποτα άλλο, παρά μια απέραντη πλήξη. Νομίζω πως αυτό που ονομάζουμε ζωή μετριέται μονάχα με τα συναισθήματα που νιώθουμε σαν άνθρωποι, τις συγκινήσεις, τις πίκρες, τις χαρές, τις μικρές ευτυχίες, τις μικρές δυστυχίες, την επιβεβαίωση, τελικά, της ανθρώπινης ουσίας μας. Πόσες φορές στη ζωή σου ένιωσες έντονα συναισθήματα και συγκινήσεις, γιατρέ; Όταν πήρες το πτυχίο σου, όταν ερωτεύτηκες τη γυναίκα σου, όταν έκανες καριέρα, όταν γεννήθηκε η κορούλα σου… Γύρω απ’ αυτά κλείνει ο κύκλος. Εγώ, τα ίδια χρόνια, έζησα τόσο συμπυκνωμένα συναισθήματα, τόσο έντονα, που εσύ ούτε σε εκατό χρόνια της δικής σου ζωής δεν μπορείς να τα ζήσεις. Πόσες φορές έπαιξα με το θάνατο, όχι για το παιχνίδι, γιατί τότε θα μπορούσα απλώς να κάνω ένα επικίνδυνο νούμερο στο τσίρκο, αλλά συνεπαρμένος από τους μύθους μου, από τα οράματά μου, από την αγάπη μου για τη ζωή, για τον άνθρωπο και τη λευτεριά του. Πόσες φορές τόλμησα, μετρήθηκα με φοβερούς μηχανισμούς, άλλοτε νικώντας, άλλοτε χάνοντας, αλλά πάντα νιώθοντας άνθρωπος και ποτέ αντικείμενο κάποιας μοίρας. Ακόμα, γιατρέ μου, σε σχέση με σένα είμαι πολύ νέος, και να σου πω γιατί; Πράγματα που για σένα θεωρούνται δεδομένα και τα περνάς αδιάφορα, για μένα είναι μικρές και μεγάλες ευτυχίες. Τα θαύματα του κόσμου, που λένε, η όρασή μου με εφήβεια έκπληξη τα ζει και με γεμίζει συναισθήματα. Είμαι βέβαιος πως ένας περίπατος τη νύχτα στους έρημους δρόμους της πόλης, είναι για σένα κάτι πολύ συνηθισμένο, αν όχι βαρετό. Ένας περίπατος στο δάσος, ο θόρυβος της θάλασσας, ένα όμορφο δέντρο, ένα λουλούδι, το κρασί, ο έρωτας… Η επαφή σου με τα πράγματα είναι τυπική, δεν τα πλουτίζεις, δε σε πλουτίζουν, τα ξεπερνάς, δεν τα ζεις. Για μένα, κάθε πρωινό είναι μια έκπληξη, κάθε δειλινό μια νοσταλγία, κάθε νύχτα ένα μεγάλο μυστήριο, ένα ποτήρι κρασί, ένα φιλί. Αλήθεια, ποιες είναι οι επιθυμίες σου, γιατρέ; Είσαι «πετυχημένος», ό,τι επιθυμείς το έχεις, είσαι κορεσμένος, άρα γέρος, γιατί ταυτόχρονα δεν μπορείς να τα ξεφορτωθείς όλ’ αυτά. Είσαι ταξινομημένος, δεν μπορείς να πετάξεις, να μπεις στον δρόμο των συναισθημάτων, της φαντασίας, του ονείρου, της επιθυμίας, μιας νέας επαφής σου με τα πράγματα και τους ανθρώπους. Κοίτα, ψάξε λίγο, ο δρόμος σου είναι ο δρόμος που μετατρέπει τον άνθρωπο σε αντικείμενο με βιολογικές ανάγκες… Μη με λυπάσαι, σε παρακαλώ, εγώ θα είμαι πάντα με τις μειοψηφίες, έκθετος πάντα, ποτέ ένθετος. Δε θύμωσε, δεν μου είπε ότι λέω μαλακίες. Μ’ αγκάλιασε, μου είπε πως είμαστε περίεργοι άνθρωποι αλλά ωραίοι. Με φίλησε, μου έβαλε και δέκα χιλιάρικα στην τσέπη —μεγάλο ποσό για εκείνη την εποχή— και έφυγα. Το ξέρω πως είπα μεγάλα λόγια γιατί, παρ’ όλα αυτά, είμαι ένθετος, τοποθετημένος και ταξινομημένος σε άλλους μηχανισμούς, σε μιαν άλλη λογική, σε μιαν άλλη τάξη πραγμάτων. […]
*
[πηγή: Χρόνης Μίσσιος, …καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, Γράμματα, Αθήνα 1985, σ. 153-155
◉
[plaisir: δημοκρατικό Ισλάμ ·
19/11/2024 § Σχολιάστε
[μετεωρίζομαι σα φλέβα·
15/11/2024 § Σχολιάστε
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Πρατήριο βενζίνης
Είμαι η έρημη ασφαλτωμένη δημοσιά που αφήνεται
σα μεθυσμένη ανηφορίζοντας με τις μοτοσικλέτες,
αισθαντικό, ολονύχτιο φως που αγρυπνά
σ’ ερημικό πρατήριο βενζίνης – γιατί βλέπω
τα ολόκλειστα αυτοκίνητα σαν παίρνουν τη στροφή
με τις σβηστές τους μηχανές, γιατί τα βλέπω
μες στο εκτυφλωτικό τους φως να σου ανάβουν
εξαίσια υπερκόσμια μουσική – κι ακόμα είμαι
το ξαφνικό μελάνιασμα στο καθαρό λουσμένο φως
η κλειδωμένη μου φωνή μέσα στα δάχτυλα
μέσα στο σώμα
Κι εγώ μετεωρίζομαι σα φλέβα
καλοκαιριού, σα να ’χω σβήσει όλα
τα φώτα μου και περιμένω ακόμα
✳︎
[από το O Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985
◉
[o ΣΥΡΙΖΑ τελειώνει, όχι μέσα σε έναν κρότο, αλλά μέσα σε ένα σκυλάδικο·
10/11/2024 § Σχολιάστε
Έτσι λοιπόν τελειώνει ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι μέσα σε έναν κρότο αλλά μέσα σε ένα σκυλάδικο
Το σκηνικό έξω από το «Gazi Live» (έναν πραγματικά γκροτέσκο χώρο για να φιλοξενηθεί συνέδριο) μπορεί ίσως να περιγραφεί, αρκεί να μετατρέψεις τις εικόνες σε λέξεις. Ενα κοινό ετερόκλητο, αλλά όχι ανομοιογενές, έχει στηθεί κάπως αμήχανο έξω από το νυχτερινό κέντρο στο οποίο για αμφιλεγόμενες αιτίες αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί η πιο δραματική διαδικασία στην ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ. Οι ηλικίες που κυριαρχούν είναι από τα 50 και πάνω. Στους άνδρες κυριαρχεί το μπεζ κουστούμι, αισθητικής 1990, το οριζόντιο χτένισμα για να καλύψει την τριχόπτωση, αλλά και μερικές «χαίτες»-λασπωτήρας, σαν αυτές που έκαναν καριέρα στα επαρχιακά καφέ της πρώιμης αφθονίας. Οι γυναίκες έχουν επιλέξει στη συντριπτική τους πλειονότητα το ξανθό και μάλλον είναι πιο αγανακτισμένες από τους συνοδούς τους.
Παρά τη φαινομενική ομοιογένεια, το πλήθος στέκει αμήχανο και δεν κατορθώνει να βρει εύκολα τον ελάχιστο κοινό παρανομαστή του. Κάποιοι έχουν πιο λούμπεν συμπεριφορές, ορισμένοι έχουν έρθει από την επαρχία και κοιτάζουν κάπως τρακαρισμένοι τα φώτα της πόλης στην Ιερά Οδό. Ενα τμήμα τους είναι παλαιότερα στελέχη του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ, που συντάσσονται με τον Κασσελάκη γιατί «οι άλλοι δεν έχουν όραμα».
Και δεν λείπουν και οι τελευταίοι εναπομείναντες πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ, σαν εκείνον τον αεικίνητο δικηγόρο που ανεβοκατεβαίνει τον δρόμο μιλώντας στο κινητό του τηλέφωνο και ο οποίος κατέθεσε μήνυση εναντίον του συνεδρίου. Ανάμεσά τους βέβαια εμφιλοχωρούν και μερικοί «πράκτορες», υποστηριχτές ή στελέχη της πλειοψηφίας που για κάποιο λόγο στέκονται έξω από το συνέδριο και δημοσιογράφοι. Έτσι κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τον διπλανό του. Σε γενικές γραμμές όμως, αυτή είναι η φυλή των Kasselistas.
Η μετατροπή ωστόσο σε λόγια της εικόνας μέσα στο κτίριο του συνεδρίου δεν είναι καθόλου εύκολη. Στην πραγματικότητα η αναμφισβήτητα κακή αισθητική στον εξωτερικό χώρο δεν είναι τίποτα, μπροστά στη παρακμή που αναδύεται μέσα. Ένας χώρος κλειστοφοβικός, χωρίς εξαερισμό, με χαμηλό κόκκινο φωτισμό. Το διαβάζαμε, αλλά δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τι ακριβώς σήμαινε. Το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ γίνεται σε ένα πραγματικό σκυλάδικο.
Ο χώρος γίνεται αληθινά εφιαλτικός σε συνδυασμό με αυτά που συμβαίνουν εκεί. Οπαδοί του Κασσελάκη, που έχουν κάρτα συνέδρου, στέκονται στο χολ και βρίζουν όποιον περνάει –ιδιαίτερα την Όλγα Γεροβασίλη, η οποία είναι κάτι σαν την Εύα που εξόρισε τον ΣΥΡΙΖΑ από τον Παράδεισο. Η Θεοδώρα Τζάκρη και ο διευθυντής του γραφείου του Κασσελάκη, βρίσκονται στον χώρο και διαμαρτύρονται ασταμάτητα για κάτι. Οι υποστηρικτές των «87» πάλι, κάθονται ήσυχα και ίσως κάπως μαζεμένοι στη θέση τους. Δεν συμμετέχουν στους καβγάδες, απαντούν μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις και κουβαλούν πάνω τους όλη την κούραση μιας πολιτικής κατρακύλας δέκα χρόνων, που δείχνει να επιταχύνεται προς το τέλος.
Ανεξάρτητα από τη γνώμη που είχε κανείς για την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι εύκολο να μην του προξενήσει θλίψη αυτή η εικόνα. Δεν είναι απλά ότι το κόμμα αυτό πριν 10 χρόνια κάλπαζε προς την εξουσία, επικεφαλής ενός επιθετικού κύματος μέσα στην κοινωνία. Είναι ακόμα ότι υπήρξε θέμα συζήτησης ή και πηγή προσδοκίας σε όλη την Ευρώπη. Κάποια χρόνια, οι διαδηλωτές στο Παρίσι, στην Κωνσταντινούπολη, στη Ρώμη, έγραφαν στους τοίχους με σπρέι «SYRIZA» για να τρομοκρατήσουν το σύστημα. Τι άλλο μπορεί να σηματοδοτεί αυτή η εικόνα με τις διαρκείς φωνές και τις ανταλλαγές ύβρεων κάτω από έναν χαμηλό κόκκινο φωτισμό, παρά την αναπότρεπτη φθορά των πάντων, τη μετατροπή της σπίθας σε αποκαΐδι, που αποτελεί τη μοίρα όλων μας, ακόμα και αν δεν συσσωρεύουμε τις αμαρτίες του ΣΥΡΙΖΑ.
Κάποια στιγμή μέσα σε αυτόν τον δυστοπικό χώρο, ένας άνθρωπος λιποθυμά. Ο Ευάγγελος Αντώναρος επιχειρεί να τον βγάλει έξω, στον αέρα. Καθώς όμως αυτή η μετακίνηση δεν γίνεται ορατή από όλους με τον ίδιο τρόπο, ένα μεγάλο μπουλούκι μαζεύεται και αρχίζει να σπρώχνεται στην είσοδο του μαγαζιού. Περνάνε λίγα λεπτά ώσπου να γίνει κατανοητό ότι από μέσα και απ’ εξω είναι οπαδοί του αποκλεισμένου προέδρου. Ο Αντώναρος βρίσκεται να έχει κάνει κεφαλοκλείδωμα σε κάποιον ηλικιωμένο για να κάνει χώρο για να περάσει ο λιπόθυμος. Η γυάλινη πόρτα έχει ραγίσει από την οργή κάποιου οπαδού.
Λίγα λεπτά νωρίτερα, ο Κασσελάκης έχει φτάσει στον εξωτερικό χώρο με δύο πολυτελή αυτοκίνητα. Βγήκε, έκανε τρεις βόλτες στον χώρο για να τον πάρουν οι κάμερες, απομακρύνθηκε κάπως βιαστικά από τους εργαζόμενους της Αυγής και του Κόκκινου που τον αποδοκίμασαν με συνθήματα και προσπάθησε να βγάλει όσες περισσότερες εικόνες μπορούσε με κόσμο που τον αποθέωνε. Μετά από σκάρτη μισή ώρα αποχωρεί. Ταυτόχρονα αρχίζει να σπάει και ο συγκεντρωμένος κόσμος. Μερικά τελευταία συνθήματα «αίσχος – αίσχος» ακούγονται. Οι δημοσιογράφοι μένουμε στον χώρο με μεγαλύτερη άπλα.
Αποχωρώντας κανείς από την περιοχή, διασχίζει έναν μακρύ δρόμο, γεμάτο από στριπτιτζάδικα, sex shop και κέντρα νυχτερινής διασκέδασης. Καλοντυμένοι άνθρωποι κατευθύνονται προς τα βραδινά μαγαζιά. Ρωτούν γιατί είναι μαζεμένος τόσος κόσμος εκεί μπροστά. Η απάντηση «είναι το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ» πρέπει να τους ακούγεται αντίστοιχη με το «ήρθαν οι εξωγήινοι». Η πληροφορία ότι ο Στ. Κασσελάκης ανακοινώνει την αποχώρησή του φτάνει με ταχύτητα στα γραφεία των δημοσιογράφων.
Τα φωτάκια με νέον στις ταμπέλες των μπουζουκτσίδικων της Ιεράς Οδού αναβοσβήνουν. Εκεί που στέκονταν οι οπαδοί του Κασσελάκη και εκείνοι των 87 πλέον περπατούν οι θαμώνες των μαγαζιών. Μέσα οι υποψηφιοι μιλάνε σε όσους έμειναν να ακούσουν. Sic transit gloria mundi, καθώς έλεγαν και οι Λατίνοι όταν τελείωνε η εποχή κάποιου Πάπα…
Πηγή: Protagon.gr











