Ευγνωμονώ την Εκκλησία και το Μουσείο της Ακρόπολης
29/07/2009 § Σχολιάστε

Ο τυφλός δεν βλέπει, είναι λογικό, του λείπει η όραση. Ιδιαίτερα σε αυτόν που αντιπροσωπεύει μία θρησκευτική πίστη το πρόβλημα είναι δυσμενέστερο, του λείπει και η ενόραση. Αν άφηναν την ταινία του Γαβρά ως έχει δεν θα μιλούσε σήμερα για το πως καταστράφηκε ο ναός του Παρθενώνα…Δεν θα έκανε- η επαίσχυντη αυτή πράξη της λογοκρισίας – το γύρο του κόσμου σε μερικά λεπτά με εκτενή άρθρα από όλα τα διεθνή πρακτορεία. Δεν έχουν καταλάβει οι της Εκκλησίας ότι με την κάθε λανθασμένη επεμβατική-εκεί-που-δεν-την-σπέρνουν πράξη τους προσφέρουν μία ανεκτίμητη υπηρεσία στην ανθρωπότητα: Την Ενημέρωση.
Δεν θα έβλαπτε να μιμηθούν το παράδειγμά τους οι θρησκευτικοί ταγοί όλων των θρησκειών και των δογμάτων, να πληροφορηθεί επιτέλους ο κόσμος την αλήθεια από την ίδια την Πηγή.
Συνεχίστε αγαπητοί μου έτσι, με τον ίδιο, απαράλλαχτο τρόπο, και· η ανθρωπότητα θα σας ευγνωμονεί εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν!
.
.
Μηντιαλογίες: Λένα Μαντά. Είναι περίεργη ροζ…
26/07/2009 § Σχολιάστε

«Τα Πρόσωπα» από Το Ποντίκι 23.07.09
«Η ζωή είναι σαν το ποτάμι που κυλάει αυτή τη στιγμή μπροστά μας. Εύκολα σε παρασύρει και σε τραβάει όπου εκείνο πηγαίνει. Όπως ένα ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, έτσι κι εσείς, αν σας παρασύρει δεν θα μπορέσετε να γυρίσετε… να προσέχετε πάντα το ποτάμι… Μη σας παρασύρει…».
Κοινοτοπίες σερβιρισμένες λες και πρόκειται για το απαύγασμα της διεθνούς φιλοσοφίας. Έρωτες, μίση, οικογενειακά πάθη που μας έρχονται κατευθείαν από τον κόσμο του Άρλεκιν και των Νόρα, επενδυμένα με την… ψευδαίσθηση της σοβαρής λογοτεχνίας. Η Λένα Μαντά πουλάει μπουγάτσα μεταμφιεσμένη σε μιλφέιγ. Μοσχοπουλάει για την ακρίβεια, γράφοντας ροζ ιστορίες από εκείνες που κάποτε πωλούνταν στα περίπτερα, αλλά τώρα έχουν βρει περίοπτη θέση στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Ο θάνατος της λογοτεχνίας και η αποθέωση της παραλογοτεχνίας; Πάντως οι Έλληνες μπορεί να μην διαβάζουν, όπως αποδεικνύουν, οι έρευνες, αλλά τα μπεστ σέλερ δεν τα αφήνουν από τα χέρια τους…
.
.
.
.
σύντομο ανέκδοτο:«Εκκλησία, άγρυπνος φρουρός Ακρόπολης»
25/07/2009 § Σχολιάστε

Ένα φιλμάκι του Κώστα Γαβρά (συνολικής) διάρκειας δεκατριών μόλις λεπτών – μια αστραπιαία θα έλεγα – ιστορική αναδρομή της Ακρόπολης ανά τους αιώνες. Ο αφηγητής επεξηγεί: «Οι νέες αντιλήψεις για την τέχνη που επικράτησαν κατά την παλαιοχριστιανική εποχή, οδήγησαν στην καταστροφή πολλών έργων τέχνης σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο»- για μερικά δευτερόλεπτα, προβάλλεται μια σκηνή από βυζαντινούς ρασοφόρους να σφυροκοπούν κατακερματίζοντας μέρη του αετώματος του ναού… Αυτό το ελάχιστο, αλλά ιστορικά θεμελιωμένο από ιστορικούς και αρχαιολόγους – σαν πράξη γεγονός, ενόχλησε την Εκκλησία της Ελλάδος που· με τον πολιτισμό και την πραότητα που πάντα διέκρινε τις πράξεις της (εξακριβωμένο), εδώ και πολλούς αιώνες, εγκατεστημένη στο σβέρκο εκατομμυρίων ανθρώπινων συνειδήσεων πάνω στον αγέλαστο θρόνο της – που ζήτησε από το «Υπουργείο Πολιτισμού» (ζητώ συγχώρεση για τα εισαγωγικά) του κ. Σαμαρά να αφαιρέσει τα επίμαχα σημεία (των ρασοφόρων που τεμαχίζουν τον ναό). Το Υπουργείο ταπεινωμένο και υπάκουο, έπραξε το αδιανόητο – για ένα κοσμικό κράτος, μέλος της πολιτισμένης κοινωνίας των εθνών – επέβαλε λογοκρισία στη ταινία του Κώστα Γαβρά με την δικαιολογία ότι ένα ιστορικό μνημείο «πρέπει να ενώνει αντί να διχάζει». Δηλαδή ένα ιστορικό μνημείο διαγράφει την ιστορική του διαδρομή για το καλό μας, στο όνομα της ομοψυχίας του ενδόξου – κατά τα άλλα – έθνους μας. Μένουμε ήσυχοι. Η Ιστορία επιτέλους σιώπησε…
κηφήνες.
.
.
.
.
.
.
Basho και Issa. «Ο κόσμος της Πάχνης»
18/07/2009 § Σχολιάστε
Σαραντατρία χαικού του Μaτσούο Μπασό και του Κομπαγιάσι Ίσσα, απόδοση: Διονύσης Καψάλης
Παρουσίαση
Ο Ματσούο Κινσάκου Μπασό (1644-1694) και ο Γιατάρο Κογιαμπάσι Ίσσα (1763-1827) είναι οι δύο μεγάλοι αναγνωρισμένοι δάσκαλοι του χαϊκού, του κλασικού αυτού ιαπωνικού ποιήματος που συντίθεται με δεκαεπτά συλλαβές μοιρασμένες σε τρεις στίχους.
Ο Μπασό έδωσε στο χαϊκού την περιεκτικότητα, το ηθικό βάθος και την ευγένεια της βουδιστικής του ευλάβειας, σε πυκνές εικόνες όπου η εφήμερη ζωή ανοίγεται ακαριαία στην αιωνιότητα, αποκαθαίροντάς το από την επιπολαιότητα και τη χυδαιότητα των προκατόχων του.
Ο Ίσσα ανανέωσε ριζικά την ποίηση του χαϊκού και της προσέδωσε έναν προσωπικότερο, τρυφερότερο και πιο κοσμικό τόνο από τον μεγάλο πρόδρομό του, επιλέγοντας ως αγαπημένα θέματα τη φτώχεια του και τη μοίρα των πιο απροστάτευτων μικρών ζώων και εντόμων.
Στο ανά χείρας βιβλίο παρουσιάζονται λιγοστά δείγματα των δύο δασκάλων, εικοσιέξι του Μπασό και δεκαεφτά του Ίσσα, χαϊκού που μεταφράστηκαν από τον Διονύση Καψάλη το φθινόπωρο του 1987 (πρώτες δημοσιεύσεις σε δύο εκτός εμπορίου φυλλάδια, της Άγρας και του περιοδικού Πλανόδιον).
Ο Διονύσης Καψάλης εισάγει στην τέχνη του χαϊκού: «Την αταραξία διδάσκει ο Βουδισμός. Αυτήν αποζητάει ο βουδιστής ασκητής, αυτήν και ο ώριμος τεχνίτης του χαϊκού και προς την ίδια πάνω κάτω κατεύθυνση: ένδον. Το ηθικό αυτό αίτημα είναι εξαρχής συνυφασμένο με την τέχνη, την τεχνική και την εικονοποιία ακόμη του χαϊκού. […] Στην τέχνη του χαϊκού, τα πράγματα του κόσμου είναι ακόμη πιο επιτακτικά πράγματα του κόσμου, και η φυσική ιχνογραφία προσεταιρίζεται τον παρατηρητή, το λυρικό «εγώ» της δικής μας ποίησης, σαν ένα ακόμη φυσικό φαινόμενο. Στα χαϊκού, για να θυμηθούμε τον Σολωμό, η μεταφυσική γίνεται φυσική -όχι αντιστρόφως- και η διάρκεια ερωτοτροπεί με το στιγμιαίο παρόν. »
Απόσπασμα
Μπασό
4. Δροσιά: πώς αλλιώς
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου.
9. Χόρτα του θέρους:
ό,τι μένει απ’ τ’ όνειρο
των πολεμιστών.
Ίσσα
4. Από το θάμνο
λαμπροστόλιστη, να την:
η πεταλούδα.
6. Ξαφνική βροχή:
το γυμνό μου άλογο
γυμνός ιππεύω.
Βιογραφικά στοιχεία
Ο Ματσούο Κινσάκου Μπασό γεννήθηκε στο Ουένο της επαρχίας Ίγκα το 1644 και πέθανε στην Οζάκα το 1694. Γόνος οικογένειας σαμουράϊ, αφού εργάστηκε ένα διάστημα ως δάσκαλος καλλιγραφίας, αποτραβήχτηκε μετά, το 1680, σε μια καλύβα στα περίχωρα του Έντο, όπου έζησε ως ερημίτης, με συντροφιά ένα είδος μη καρποφόρας μπανανιάς (basho) που φύτεψε στο κατώφλι του. Θεωρείται δημιουργός του χαϊκού και ο μεγαλύτερος εκπρόσωπός του. Τα ποιήματά του ενσωματώνονται στα περίφημα ταξιδιωτικά του ημερολόγια (περιηγήθηκε στις πιο απόμακρες επαρχίες της χώρας του), όπου συνδυάζονται η αμεσότητα της πεζογραφίας με την υψηλόφρονα ευγένεια του στίχου και τη λεπτότητα της ζωγραφικής (Το στενό μονοπάτι στην άκρη του κόσμου, 1694). Οι μαθητές του συγκέντρωσαν τα ποιήματά του στις «Εφτά συλλογές της σχολής του Μπασό» (1774).
Ο Γιατάρο Κογιαμπάσι Ίσσα γεννήθηκε το 1763 στο μικρό ορεινό χωριό Κασιουαμπάρα της επαρχίας Σινάνο. Πρωτότοκος γιος μιας μέσης αγροτικής οικογένειας, ορφανός από μητέρα στα δύο του, εγκατέλειψε την πατρική στέγη στα δεκατρία για το Έντο. Εκεί, έπειτα από μία δεκατία ααγνωρίζεται δάσκαλος της ποίησης χαϊκάι. Γίνεται επικεφαλής της σχολής Nirokuan, όπου καλλιεργείται μια αναγέννηση του υψηλού ύφους του Μπασό. Συνέγραψε χαϊκού (σώζονται περί τα είκοσι χιλιάδες), πνευματώδη συνεχόμενα στιχουργήματα και πεζογραφήματα. Το ημερολογιακό του έργο Το έτος της ζωής μου (Oraga Haru) είναι από τα σημαντικότερα και πιο συγκινητικά κείμενα του δέκατου ένατου αιώνα. Ο Ίσσα παντρεύτηκε μετά τα πενήντα, αλλά κανένα από τα πολλά παιδιά του δεν πέρασε τη βρεφική ηλικία. Πέθανε το 1827.







