[Έβρος και πατριδοκαπηλία

26/05/2020 § Σχολιάστε

Περι το 1975, σαν ιδιώτης μηχανικός, ανέλαβα να κατασκευάσω μια γέφυρα Μπελεϋ που να συνδέει το Πέταλο του Πέπλου, έκτασης 8.000 στρεμμάτων, ανατολικά του Έβρου, με την δυτικά του ποταμού ελληνική επικράτεια. Τότε εντυπωσιάστηκα από μια άγνωστη για μένα πραγματικότητα. Τα χωράφια Ελλήνων και Τούρκων, ανατολικά του ´Εβρου, βρίσκονταν διπλα διπλα χωρίς κανένας φράχτης να τα χωρίζει. Οι αγρότες ,Έλληνες και Τουρκοι, όργωναν και θέριζαν τα χωράφια τους μοχθώντας, συνεργαζόμενοι και συναναστρεφόμενοι σαν γείτονες που ήταν, παρά τις δύσκολες περιόδους έντασης που βίωσαν οι δυο χώρες. Αυτό συμβαίνει μέχρι σήμερα. Το ίδιο συνέβαινε και στην περιοχή των Ιμιων, μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων ψαράδων. Ώσπου οι σημαίες που σήκωσαν αλόγιστα στην βραχονησίδα κάποιοι «υπερπατριώτες» άνοιξαν τους ασκούς του Αιολου και παρά λιγο οι δυο χώρες να εμπλακούν σε ενα καταστροφικό πόλεμο. Ευτυχώς στον Έβρο επικράτησαν οι ψύχραιμοι και δεν υπήρξε συνέχεια σε μια ένταση που ξεκίνησε από fake news κάποιων τοπικών ιστοσελίδων με φωτογραφίες τουρκικών σημαιών και δήθεν εισβολή Τούρκων στρατιωτών σε ελληνική έκταση. Μεχρι που ο πρέσβης της Τουρκίας μίλησε για ενα τεχνικό ζήτημα εφαρμογής των συντεταγμένων. Το δυσάρεστο είναι ότι εκτος από τους συνήθεις εθνικιστές και πολεμοκάπηλους, πήραν συγκρουσιακή θέση στο επεισόδιο και πολιτικες δυνάμεις που δεν έχουν στο DNA τους την πατριδοκαπηλεία.

[πηγή: ©Γιάννης Λασκαράκης, στο facebook

[νύχτα, ακουμπισμένος στο στηθαίο ενός γεφυριού ·

25/05/2020 § Σχολιάστε

Marguerite Yourcenar για Oscar Wilde

Mια άσκημη νύχτα ο κύριος Wilde, ακουμπισμένος στο στηθαίο του Pont-au-Change, κοίταζε το νερό να κυλάει και αναρωτιότανε αν δεν ήταν καιρός να τελειώσει αυτό το αστείο. Η ζωή, μια αποτυχημένη τραγωδία που κινδυνεύεις να πεθάνεις πριν από την πέμπτη πράξη ή, το χειρότερο, να επιζήσεις. Λοιπόν, «νικημένος, γελοιοποιημένος απ’ το νόμο», όπως το είπε o Verlaine για τον εαυτό του, δεν έπαιρνε άλλωστε κατάκαρδα τα πράγματα, ο κύριος Wilde κοίταζε την μαυρίλα του ουρανού, το σκοτεινό νερό και το γκρίζο στηθαίο, όταν επρόσεξε πως δεν ήταν μόνος. Ένας άντρας αξιολύπητος και κουρασμένος όσο και εκείνος, κοίταζε τον Σηκουάνα. Τι άλλο μπορεί να κάνεις μέσα στη νύχτα ακουμπισμένος στο στηθαίο ενός γεφυριού αν δε σκέφτεσαι την αυτοκτονία;
Ο Wilde συγκινημένος μισοκοίταζε σε αυτό τον σύντροφό της εξουθένωσης. Έπειτα βάζοντας το χέρι στο νόμο του υποτιθέμενου αυτοκτόνου, και μ’ ένα τόνο παρ’ όλ’ αυτά βρετανικό:
― Φτωχέ μου φίλε, είσαι απελπισμένος;
― Εγώ; είπε ο άνθρωπος που γύρισε σαστισμένος. Όχι Κύριε, είμαι Κομμωτής!
Είναι χαρακτηριστικό πόσο ο Wilde, αποκαμωμένος αλλά δανδής ως το τέλος, δεν μπόρεσε να πιστέψει πως η τραγικότητα και η κοινοτοπία θα μπορούσαν να ταιριάζουνε και πως ένας κομμωτής, επίσης, θα ήτανε ένας απελπισμένος.

Marguerite Yourcenar
μτφρ. Άννα Αγγ. Σικελιανού, περιοδικό λέξη, Μάιος 1990.

[με γέμιζε φόβο ·

24/05/2020 § Σχολιάστε

James Joyce, Dubliners, Η αδελφές, απόσπασμα.
Δεν υπήρχε ελπίδα γι ‘αυτόν αυτή τη φορά: ήταν το τρίτο εγκεφαλικό επεισόδιο. Κάθε νύχτα περνούσα απ’ το σπίτι (ήταν εποχή διακοπών) και μελετούσα τη φωτισμένη πλατεία του παραθύρου: και κάθε νύχτα το έβρισκα φωτισμένο με τον ίδιο τρόπο, ελαφρά και ομοιόμορφα. Αν ήταν νεκρός, σκέφτηκα, θα έβλεπα την αντανάκλαση των κεριών στο τυφλό σκοτάδι, γιατί ήξερα ότι δύο κεριά έπρεπε να βρίσκονται τοποθετημένα στη κεφαλή του πτώματος. Μου έλεγε συχνά: «Δεν θα είμαι για πολύ σ’ αυτόν τον κόσμο», και είχα σκεφτεί τα λόγια του αδρανής. Τώρα ήξερα ότι ήταν αλήθεια. Κάθε βράδυ καθώς κοιτούσα το παράθυρο, έλεγα απαλά στον εαυτό μου τη λέξη ‘παράλυση’. Πάντα μου ηχούσε παράξενα αυτή η λέξη, όπως η λέξη ‘γνώμων’ στον Ευκλείδη και η λέξη ‘σιμωνία’ στην Κατήχηση. Αλλά τώρα μου ακουγόταν σαν τ’ όνομα κάποιου κακόβουλου κι’ αμαρτωλού όντος. Με γέμιζε φόβο, και όμως ήθελα να είμαι πιο κοντά σε αυτό, να παρατηρώ το θανατηφόρο του έργο.

*

[απόδοση Στρ. Φουντούλης

[άρχισαν λίγο λίγο ν’ αντηχούν κιθάρες ·

24/05/2020 § Σχολιάστε

Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985)

Πικασσό

εις Παύλον Πικασσό

ο ταυρομάχος τώρα πλέον ζει στην Ελασσόνα
εις τη λιθόστρωτη πλατεία κάτω απ’ τα πλατάνια
κι ο καφφετζής αέναα πηγαινοέρχεται κι ανανεώνει
τον καφφέ στο φλυτζάνι και τον καπνό στον αργελέ του ταυρομάχου
ώς ότου να περάσουνε νοσταλγικά
της μέρας οι ώρες
και συναχτούν πουλιών μυριάδες
μέσ’ στις πυκνές τις φυλλωσιές των πλατανιώνε
όπου σημαίνει πως ο ήλιος δύει

τότε οι συνωμότες ένας ένας γλυστράνε στο σοκάκι
σιωπηλά ως πέφτει η νύχτα και βοηθά τους
απαρατήρητοι να συναχτούν κι αυτοί σαν
τα πουλιά
εκεί που θέλουν
και δακρυά βαρειά κυλούν από τα δόλια τους τα μάτια

και η μητέρα όπου ζητεί ν’ αναχαιτίση τους φασίστες
μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο κει που σιγομιλούν οι συνωμότες
και κρέμονται απ’ το ταβάνι πιπεριές για να στεγνώνουν
με τα ροζιάρικα τα χέρια που τα κοσμούν ροδάρια
βγάζει της λάμπας το γυαλί και την ανάφτει
και τα ροζιάρικα πάλιτα χέρια που τα λερώσαν τα πετρέλαια
ήσυχα ήσυχα τα σφουγγίζει στην ποδιά της

και καθώς είπαμε ότι ποθεί ν’ αναχαιτίση τους φονιάδες
παίρν’ η γριά τη λάμπα απ’ το τραπέζι
κι ανοίγει το παράθυρο με βιάση
κι όξω τεντώνει
―μέσ’ στη νύχτα―
τη χερούκλα που κρατά τη λάμπα

γριά μάνα! της φωνάζουν
πού την πας τη λάμπα;
όμως μέσ’ στα χωράφια της Αβίλας δες σαλέψαν
ύποπτες σκιές μ’ αυτόματα στην αμασκάλη
κι ως από μακρυά εφάνταζε σαν άστρο
το φως που είχε βγαλθή στο παραθύρι
άρχισαν λίγο λίγο ν’ αντηχούν κιθάρες

κι οι γύφτισσες επιάσαν να χορεύουν
με τις ωραίες λαγόνες και τα πολύχρωμα ανεμιζούμενα πλατειά φουστάνια
ενώ απ’ τα θερμά βαμμένα στόματά τους ίδια κραυγές πόνου
εξέφευγαν του τραγουδιού τα λόγια:
«θα σου πω τη μοναξιά μου με το Soleares»

κι οι majos λυσσάγαν πάνω στις κιθάρες
και τα φασιστικά καθάρματα πολυβολούσανε τα πλήθη
κι αυτές με τα μεταξωτά γοβάκια τους
―με τα ψηλά τακούνια―
χάμω ―πάνω στο καρντερίμι― τσαλαπατούσαν την καρδιά μου

τότες εγίνηκε «που να σου φύγη το καφάσι»
σαν ένας ταύρος κοκκινότριχος πετάχτηκε στη μέση
φλόγες καθώς του βγαίνανε απ’ τα ρουθούνια
κι οι μπαντερίλλιες τού βελόνιαζαν οδυνηρά το σβέρκο και την πλάτη

κι άρχισε δω και κει να κουτουλάη
να ξεκοιλιάζη
να λιανίζη σάρκες με τα κέρατά του
ψηλά στον αέρα να τινάζη
όσους χτυπούσε
και να σωριάζωνται βουνό κουφάρια ένα γύρο
αλόγων άνθρωπων
μέσ’ σε ποτάμια αίμα

(το σβέρκο και τη ράχη του οδυνηρά ΚΟΣΜΟΥΣΑΝ μπαντερίλλιες)

κι οι κόρες με τους ωραίους μαστούς ανάσκελα εξαπλωθήκαν χάμω
και μέσ’ στα ωραία μάτια τους δύανε
κι ανατέλλαν
ήλιοι

*

[από τα Ποιήματα, Β´, Ίκαρος, Αθήνα, 1977

στάχτες

  • 15 years blogging -official banner

    agrimologos.com

    ΚΛΙΚ στην εικόνα για τα εξώφυλλα του Αγριμολόγου

    ΚΛΙΚ στην εικόνα, δείτε φωτογραφίες
  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

    Μαζί με 757 ακόμα followers

  • staxtes2003.com

    .

  • ΕΝΑ LIKE ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ…

  • Μεταστοιχεία

  • a

  • Αρχείο

  • Πρόσφατα άρθρα