[συνήθως·

03/12/2016 § Σχολιάστε

melancholy3-12-16b

Ο Καρυωτάκης κι εμείς

02/12/2016 § Σχολιάστε

arb_79-kariotakis

Δεύτερη φοιτητική φωτογραφία του Καρυωτάκη, πιθανόν 1916/1917. [Από το αρχείο του Θ. Γ. Καρυωτάκη]. Πηγή: Γ. Π. Σαββίδης κ.ά., Χρονογραφία Κ. Γ. Καρυωτάκη, ΜΙΕΤ 1989.

Η πολιτική διάσταση του σαρκασμού

Εκτός από την εμμονή με τον Ροΐδη, που έχει αποτυπωθεί ποικιλοτρόπως στις σελίδες της ARB, υπάρχουν και άλλες εμμονές σε αναμονή. Μία από αυτές, ίσως η πιο επείγουσα, είναι ο Καρυωτάκης. Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για εύνοια ή, αν η ενόχληση είναι μεγάλη, για προκατάληψη. Εμείς επιμένουμε στην εμμονή, υπό την έννοια ότι από τον πολιτισμό των νεοελλήνων μάς ενδιαφέρουν πρωτίστως οι εξαιρέσεις ή οι παραφωνίες, εκείνοι δηλαδή οι συγγραφείς και στοχαστές που δεν ακολουθούν το ρεύμα αλλά διαλέγουν το απάτητο μονοπάτι, τη δύσκολη ατραπό· εκείνοι που δεν χαϊδεύουν τους αναγνώστες τους αλλά ανατρέπουν τις στερεότυπες προσδοκίες τους. Δεν είναι πολλοί, και γι’ αυτό έχουν προτεραιότητα στις προτιμήσεις μας. Αναμφίβολα μας ενδιαφέρει η ποιότητα της γραφής και το βάρος του λόγου, παράλληλα όμως μας ενδιαφέρει η δυνατότητα να αξιοποιηθεί το έργο τους για τις σημερινές ανάγκες. Θεωρούμε ότι στις περιπτώσεις αυτές το παρελθόν δεν παραμένει νεκρό στο φιλολογικό μουσείο ή στο εθνικό μαυσωλείο αλλά ενεργοποιείται εκ νέου στις καινούργιες περιστάσεις για να συγκροτήσει τη δύναμη της διαφοράς και της ρήξης στην τέχνη και στη ζωή. Γιατί λοιπόν ο Καρυωτάκης τώρα;
Με την υπόσχεση ότι θα επανέλθουμε (άλλωστε οι εμμονές είναι ισόβιες), η απάντηση στο ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινή. Για την ώρα επομένως, ιδού οι λόγοι που μας ώθησαν να συνδέσουμε το παρελθόν με το παρόν:

α) Ο Καρυωτάκης είναι ένας αιωρούμενος ποιητής. Αιωρούμενος ανάμεσα στη γενιά του Παλαμά/Σικελιανού και στην παρέα που ονομάστηκε γενιά του ’30 (το σωστό θα ήταν «και στον ελληνικό μοντερνισμό»). Μολονότι βρέθηκε στην πιο δύσκολη θέση κατάφερε να γλιτώσει από τον πνιγμό και να εκφέρει έναν λόγο μοναδικό, έναν λόγο δικό του που δεν ταιριάζει με τίποτε άλλο. Η αξία του είναι η μοναδικότητά του. Όπως ήταν αναμενόμενο οι παλαιοί σιώπησαν και οι νεότεροι θορυβήθηκαν. Σιωπή και αμφισβήτηση λειτούργησαν εναντίον του, όμως δεν κατάφεραν τελικά να σβήσουν στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας την εξαίρεση που λέγεται «Καρυωτάκης».
β) Ο Καρυωτάκης δεν εκπροσωπεί κάποια ομαδική κίνηση, ένα ρεύμα τέλος πάντων. Δεν διέθετε υποστηρικτές, διαφημιστές, ούτε καν πρόθυμους φίλους. Πορεύτηκε μόνος του. Στάθηκε όμως τυχερός. Στην εποχή του βρέθηκαν άνθρωποι όπως ο Τέλλος Άγρας και ο Κλέων Παράσχος (κυρίως ο πρώτος), που φάνηκαν γενναιόδωροι και οξυδερκείς, που αναγνώρισαν την αξία του, έστω και αν κάτι τέτοιο μείωνε το δικό τους έργο. Ο Καρυωτάκης είναι ο κατεξοχήν ποιητής του ελληνικού μεσοπολέμου. Σε αυτή τη θέση παραμένει πάντα μοναχικός και αναντικατάστατος.
γ) Ο Καρυωτάκης συνεχίζει να αποτελεί πρόβλημα. Και το όνομα αυτού «καρυωτακισμός». Πολύ μελάνι έχει χυθεί τότε και τώρα για τον όρο. Όποια και αν υπήρξε η επίδραση του ποιητή στην εποχή του δεν είναι αρκετή για τέτοια σαρωτική γενίκευση. Ο «καρυωτακισμός» χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα, το πρόσχημα μιας επιδημίας. Ο απώτερος στόχος, εκ των πραγμάτων και κατά συνεκδοχή, δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Καρυωτάκη. Τυχαία άραγε όσοι κατέφυγαν στον όρο αυτό, για να καταδικάσουν το φαινόμενο, ήταν πρωτεργάτες, σύμμαχοι ή οπαδοί της γενιάς του ’30; Αναρωτιόμαστε: όσοι τα τελευταία χρόνια επανέρχονται στον όρο, γιατί μένουν στα τετριμμένα και δεν μελετούν τις σχέσεις εξουσίας και αντιπαράθεσης στον πολιτισμικό χώρο; Γιατί δεν συμπεριλαμβάνουν στις εκτιμήσεις τους και τους τρόπους διακίνησης και διεκδίκησης του πολιτισμικού κεφαλαίου; Μήπως γιατί εξακολουθούν να είναι ζαλισμένοι από τα θυμιάματα των επιγόνων της κατασκευασμένης γενιάς;
δ) Δεν υποτιμούμε τη λογοτεχνική πλευρά του Καρυωτάκη. Αν δεν είχε πετύχει να μεταφράσει ποιητικά την ιδιαιτερότητά του, αν δεν είχε βρει τον δικό του δρόμο στην τέχνη, δεν θα είχε ξεχωρίσει στην ιστορία της λογοτεχνίας. Θεωρούμε όμως παράλληλα ότι η ποίησή του έχει και κοινωνική διάσταση, υπό την έννοια ότι χρησιμοποιεί ως αντίδοτο στην ελεγειακή θεώρηση της ύπαρξης τη σαρκαστική αμφισβήτηση καθιερωμένων εκδοχών της ατομικής και της συλλογικής ταυτότητας. Ο σαρκασμός του Καρυωτάκη, ως αντίρροπη δύναμη, συγκρατεί τον υπαρξιακό του μηδενισμό. Αυτό που ο ίδιος ονόμασε «σάτιρες» δεν είναι παρά ένας σκληρός καθρέφτης μέσα στον οποίο το «εγώ» και το «εμείς» κρίνονται και δοκιμάζονται. Ο Καρυωτάκης αποφεύγει το κοινωνικό κήρυγμα γιατί η ποίησή του αποφεύγει την απλοϊκή στράτευση. Αν η κοινωνική του κριτική δεν έχει χάσει τη ζωτικότητά της, είναι γιατί κατάφερε να την ασκήσει ποιητικά αναμιγνύοντας ιδιοφυώς την απαισιοδοξία με τον σαρκασμό.
ε) Ο Καρυωτάκης είναι πολιτικός ποιητής. Όχι με την έννοια της ιδεολογίας και της στράτευσης, αλλά με την έννοια της αντισυμβατικής τέχνης. Αυτό μας συνδέει κατά κύριο λόγο μαζί του. Το έργο του μπορεί ακόμη να λειτουργήσει σαν καθρέφτης αυτοκριτικής και αυτογνωσίας. Ίσως να είναι ο πιο αναγκαίος ποιητής στην Ελλάδα της παρούσας κρίσης, γιατί δεν παρηγορεί και δεν κολακεύει, αλλά σαρκάζει μελαγχολικά την κατάρρευση μιας κοινωνίας που αποφεύγει συστηματικά να αναμετρηθεί με τις ψευδαισθήσεις της. Ο μαστροπός λαός και αι μάζαι, με ιδιοτελή καρδίαν και παρειάν αναίσθητον εις τους κολάφους δεν είναι μόνο μια, ποιητική αδεία, ρητορική υπερβολή, η οποία αναδεικνύει παράλληλα και το χάσμα που βιώνει ο ποιητής στη σχέση του με την ελληνική κοινωνία, αλλά και μια πολιτική θέση που εξακολουθεί να είναι επίκαιρη, γιατί θέτει το δύσκολο ερώτημα της συλλογικής ευθύνης χωρίς να εξιδανικεύει το «εμείς» και να ηρωοποιεί το «εγώ».

Ως εκ τούτου ο τίτλος «εμείς και ο Καρυωτάκης» υποδεικνύει μια σχέση που πρέπει να οικοδομηθεί εκ νέου, μακριά από τον κονιορτό του λογιοτατισμού και τις σειρήνες του λυρικού συναισθηματισμού, και να προβληθεί στην οθόνη της πολιτικής κρίσης.
Η επιμέλεια του αφιερώματος είναι του Δημήτρη Δημηρούλη, τον οποίο ευχαριστούμε και από τη θέση αυτή.

art-separator

Θερμές ευχαριστίες στην © The Athens Review of Books, τεύχος 79 -Δεκέμβριος 2016

plaisir: 나윤선(Youn Sun Nah)

01/12/2016 § Σχολιάστε

Σύντομο σεμινάριο προς στομφώδεις Έλληνες τραγουδοποιούς από ΝοτιοΚορεάτικο βελούδο…

plaisir1-12-16

Youn Sun Nah

nTBBo7b8c

De l’album «Lento»

Les musiciens :
Youn Sun Nah / voix
Ulf Wakenius / guitares
Lars Danielsson / contrebasse & violoncelle
Vincent Peirani / accordéon
Xavier Desandre-Navarre / percussion

Les titres :
01 Lento (Alexander Scriabin / Youn Sun Nah) 3:05
02 Lament (Youn Sun Nah) 3:40
03 Hurt (Nine Inch Nails) 5:23
04 Empty Dream (Vincent Peirani / Youn Sun Nah) 4:21
05 Momento Magico (Ulf Wakenius) 5:33
06 Soundless Bye (Youn Sun Nah) 3:44
07 Full Circle (Vincent Peirani / Youn Sun Nah) 3:36
08 Ghost Riders In The Sky (Stan Jones) 4:58
09 Waiting (Lars Danielsson / Cæcilie Norby) 3:31
10 Arirang (Korean traditional) 4:25
11 New Dawn (Youn Sun Nah) 3:41

Produit par Youn Sun Nah & Axel Matignon
Producteur exécutif : Jae Jin In

link

Κλείνοντας εισιτήρια Aegean από εδώ, ενισχύετε τις Στάχτες

η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός

30/11/2016 § Σχολιάστε

15.

bardem-before-the-night

Ο Javier Bardem στο ρόλο του Reinaldo Arenas, στη ταινία Before the Night Falls

Στον Κουβανό ποιητή Ρεϊνάλντο Αρένας
Του συγγραφέα ©Αντώνη Νικολή

art-separator

Οι μαρτυρίες
Αν ξέραμε τι σημαίνουν ανθρώπινα δικαιώματα, τι διάκριση εξουσιών, τι συνταγματικό πολίτευμα, δε θα χρειαζόμαστε τις μαρτυρίες από τα κολαστήρια της μιας ή της άλλης ιδεοληψίας. Βέβαια, οι Έλληνες, ας μη μας διαφεύγει και αυτό, περισσότερο από ιδεοληπτικοί είμαστε πονηροί. Προτιμούμε να υπάρχει ένα κάποιο αντίπαλο δέος στην πραγματικότητά μας, οι ποικίλοι κομμουνισμοί ας πούμε, προκειμένου να εκβιάζουμε το γκουβέρνο για αργομισθίες, για λογής παροχές, κυρίως για να μας χρησιμεύει ως όπλο στον υπέρ πάντων αγώνα μας, στο πώς θα διατηρήσουμε δηλαδή το παράσιτο τεράστιο κράτος κατά το δυνατόν αλώβητο. Τάχα αγνοούμε ότι ο Ραούλ Κάστρο, ακριβώς ελλείψει συντάγματος, ελευθεριών, δικαιωμάτων, απέλυσε μισό εκατομμύριο δημόσιους υπαλλήλους με αποζημίωση το… σοσιαλιστικό μισθό ενός μήνα μόνο, ήτοι περί τα δεκαπέντε δολάρια (με τις τιμές των αγαθών, όταν υπάρχουν, περίπου ίδιες με απέναντι στο Μαϊάμι), και δεν άνοιξε ρουθούνι, δεν ακούστηκε κιχ –επιτρέψτε μου τις δύο στερεότυπες φράσεις.

Έκαμα το ξενύχτι μου στον μακάρι αλήστου μνήμης δικτάτορα Φιντέλ Κάστρο ξαναδιαβάζοντας τη συνταρακτική αυτοβιογραφία του Κουβανού ποιητή Ρεϊνάλντο Αρένας «Πριν πέσει η νύχτα». Στις τετρακόσιες τόσες σελίδες προσπέρασα πολύ λίγα στιγμιότυπα δίχως την πνιγηρή ασφυξία που προκαλούν οι συνθήκες ακραίας έλλειψης σεβασμού προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Σταχυολόγησα τέσσερα ενδεικτικά αποσπάσματα, όμως ειλικρινά όχι τα σκληρότερα.

(Σελ. 191-192) Κοιμηθήκαμε στο πάρκο και τη νύχτα, φυσικά, μας συνέλαβε η αστυνομία. Εγώ φοβόμουν για το χειρόγραφο, αλλά αυτό επιβίωσε, ευτυχώς. Ήταν πολύ δύσκολο να βγάλεις αντίγραφα στην Κούβα, όπου δεν υπήρχαν φωτοτυπικά. Τώρα πλέον δε μου είχαν απομείνει φίλοι έμπιστοι για να μου το φυλάξουν, γιατί κι αυτοί που υπήρχαν ζούσαν σε μια κατάσταση τέτοιας αβεβαιότητας και ανασφάλειας που δεν μπορούσαν να το κρατήσουν, τους ήταν δυσβάσταχτο βάρος.

Πήρα όλα εκείνα τα χαρτιά και τα τύλιξα σε μαύρο νάιλον, το οποίο έκλεβα, όταν πήγαινα να φυτέψω δενδρύλλια καφέ στα περίχωρα της Αβάνας, σε αυτό που τότε ονομάστηκε η Περιμετρική της Αβάνας∙ μια από τις παραληρηματικές ιδέες του Κάστρο, που συνίστατο στο να φυτέψει σε όλα τα περίχωρα της Αβάνας καφέ, μετατρέποντας την πρωτεύουσα σε ένα είδος φυτείας καφέ. Κανένα από αυτά τα δέντρα δεν έδωσε μήτε έναν κόκκο καφέ και χάθηκαν εκατομμύρια πέσος, εκτός από τον κόπο χιλιάδων εργατών, που θυσίασαν τα Σαββατοκύριακά τους για να πάνε να ανοίξουν τους λάκκους και να φυτέψουν τα δέντρα. Η μόνη χρησιμότητα που είχε για μένα η Περιμετρική της Αβάνας ήταν το να πάρω στην κατοχή μου ορισμένες πλαστικές σακούλες, που με εξυπηρέτησαν για να τυλίξω το χειρόγραφό μου και να το κρύψω κάτω από τη στέγη της Ορφελίνα Φουέντες, όπου εγώ τότε έμενα. Κάποια μέρα (σκεφτόμουν), όταν θα παρουσιαζόταν η ευκαιρία, θα έβγαζα τα χειρόγραφα εκτός Κούβας. Σήκωσα τα κεραμίδια της σκεπής και έκρυψα εκεί το μυθιστόρημά μου. 

(Σελ. 223-224) Την πιο σκληρή πράξη της η θεία μου δεν τη διέπραξε εναντίον μου, αλλά εις βάρος μιας ηλικιωμένης γειτόνισσάς της. Εκείνη η κυρία είχε όλα της τα παιδιά στο εξωτερικό κι είχε μείνει μόνη στο σπίτι με την καθυστερημένη κόρη της. Η θεία μου, που ήταν πρόεδρος της Επιτροπής Άμυνας, και όπως μου είπε η ίδια, υψηλός πληροφοριοδότης της κουβανικής Ασφάλειας, υποσχέθηκε σε κείνη την κυρία ότι θα έλυνε το θέμα της αναχώρησής της από τη χώρα, αρκεί εκείνη να της έδινε τα έπιπλά της. Το σπίτι της γυναίκας άδειασε εντελώς. Εκείνη ήταν η μητέρα του Αλφόνσο Αρτίμε, ο οποίος υπήρξε διάσημος πολιτικός κρατούμενος. Η κυβέρνηση πίστευε πως ο Αρτίμε θα γύριζε κάποτε, από τη θάλασσα, για να δει τη μάνα του κρυφά και ήθελε να τον συλλάβει∙ γι’ αυτό το λόγο ποτέ δε θα άφηναν εκείνη τη δύστυχη γυναίκα να αναχωρήσει. Και η θεία μου, ενώ υποσχόταν σε κείνη τη γριούλα πως θα τη βοηθούσε να φύγει, έκανε τρομερές αναφορές γι’ αυτήν στην Κρατική Ασφάλεια, για να μην την αφήσουν ποτέ να φύγει. Η κυρία πέθανε στην Κούβα, σ’ ένα εντελώς άδειο σπίτι∙ όλα της τα έπιπλα είχαν μεταφερθεί στην έπαυλη της θείας μου.

Εγώ δεν είχα να φοβάμαι μόνο την αστυνομία, αλλά και την επιτήρηση της θείας μου, που αποδεικνυόταν για μένα πολύ πιο επικίνδυνη. Με αυτό τον τρόπο, στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων που έμεινα σ’ εκείνο το σπίτι, οτιδήποτε έγραφα κατά τη διάρκεια της μέρας έπρεπε να τρέξω την ίδια κιόλας στιγμή να το κρύψω στη στέγη.

(Σελ. 270-272) Η ζέστη και η μπόχα ήταν αφόρητες. Το να πας στο αποχωρητήριο ήταν μια Οδύσσεια∙ εκείνο το αποχωρητήριο δεν ήταν παρά μία οπή όπου αποπατούσαν οι πάντες∙ ήταν αδύνατον να φτάσεις εκεί χωρίς να γεμίσουν τα πόδια σου και οι αστράγαλοι σκατά, κι έπειτα δεν υπήρχε νερό για να πλυθείς. Δύστυχο κορμί∙ η ψυχή δεν μπορούσε να κάνει το παραμικρό υπό αυτές τις περιστάσεις.

Εξάλλου, εκείνη η φυλακή ήταν το απόγειο του θορύβου∙ θαρρείς κι όλοι οι θόρυβοι που με καταδίωκαν σ’ όλη μου τη ζωή συγκεντρώθηκαν σε κείνο μόνο το μέρος, και εγώ ήμουν υποχρεωμένος να τους ακούω εξαιτίας ακριβώς της κατάστασής μου ως κρατουμένου: επειδή δεν μπορούσα να δραπετεύσω.

Μπήκα στο Μόρο περιβεβλημένος τις πιο σκοτεινές φήμες και, αν μη τι άλλο, αυτό ήταν που μου επέτρεψε και να παραμείνω ζωντανός, εν μέσω όλων αυτών των δολοφόνων που υπήρχαν εκεί. Με σκοπό να με συλλάβουν, οι κουβανικές αρχές εξαπέλυσαν ολόκληρη εκστρατεία εναντίον μου, στην οποία όμως δεν εμφανιζόμουν ως πολιτικός κρατούμενος ή συγγραφέας, αλλά ως ένας κοινός εγκληματίας που βίασε διάφορες γυναίκες και σκότωσε μια γριούλα. Έτσι, η φωτογραφία μου βρισκόταν σε όλα τα αστυνομικά τμήματα και στα διάφορα κτίρια, με όλε ς αυτές τις κατηγορίες. Οπότε, όταν μπήκα στο Μόρο, πολλοί κρατούμενοι με αναγνώρισαν ως βιαστή, δολοφόνο και πράκτορα της CIA∙ όλο αυτό με περιέβαλε με ένα φωτοστέφανο και με κάποιο σεβασμό, ανάμεσα στους ίδιους τους φονιάδες.

Με αυτό τον τρόπο, μόνο το πρώτο βράδυ κοιμήθηκα στο πάτωμα, σε κείνον το θάλαμο νούμερο επτά, όπου με κρατούσαν, και που δεν ήταν βεβαίως για ομοφυλόφιλους, αλλά για κρατούμενους οι οποίοι είχαν διαπράξει διάφορα αδικήματα. Οι ομοφυλόφιλοι καταλάμβαναν τις δύο χειρότερες πτέρυγες στο Μόρο∙ ήταν κάτι πτέρυγες ημιυπόγειες, στο ισόγειο, που γέμιζαν νερό όταν ανέβαινε η παλίρροια∙ ήταν ένα μέρος ασφυκτικό, χωρίς ούτε ένα αποχωρητήριο. Τους ομοφυλόφιλους δεν τους μεταχειρίζονταν ως ανθρώπινα πλάσματα αλλά ως κτήνη. Ήταν οι τελευταίοι που έβγαιναν για φαγητό και γι’ αυτό τους βλέπαμε να περνούν∙ για οποιοδήποτε ασήμαντο πράγμα έκαναν, τους χτυπούσαν σκληρά. Οι πολιτοφύλακες που τους επιτηρούσαν και οι οποίοι τους εξανάγκαζαν να τους αποκαλούν «συντρόφους» ήταν τιμωρημένοι φαντάροι, που με κάποιο τρόπο έπρεπε να ξεσπάσουν την οργή τους και το έκαναν πάνω στους ομοφυλόφιλους. Φυσικά, κανείς εκεί δεν τους αποκαλούσε ομοφυλόφιλους, αλλά πουσταράδες ή, στην καλύτερη περίπτωση, αδερφές. Εκείνος ο θάλαμος με τις αδερφές ήταν, πραγματικά, ο τελευταίος κύκλος της κόλασης.

(Σελ. 311-312) Θυμάμαι ένα νεαρό νέγρο, που φώναζε στο προαύλιο της φυλακής επί μία βδομάδα: «Κάτω ο Φιδέλ Κάστρο, Φιδέλ Κάστρο δολοφόνε, πουτανόσπερμα, προδότη». Έρχονταν οι φύλακες και τον πλάκωναν στις κλοτσιές και στα χαστούκια. Τον είχαν δεμένο, αλλά εξακολουθούσε να ωρύεται κατά του Φιδέλ Κάστρο, ένα ολόκληρο κατεβατό από απίστευτες βρισιές και χυδαιότητες, με αυτό το τυπικό μίσος των Κουβανών, που αρχίζουν σούρνοντας τα εξ αμάξης για τη μάνα σου και σταματάνε αποκαλώντας πούστη όποιον τα βάλει μαζί τους. Ποτέ δεν ξαναείδα κάποιον τόσο πολύ έξαλλο εναντίον του δικτάτορα. Οι στρατιώτες δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν από το να τον χτυπάνε.

Μια βδομάδα έκανε η Ασφάλεια του Κράτους να αποφασίσει τι θα έκανε με κείνον τον νέγρο μέχρι που τον έδεσαν σε ένα φορείο, του έβαλαν και μια ένεση, είπαν πως είναι τρελός και τον πήγαν σε ένα τρελοκομείο. Ναι, η τόλμη είναι μια τρέλα, γεμάτη όμως μεγαλείο.

art-separator

(Ρεϊνάλντο Αρένας «Πριν πέσει η νύχτα», αυτοβιογραφία, μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, σελ. 452, Αθήνα 2001)

art-separator

Διαβάστε όλα: [τα όνειρα καπνός]

nTBBo7b8c

Κλείνοντας εισιτήρια Aegean από εδώ, ενισχύετε τις Στάχτες

  • Μεταστοιχεία

  • 11 years blogging -official banner

    agrimologos.com
  • 2stratos.com

    .

    .

    staxtes.com

    .

    lulu.com

    .

  • ΕΝΑ LIKE ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ…

  • a

  • Αρχείο

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

    Μαζί με 708 ακόμα followers

  • RSS Στάχτες

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.