plaisir: Simone

22/09/2016 § Σχολιάστε

Simone Weil, 1909-1943

simone-weil22-9-16

«Αν δεν μπορούν να βρεθούν για το σκοπό αυτό άνθρωποι που ν’ αγαπούν την αλήθεια«.

Η ανάγκη αλήθειας είναι ιερότερη οποιασδήποτε άλλης. Κι όμως δεν αναφέρεται ποτέ. Φοβόμαστε να διαβάσουμε, όταν αντιλαμβανόμαστε καμιά φορά πόσο πολλά και τεράστια ψεύδη εκτίθενται χωρίς αιδώ, ακόμα και στα βιβλία των πιο διάσημων συγγραφέων. Διαβάζουμε λοιπόν, όπως θα πίναμε το αμφιβόλου ποιότητας νερό ενός πηγαδιού.

Υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται οχτώ ώρες την ημέρα και καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια να διαβάσουν το βράδυ για να μορφωθούν. Δεν μπορούν να καταγίνονται με επαληθεύσεις στις μεγάλες βιβλιοθήκες. Έτσι πιστεύουν τυφλά σε ό,τι λέει το βιβλίο. Κανείς δεν έχει λοιπόν το δικαίωμα να τους δίνει ψέματα για τροφή. Τι νόημα έχει να επικαλείται κανείς την καλή πίστη των συγγραφέων; Αυτοί δεν εργάζονται σωματικά οχτώ ώρες την ημέρα. Η κοινωνία τους τρέφει για να έχουν την ευχέρεια και να κάνουν τον κόπο να αποφεύγουν τα λάθη. Έναν ελεγκτή που γίνεται αίτιος ενός εκτροχιασμού, δε θα τον έβλεπαν με καλό μάτι αν έκανε επίκληση της καλής του πίστης.

Κατά μείζονα λόγο είναι επονείδιστο να ανεχόμαστε την ύπαρξη εφημερίδων για τις οποίες όλοι γνωρίζουν ότι κανένας συνεργάτης τους δε θα μπορούσε να παραμείνει στη θέση του αν δε δεχόταν να παραποιεί ορισμένες φορές εν γνώσει του την αλήθεια.

Το κοινό δεν έχει εμπιστοσύνη στις εφημερίδες, αλλά η δυσπιστία του δεν το προστατεύει. Γνωρίζοντας σε γενικές γραμμές ότι μια εφημερίδα περιέχει αλήθειες και ψέματα, κατανέμει τις πληροφορίες που παρέχονται στις δύο αυτές κατηγορίες τυχαία, ανάλογα με τις προτιμήσεις του. Έτσι όμως οδηγείται σε λάθη.

Όλοι γνωρίζουν ότι, όταν η δημοσιογραφία ταυτίζεται με το οργανωμένο ψεύδος, αποτελεί έγκλημα. Αλλά πιστεύουν ότι πρόκειται για ένα έγκλημα το οποίο δε χρήζει τιμωρίας. Τι μπορεί να εμποδίζει την τιμωρία μιας δραστηριότητας άπαξ και έχει αναγνωριστεί ως εγκληματική; Από πού μπορεί να προέρχεται αυτή η περίεργη άποψη των μη κολάσιμων εγκλημάτων; Πρόκειται για μία από τις πιο τερατώδεις παραμορφώσεις των νομικών κανόνων.

Μήπως είναι καιρός να αναγνωρίσουμε ότι οποιοδήποτε προφανές έγκλημα είναι κολάσιμο, και ότι είμαστε αποφασισμένοι, όταν παρουσιαστεί η ευκαιρία, να τιμωρούμε όλα τα εγκλήματα; […]

Σ’ αυτό το σύστημα, θα επιτρεπόταν σε όποιον εντοπίζει ένα λάθος που θα μπορούσε να αποφευχθεί σ’ ένα δημοσιευμένο κείμενο ή σε μια ραδιοφωνική εκπομπή, να προσφύγει στα δικαστήρια. […]

Ποιος όμως εγγυάται την αμεροληψία των δικαστών; θα αντιτάξουν κάποιοι. Η μόνη εγγύηση, εκτός από την πλήρη ανεξαρτησία τους, είναι να προέρχονται από πολύ διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, να είναι εκ φύσεως προικισμένοι με ευρύτητα αντίληψης, διαυγή και σαφή, και να είναι καταρτισμένοι σε μία σχολή όπου θα λαμβάνουν μία παιδεία όχι νομική, αλλά πριν απ’ όλα πνευματική, και δευτερευόντως διανοητική. Πρέπει να συνηθίσουν να αγαπούν την αλήθεια.

Δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να ικανοποιηθεί η ανάγκη για αλήθεια ενός λαού, αν δεν μπορούν να βρεθούν για το σκοπό αυτό άνθρωποι που ν’ αγαπούν την αλήθεια.

SIMONE WEIL: ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΡΙΖΕΣ, εκδόσεις Κέδρος, μετάφραση Μαρία Μαλαφέκα via Politeianet.gr

‘στορίες

21/09/2016 § Σχολιάστε

10.

velada21-9-16

Βελάδα: Ανδρικόν πολιτικόν ένδυμα, φερόμενον εις εορτάς, χορούς, επισήμους δεξιώσεις κλπ., το άλλως ονομαζόμενον φράκο ή ρεδιγκόταν. Κωμικός λαϊκός τύπος λίαν προσφιλής είναι «ο πολιτικός, ο γιατρός και ο δάσκαλος με τη βελάδα» και εις τούτον συχναί είναι οι μεταμφιέσεις κατά τας αποκρέω.

Βελάδα και ημίψηλο σαν αυτά που περιγράφουν ο Μπαλζάκ και ο Ντοστογέφσκι, αυτά που φορούν οι ταπεινοί δημόσιοι υπάλληλοι με βαθμό Γραφέα Β’ των μυθιστορημάτων τους: τριμμένα από τον χρόνο, να γυαλίζουν από το συνεχές βούρτσισμα, που τοποθετούνται προσεκτικά στον «καλόγερο» όταν μπαίνουμε στο κρύο σπίτι. Ειδικά η βελάδα στη δουλειά προφυλάγεται με «μανίκια», σωλήνες από μαύρο ύφασμα με λάστιχα στις άκρες που προσαρμόζονται στα μανίκια της βελάδας για να μη φθείρονται από τη συνεχή επαφή με το γραφείο και να μην πιτσιλίζονται από το μελάνι. [1]

Από τη βελάδα, ευτυχώς η κοινωνική εξέλιξη, μας έχει απαλλάξει. Το τέλος της είναι οριστικό.

Παλιό το φαινόμενο του «Τέλους», γενικώς.  Αν θυμάστε το σύνθημα «τέλος στον κινηματογράφο του μπαμπά» της Νουβέλ Βαγκ με τις αλυσιδωτές αντιδράσεις και οι τομές ή «Η τομή» και τα κίνητρά της στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 και ΄60 του 20ου αι. Δεν πήγαν περίπατο όλα αυτά, κάτι ανανεώθηκε, κάτι δημιουργήθηκε το οποίο θυμόμαστε με σχετική (για τους παλιότερους) νοσταλγία από έργα των Τρυφώ, Γκοντάρ, Ρομέρ, Σαμπρόλ κ.α. Όμως το απροσδόκητο ήταν η όλη διαδικασία που οδηγούσε σε αδιέξοδο διότι παράλειψαν οι πρωταγωνιστές της –δεν ήταν δουλειά τους- αλλά έχει σημασία ότι· κάποιες αντινομίες της τέχνης του συγκεκριμένου είδους, στην περίπτωσή μας, ο κινηματογράφος που παρουσιάζεται ως να δείχνει το τέλος του εαυτού του και που αφορά τον ίδιο… Όμως η κοινωνία καταλυτικά παρουσιάζει τις αντιφάσεις του αιώνα που τον γέννησε· και αυτό, δεν γίνεται να αφορά μόνο το συγκεκριμένο είδος (κινηματογράφο), αλλά την τέχνη γενικότερα που ήδη·  το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, μέσω κυρίως των πλαστικών τεχνών (ζωγραφική)· είχε εξαπολύσει την «κατάλυση της καλλιτεχνικής γλώσσας» και το γενικό σμπαράλιασμα «των πλαστικών μορφών».

Όλα αυτά πέρασαν πια, στην ιστορία. Όμως «το Τέλος» επανέρχεται για να ξανασβήσει και· αχνογελά κανείς, ενίοτε και ειρωνικά, με τα διάφορα προαναγγελθέντα των  διάφορων Φουκουγιάμα περί του τέλους της Ιστορίας,

Παλιά, μάλλον αρχαία πλέον, τα φαινόμενα του «Τέλους». Θυμίζουν το μελάνι που ξοδεύτηκε (άδικα ή μη –όπως το βλέπει κανείς) για θεωρίες τέλους ή και καταστροφής ή τα «οριστικά» μανιφέστα στη φιλοσοφία αλλά και στην τέχνη, των Μαρξ, Μπρετόν, Κορμπυζιέ κ.α., έως και στα άλλα «οριστικά» ερωτήματα, του «γιατί να γράφουμε».

Ναι, «γιατί να γράφουμε»· αφού ( μετά το «αφού» οι… στοχασμοί ξετυλίγονται και μας λιγώνουν από την ατέλειωτη βιβλιογραφία που πλαισιώνονται)

*

[1] goo.gl/RMpO4C

*

[διαβάστε όλες τις ‘στορίες]

«τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες· το άσπρο χαρτί»

20/09/2016 § Σχολιάστε

Γιώργος Σεφέρης, Σμύρνη 1900 –πέθανε σαν σήμερα, ξημερώματα της 20ης Σεπτεμβρίου του 1971…

seferis20-9-16

Θερινό Ηλιοστάσι, H΄

T’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.

T’ άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ’ αρέσει·
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.
Mπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο τ’ αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω
εκεί που ξεκίνησες.

Tαξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού –
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο·
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.

Zωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.

Edward Albee

17/09/2016 § Σχολιάστε

photo: dramatistsguild.com

photo: dramatistsguild.com

Edward Franklin Albee III (pronounced: awl-bee; March 12, 1928 – September 16, 2016)

Πέθανε ο βραβευμένος με Πούλιτζερ συγγραφέας…

Ο Έντουαρντ Άλμπι, που θεωρείτo ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς της εποχής του, έλαβε τρεις φορές το βραβείο Πούλιτζερ. Το διάσημο έργο του «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» (1962) είχε επιλεγεί για το περίφημο βραβείο το 1963 αλλά δεν το κέρδισε.

Πέθανε χθες σε ηλικία 88 ετών ο αμερικανός δραματουργός Έντουαρντ Άλμπι, συγγραφέας του διάσημου θεατρικού έργου «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;»  στο σπίτι του στο Μoντόκ, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, σύμφωνα με αμερικανικά ΜΜΕ.

Σύμφωνα με δηλώσεις του βοηθού του Τζέικομπ Χόλντερ, στους Νew York Times, πέθανε έπειτα από σύντομη ασθένεια.

Ο Έντουαρντ Άλμπι, που θεωρείτo ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς της εποχής του, έλαβε τρεις φορές το βραβείο Πούλιτζερ. Το διάσημο έργο του «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» (1962) είχε επιλεγεί για το περίφημο βραβείο το 1963 αλλά δεν το κέρδισε.

Κάτω από αυτό τον αινιγματικό τίτλο κρύβεται ένα παιχνίδι αλληλοκατηγοριών, ένας μυθικός καβγάς μεταξύ συζύγων, που ενσάρκωσαν στη μεγάλη οθόνη το 1966 το ζευγάρι Ελίζαμπεθ Τέιλορ/ Ρίτσαρντ Μπάρτον.

Το έργο, που παίχτηκε επί 15 συναπτούς μήνες στο Μπρόντγουεϊ και χάρισε στην Ελίζαμπεθ Τέιλορ το βραβείο Όσκαρ στην κινηματογραφική εκδοχή του, είναι ταυτόχρονα ένα βιτριολικό πορτρέτο της αμερικανικής κοινωνίας και των ιερών αμερικανικών αξιών της επιτυχίας, και μια καταβύθιση στην κόλαση του ζευγαριού.

Ο Έντουαρντ Άλμπι έλαβε το βραβείο Πούλιτζερ για το «Ευαίσθητη ισορροπία» (1967), «Με θέα τη θάλασσα» (1975) και «Τρεις ψηλές γυναίκες» (1994). Ξεκίνησε τη θεατρική σταδιοδρομία του σε ηλικία 30 ετών με την «Ιστορία του ζωολογικού κήπου» (1958)

Πηγή

***

REVIEWS OF EDWARD ALBEE’S PLAYS

Επιλογή έργων του: The Zoo Story (1958); The American Dream (1960); Who’s Afraid of Virginia Woolf? (1961); Tiny Alice (1964); A Delicate Balance (1966); All Over (1971); Seascape (1974);The Lady From Dubuque (1977), The Man Who Had Three Arms (1981), Finding the Sun(1982); Marriage Play (1986), Three Tall Women (1991); Fragments (1993); The Lorca Play(1995); The Play About the Baby (1997); The Goat or Who Is Sylvia? (2002); Occupant (2001);Peter and Jerry: (ACT 1, Homelife. ACT 2, The Zoo Story.) (2004); and Me, Myself and I (2008).