[plaisir: το χιούμορ απογειώνει ·

16/10/2019 § Σχολιάστε

©Δημήτρης Χαντζόπουλος, Καθημερινή 15.10.2019

Advertisements

[Harold Bloom (1930 -14.10.2019) ·

15/10/2019 § Σχολιάστε

In Memoriam

Κλίναμεν
ή Ποιητική παρατύπωση

Ο Σέλλεϋ ισχυρίστηκε ότι οι ποιητές όλων των εποχών έλαβαν μέρος στη συγγραφή ενός Μεγάλου Ποιήματος αενάως εν εξελίξει. Ο Μπόρχες σημειώνει ότι οι ποιητές δημιουργούν τους προδρόμους τους…[…] Αλλά οι ποιητές, ή τουλάχιστον οι ισχυρότεροι ανάμεσά τους, δεν διαβάζουν όπως διαβάζουν ακόμη και οι ισχυρότεροι κριτικοί. Οι ποιητές δεν είναι ούτε ιδεώδεις ούτε κοινοί αναγνώστες, μήτε του Άρνολντ μαθητές μήτε του Τζόνσον. Όταν διαβάζουν δεν σκέφτονται: «Τούτο είναι ζωντανό, το άλλο είναι νεκρό, στην ποίηση του Χ.» Οι ποιητές, όταν έχουν πια γίνει ισχυροί, δεν διαβάζουν την ποίηση του Χ, γιατί στην πραγματικότητα οι ισχυροί ποιητές μπορούν να διαβάζουν μόνο τον εαυτό τους. Γι’ αυτούς το να είσαι δίκαιος ισοδυναμεί με αδυναμία και να το συγκρίνεις, με ακρίβεια και αμεροληψία, σημαίνει ότι δεν είσαι εκλεκτός. Ο Σατανάς του Μίλτον, αρχέτυπο του μοντέρνου ποιητή στην πιο ισχυρή του μορφή, γίνεται αδύναμος, όταν σκέφτεται και συγκρίνει, πάνω στο Όρος Νιφάτης, κι έτσι αρχίζει εκείνη τη διαδικασία πτώσης που κορυφώνεται στον Ξανακερδισμένο Παράδεισο*, τελειώνοντας σαν αρχέτυπο του μοντέρνου κριτικού στην ασθενή του μορφή.

*

(*)John Milton, Paradise Regained (1671).

*

«Ο Μπλουμ δεν θέλησε απλώς να προτείνει μια ερμηνεία του ποιητικού φαινομένου αλλά να οργανώσει ένα ερμηνευτικό σύστημα που η καθολικότητά του να διαθέτει την εγκυρότητα και την αυτοτέλεια ενός θρησκευτικού ποιήματος ή (που είναι το ίδιο πράγμα) μιας θρησκευτικής αίρεσης. Συνδύασε λοιπόν εύστοχα ανόμοιες θεωρητικές προσεγγίσεις και συγχρόνισε με αξιοθαύμαστη μαεστρία σκοτεινές κοσμολογίες και αντίθετες μεθοδολογίες, με απώτερο στόχο την ανάδυση μιας «πρακτικής κριτικής» που να διαθέτει τη γοητεία του μοναδικού και τη δύναμη του διαφορετικού.» (Από την Εισαγωγή του Δ. Δημηρούλη).

«Ο Μπλουμ αψήφησε τις ορθοδοξίες που κυριαρχούν σε αυτό το χώρο κι έδειξε ότι προτιμά να ακολουθεί τον δικό του δρόμο. Το ίδιο το σχήμα των πραγμάτων, που βασίζονται σε όρους όπως αιτία, αποτέλεσμα, κέντρο και νόημα, τίθεται υπό ερώτηση. Βάζοντας ένα τέτοιο ερώτημα το βιβλίο του Μπλουμ ίσως είναι πολύ πιο ανατρεπτικό, σε σχέση με την παράδοση, απ’ ό,τι ισχυρίζεται. […] Το νήμα αυτού του στοχασμού οδήγησε τον Μπλουμ βαθιά μέσα στον δικό του λαβύρινθο. Πιθανώς να αποδειχθεί ότι ο Χάρολντ Μπλουμ υπήρξε, στην κατανόηση των σχημάτων της παρανάγνωσης, καθώς και στην κατανόηση του ρομαντισμού, πιο μπροστά από τον καθένα μας.» (Paul De Man)

[Harold Bloom, Η αγωνία της επίδρασης, μια θεωρία για την ποίηση. Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Δημήτρης Δημηρούλης, εκδόσεις Άγρα

***

Ο Harold Bloom, ο κορυφαίος ίσως κριτικός φιλόλογος της εποχής που θεμελίωσε τον Δυτικό Κανόνα, δηλαδή το σύνολο των βιβλίων που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της δυτικής σκέψης, πέθανε χθες Δευτέρα 14.10.2019 σε νοσοκομείο στο New Haven. Ήταν 89 ετών.

[ένιωσαν στ’ άσπιλο κορμί την πεθυμιά του έρωτα ·

14/10/2019 § Σχολιάστε

Αρχίλοχος ο Πάριος – Επωδοί

Την πήρα την παρθένα
και απαλά την ξάπλωσα στη γη την ανθισμένη,
βύθισα το κορμάκι της στη μαλακή μου χλαίνη,
η αγκαλιά μου τύλιξε τον τρυφερό λαιμό της.
Σπαρτάραγε απ’ τον φόβο της σαν τρομαγμένο ελάφι.
Τα χέρια μου που αγγίξανε το απαλό της στήθος
ένιωσαν στ’ άσπιλο κορμί την πεθυμιά του έρωτα.
Κι αφού όλο το σώμα τρύγησα,
στην ήβη την ξανθή της έχυσα το ολόλευκό μου σπέρμα.

*
[μτφρ. ©Γιάννης Η. Παππάς, από το Επειδή σ΄αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη, εκδόσεις Μεταίχμιο

[Η Λάουρα Μπέττι για τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι:

13/10/2019 § Σχολιάστε

Ένας καθαρός άντρας «σε μια χώρα φρικτά βρόμικη»

κλικ στην εικόνα για την πρωτότυπη φωτογραφία

Από την ©Athens Review of Books 08/10/2019 , Tεύχος 110 – Οκτώβριος

Θυμάμαι και ξέρω πως, μια όχι και τόσο μακρινή μέρα ανάμεσα σε πολύ κόσμο που δεν θυμάμαι και δεν ξέρω, μπήκε στο σπίτι μου ένας άντρας χλωμός, κουρασμένος, κλεισμένος σε μια μυστηριώδη, αρχαία οδύνη· τα λεπτά χείλη σφραγισμένα για να αποδιώχνουν τις λέξεις, το χαμόγελο· τα χέρια υπομονετικά σαν του τεχνίτη. Είχε γεύση ψωμιού και πρίμουλας. Το ψωμί ήταν η οδύνη, η πρίμουλα η αγάπη.

Θυμάμαι λοιπόν πως είχα αποφασίσει ότι εκείνος ο άντρας ήταν ένας άντρας.

Κι έπειτα θυμάμαι πως είχα αποφασίσει να οικειοποιηθώ το ψωμί, να το κόψω στη μέση και να διανείμω ανάμεσά μας δυνατά, ψωμωμένα, υπεροπτικά, καλοκάγαθα γέλια.

Αποφάσισα ακόμη, αδείλιαστα, να ποντιστώ στις πρίμουλες.

Θυμάμαι και ξέρω πως εκείνος ο άντρας που ήταν ένας άντρας, έγινε ο άντρας μου. Και ο άντρας μου έκρυβε πίσω από τα μαύρα γυαλιά του την αγωνία της αποκάλυψης μιας εφικτής, τρεμάμενης αίτησης αγάπης που δεν θα απορριπτόταν, δεν θα αποκτηνωνόταν, δεν θα υφαρπαζόταν. Έμαθα λοιπόν να περπατάω στις μύτες των ποδιών για να μην θρυμματίσω τη σιωπή που συνοδεύει τη χειρονομία της αγάπης, για να μην τον κάνω να διαφύγει στο σκοτάδι. Αργά αργά άρχισε να εμπιστεύεται, τόλμησε μάλιστα να οσμιστεί το χέρι μου και λίγο λίγο να τρώει καρότο, ζάχαρη. Έτσι συνέβη λοιπόν που γίναμε «μαζί» μόνοι.

Θυμάμαι και ξέρω πως, ως συνέπεια, άρχισα να ζω μια ζωή επιτέλους δύσκολη. Μια ζωή με την ποίηση που διείσδυε σε κάθε απόκρυφη γωνιά του σπιτιού μου, της ηλικίωσής μου, της διαμόρφωσής μου. Έπειτα θυμάμαι και ξέρω τους βρυχηθμούς μου, τις κλοτσιές, την προστασία, τις απειλές, την κύκλωση του άντρα μου ‒ που κανείς δεν αποδεχόταν ανάμεσα στους «άντρες» ‒ με ένα πολύχρωμο προστατευτικό δίχτυ, στολισμένο με καλά πράγματα για να ανακαλυφθούν και να βιωθούν, και με ήλιο. Ένα δίχτυ με μεγάλες τρύπες που πίσω του παραμόνευαν μαύρα θεριά, φλογισμένα μάτια Καλαβρέζων ή Σικελών ανήλικων μεταμφιεσμένων σε αριστοκράτες πρωτευουσιάνους, ναοί χωρίς πίστη που έσφυζαν στο λαθρεμπόριο, μαύρες κούρσες, μαύρες ακρογιαλιές, μαύρες εφημερίδες. Αυτοί οι νεκροζώντανοι ήταν γραπωμένοι από το πολύχρωμο ηλιόλουστο δίχτυ και η αποστολή μου ήταν να μπαλώνω τις τρύπες όταν φάρδαιναν υπερβολικά.

Συνέχεια μπάλωνα, όλες τις μέρες σχεδόν.

Θυμάμαι και ξέρω ποια μέρα ακριβώς έχασα τη βελόνα και την κλωστή. Μου τα ’χαν κλέψει κι εγώ δεν είχα πια δύναμη να αγοράσω άλλη βελόνα κι άλλη κλωστή. Τριγύρω ήταν όλα μαύρα. Και όσο πιο μαύρα ήταν τριγύρω τόσο το μικρό παράφορο νησί μας βυθιζόταν στον ήλιο, στη δημιουργία, στη γενεσιουργία, στην παρασκευή, στην επηρμένη βασιμότητα πως μια ζωή προγραμματισμένη σύμφωνα με τις τάδε και τις δείνα γόνιμες ασχολίες δεν μπορούσε παρά να είναι απαραβίαστη, ιερή.

Μια μέρα, όμως, ο ήλιος λεκιάστηκε με αίμα κι όλες οι μέρες, από τότε, ονομάστηκαν 2.11.75.

Τη μέρα εκείνη εγώ τριπλασίασα το κορμί μου για να προστατεύσω και να συνοδεύσω το ραγισμένο, λειψό ουρλιαχτό μιας ρημαγμένης πρίμουλας, μιας κοπελίτσας πετσοκομμένης σε δύο, τρία, χίλια κομμάτια· μιας κοπελίτσας που έφερε μέσα στην κοιλιά της, ζεστά, έναν ποιητή πετσοκομμένο σε δύο, τρία, χίλια κομμάτια που κρατιούνταν ενωμένα από έναν ατσαλένιο ομφάλιο λώρο, τρομαχτικά ακατάλυτο.

Για μένα δεν θυμάμαι, δεν ξέρω. Ύστερα, μια από τις μέρες που ονομάζονταν 2.11.75 μου έφεραν το κορμί του άντρα μου και το ξάπλωσαν πάνω στο τραπέζι μου, εκεί που άλλοτε υπήρχαν πάντοτε φαγητά για την ιλαρή αδηφαγία του. Αυτό το κορμί ήταν, όντως, διαμελισμένο, κατασπαραγμένο. Μου ’βαλαν στο χέρι βελόνα και κλωστή για να μου μάθουν να το ξαναμπαλώσω.
Έτσι άρχισα να επιβιώνω σε μια ορφανή και τυφλή ζωή, και χωρίς ψωμί και χωρίς πρίμουλα.

Ψηλαφητά άρχισα να γυρεύω τον άντρα μου εδώ κι εκεί, σιωπηλά, σαν τα θηρία.

Και, γυρεύοντάς τον, άρχισα να ανακαλύπτω το «δικό μας» πώς και γιατί, και το πώς και γιατί των «άλλων».

Κατάλαβα τελικά πως για να σκοτώσω «αυτούς» θα ’πρεπε, αφού θα είχα ξαναμπαλώσει τον άντρα μου, να χωθώ μέσα του έτσι ώστε να μου μιλήσει μυστικά και να μου εξηγήσει.

Να γιατί αποφάσισα ‒μαζί του, όπως πάντα‒ να μην αποδεχθώ τίποτε, να δείξω ανυπακοή, να προκαλέσω σκάνδαλο· να καταγγείλω τι μπορεί να συμβεί σε έναν καθαρό άντρα «σε μια χώρα φρικτά βρόμικη».

Και άρχισα να συλλέγω όλες τις θανατικές καταδίκες που του είχαν επιβληθεί σε αγαστή συμφωνία των μαύρων δεξιών και των μαύρων αριστερών που παραμόνευαν πίσω απ’ το δίχτυ, ανάμεσα στους νεκροζώντανους.

Είδα και κατάλαβα όπως μπορούσε να δει και να καταλάβει η Εμίλια, η υπηρέτρια του Θεωρήματος.

Όλα αυτά βρίσκονται σε τετρακόσιες σελίδες.

© 1978, 2019  Garzanti Libri
Μετάφραση: Κωνσταντίνα Γερ. Ευαγγέλου

Σημ. ARB: Το κείμενο αποτελεί πρόλογο του συλλογικού τόμου: Pasolini: cronaca giudiziaria, persecuzione, morte, Garzanti, Μιλάνο 1977, σσ. v-vii. [Ελληνική έκδοση: Παζολίνι (εξαντλημένο): χρονικό της βίας, της δίωξης και του θανάτου, Εξάντας, Αθήνα 1983, σε μετάφραση Κούλας Κυριακίδου].

  • 14 years blogging -official banner

    agrimologos.com

    ΚΛΙΚ στην εικόνα για τα εξώφυλλα του Αγριμολόγου
  • staxtes.com

    .

  • ΕΝΑ LIKE ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ…

  • Μεταστοιχεία

  • a

  • Αρχείο

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

    Μαζί με 762 ακόμα followers