[στα Έξι μέτρα. Μια ολόκληρη εποχή που δεν πρέπει να ξεχαστεί·
17/02/2026 § Σχολιάστε
Έξι μέτρα δεν είναι απόσταση από τις κάννες· είναι μια ανάσα δρόμος, ένα βήμα που δεν θα γίνει ποτέ. Μπροστά στις κάννες. Στην Ελλάδα της Κατοχής. Ο κόσμος μαζεύεται σε μια κουκκίδα χρόνου. Δεν υπάρχει αύριο για να το σχεδιάσεις. Ούτε παρελθόν για να το διορθώσεις· υπάρχει μόνο το τώρα που σφίγγει σαν κόμπος στον λαιμό. Σ’ εκείνη τη λωρίδα γης. Σε τόπους που έγιναν σύμβολα όπως το Σκοπευτήριο της Καισαριανής ή χωριά που σφραγίστηκαν για πάντα όπως το Δίστομο. Ο άνθρωπος στέκεται όρθιος και μετρά τα πιο ακριβά δευτερόλεπτα της ζωής του. Μπορεί πρώτα να έρχεται η άρνηση. Ένα πείσμα του νου που ψιθυρίζει «κάτι θα γίνει, κάποιος θα φωνάξει να σταματήσουν». Το σώμα όμως ξέρει. Ακούει τον μεταλλικό ήχο. Βλέπει τα μάτια απέναντι. Νιώθει το χώμα κάτω από τα παπούτσια. Σαν τελευταία απόδειξη ότι υπήρξε.
Ύστερα, σχεδόν αναπόφευκτα, έρχεται η οικογένεια. Σαν μικρές εικόνες: το τραπέζι της Κυριακής. Ένα γέλιο στην αυλή. Η μυρωδιά του ψωμιού. «Να μην πονέσουν όταν το μάθουν». «Να θυμούνται ότι στάθηκα. Ο τελευταίος τρόπος να πεις «είμαι ακόμα εγώ». Μαζί με την αξιοπρέπεια, μπορεί να αναβλύζει θυμός — όχι ο θόρυβος της οργής, αλλά η καθαρή αίσθηση της αδικίας. Να πεθαίνεις όχι γιατί έβλαψες, αλλά γιατί κάποιος θέλει να στείλει μήνυμα. Κι όμως, μέσα στην οδύνη, υπάρχει καμιά φορά μια παράξενη διαύγεια: όταν όλα αφαιρούνται, μένει η ουσία. «Δεν πρόδωσα». «Δεν λύγισα». «Είμαι με τους δικούς μου» — φράσεις που δεν ακούγονται, αλλά βαραίνουν περισσότερο από σφαίρες.
Και την ίδια στιγμή, σκέψεις απλές· γυμνές τρυπώνουν επίμονα: «Θα πονέσει;», «θα είναι γρήγορο;», «να μην αστοχήσουν». Ο άνθρωπος είναι σώμα όσο και ιδέα. Και το σώμα φοβάται. Η καρδιά χτυπάει έντονα. Τα χέρια ιδρώνουν. Ο χρόνος τεντώνεται αφύσικα. Κάποιοι θα ψιθυρίσουν μια προσευχή. Άλλοι ένα όνομα· άλλοι τίποτα. Η σιωπή είναι κραυγή. Σε εκείνα τα έξι μέτρα, η ιστορία δεν είναι κεφάλαιο βιβλίου· είναι βλέμμα σε βλέμμα. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην εξουσία του όπλου και στην ελευθερία της συνείδησης. Κι αν κάτι μένει από εκείνη τη στιγμή, δεν είναι μόνο ο θάνατος. Είναι η μαρτυρία ότι ο άνθρωπος, ακόμη και όταν όλα του αφαιρούνται, κρατάει κάτι αδιαπραγμάτευτο: την επιλογή του πώς θα σταθεί.
Έξι μέτρα, λοιπόν, μπορεί να είναι λίγα. Αλλά χωρούν μέσα τους μια ολόκληρη ζωή — και μια ολόκληρη εποχή που δεν πρέπει να ξεχαστεί.
◉
[«όλοι μέσα» ή «κανείς μέσα» = Πολιτική (και κοινωνική) Άγνοια·
14/02/2026 § Σχολιάστε

Φωτο από το οπισθόφυλλο της εφημ. «Εποχή» 14 Φεβρ. 2026
Η θέση «όλοι επιτρέπονται και όλοι απαγορεύονται να έρθουν» για το ζήτημα των μεταναστών δεν είναι απλώς αφελής, αλλά εσωτερικά αντιφατική και πολιτικά άχρηστη, γιατί επιχειρεί να απαντήσει σε ένα σύνθετο θέμα με ένα απόλυτο και ταυτόχρονα αυτοαναιρούμενο σύνθημα.
Καμία σοβαρή μεταναστευτική πολιτική δεν μπορεί να βασιστεί σε λογικές του τύπου «όλοι μέσα» ή «κανείς μέσα», καθώς τα σύγχρονα κράτη λειτουργούν με συγκεκριμένους κανόνες εισόδου, διαδικασίες ασύλου, άδειες εργασίας και διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν, μεταξύ άλλων, από τη Σύμβαση του οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες.
Το να υποστηρίζει κανείς ότι όλοι πρέπει να γίνονται δεκτοί αγνοεί τα όρια υποδομών, τις κοινωνικές αντοχές και την ανάγκη οργάνωσης και ένταξης, ενώ το να υποστηρίζει ότι κανείς δεν πρέπει να επιτρέπεται αγνοεί τόσο το διεθνές δίκαιο όσο και τις πραγματικές ανάγκες των οικονομιών και των κοινωνιών που βασίζονται σε μεταναστευτική εργασία και ανανέωση πληθυσμού.
Οι απόλυτες διατυπώσεις συχνά γεννιούνται από φόβο ή αγανάκτηση, όμως η πολιτική απαιτεί διάκριση, κριτήρια, έλεγχο και ταυτόχρονα σεβασμό δικαιωμάτων. Η ουσιαστική συζήτηση δεν είναι «όλοι ή κανείς», αλλά ποιοι, με ποιες προϋποθέσεις, με ποιες υποχρεώσεις και με ποιο ρεαλιστικό σχέδιο διαχείρισης και ένταξης, ώστε να συνδυάζεται η νομιμότητα με την κοινωνική συνοχή.
◉
[η καλλιέργεια κλίματος σκανδαλολογίας·
10/02/2026 § Σχολιάστε

Όταν τα ΜΜΕ μένουν χωρίς σοβαρό περιεχόμενο, τα σκάνδαλα γίνονται πρώτο θέμα. Σε περιόδους όπου η ουσιαστική ενημέρωση απαιτεί έρευνα, γνώση και ευθύνη, πολλά μέσα επιλέγουν τον εύκολο δρόμο της εντυπωσιοθηρίας. Αντί να φωτίζουν σύνθετα κοινωνικά, πολιτικά ή οικονομικά ζητήματα, καταφεύγουν στην υπερβολική προβολή σκανδάλων, πραγματικών ή διογκωμένων, με στόχο την αύξηση της τηλεθέασης και των «κλικ». Το σκάνδαλο λειτουργεί ως υποκατάστατο της δημοσιογραφικής σοβαρότητας: είναι γρήγορο, προκλητικό και δεν απαιτεί βάθος.
Η συνεχής αναπαραγωγή τέτοιου περιεχομένου δεν εξυπηρετεί την ενημέρωση του πολίτη, αλλά την αποπροσανατόλισή του. Σημαντικά θέματα περνούν στα ψιλά, ενώ η κοινή γνώμη εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο αγανάκτησης και κουτσομπολιού. Τα ΜΜΕ, αντί να διαμορφώνουν κριτική σκέψη, συχνά καλλιεργούν κλίμα σκανδαλολογίας, όπου η ουσία χάνεται πίσω από κραυγαλέους τίτλους και αποσπασματικές πληροφορίες.
Αποτέλεσμα: η σταδιακή απαξίωση τόσο της ενημέρωσης όσο και των ίδιων των μέσων. Όταν το κοινό συνηθίζει να καταναλώνει σκάνδαλα ως βασική πηγή «ειδήσεων», παύει να απαιτεί ποιότητα και αξιοπιστία. Έτσι, η σοβαρή δημοσιογραφία υποχωρεί και τη θέση της καταλαμβάνει η επιφανειακή προβολή γεγονότων. Σε αυτό το πλαίσιο, τα σκάνδαλα δεν αποτελούν απλώς θεματολογία, αλλά σύμπτωμα μιας βαθύτερης κρίσης σοβαρότητας και ευθύνης στον χώρο των ΜΜΕ.








