[το τελευταίο στάδιο της επανάστασης: Το κυνήγι του τουρίστα·
10/06/2026 § Σχολιάστε

Μίλαν Κούντερα
Από τον προλετάριο στον καταδότη, από τον διεθνιστή στον διώκτη των εβραίων
*
Ο Μίλαν Κούντερα στο σατιρικό του μυθιστόρημα Život je jinde (Η ζωή είναι αλλού, La vie est ailleurs, 1969) στήνει ένα από τα πιο δηλητηριώδη πορτρέτα της ευρωπαϊκής αριστερής διανόησης του 20ού αιώνα: έναν νεαρό λυρικό ποιητή, τρυφερό προϊόν ρομαντικής αυταπάτης και επαναστατικής μέθης, ο οποίος μέσα στο περιβάλλον του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού στην Τσεχοσλοβακία δεν «προδίδει» απλώς τους άλλους, προδίδει πρώτα και κύρια την ίδια την ιδέα της ποίησης ως άσκησης της ελευθερίας. Η μετατροπή του σε χαφιέ του κόμματος (Komunistická strana Československa, KSČ) δεν είναι απλώς πολιτική μετάλλαξη· είναι υπαρξιακή κατάρρευση. Ο ποιητής δεν γίνεται αστυνομικός επειδή «πιστεύει» στο καθεστώς, αλλά επειδή το καθεστώς απορροφά τη γλώσσα, τη φιλοδοξία και τη ματαιοδοξία του, μέχρι που κάθε ηθική του επιλογή παύει να είναι διαθέσιμη.
Αυτό που ενδιαφέρει τον Κούντερα δεν είναι η εξαίρεση, αλλά η κανονικότητα της διαφθοράς μέσα σε ένα σύστημα που ανταμείβει τη συμμόρφωση προς τας υποδείξεις και τιμωρεί την αυτονομία της σκέψης. Ο ποιητής γίνεται χαφιές όχι ως «τέρας», αλλά ως λογική κατάληξη μιας κοινωνίας όπου η τυφλή πολιτική πίστη στο κομματικό ιερατείο υποκαθιστά την κριτική σκέψη και η υποτιθέμενη ιδεολογική καθαρότητα λειτουργεί ως εργαλείο της κοινωνικής ανόδου. Είναι η στιγμή που η λογοτεχνία παύει να είναι καταφύγιο και γίνεται παράρτημα της εξουσίας, κυρίως της κομματικής μυστικής αστυνομίας.
Αν μεταφερθούμε από αυτό το λογοτεχνικό εργαστήριο στην τρέχουσα πολιτική ρητορική, συναντάμε ένα εντελώς διαφορετικό, αλλά όχι άσχετο, φαινόμενο: τη μεταμόρφωση των πολιτικών ευαισθησιών σε ηθικούς αυτοματισμούς.
Από την έφοδο στον ουρανό στο κυνηγητό των εβραίων ανάμεσα στις ξαπλώστρες
Κάποτε η κομμουνιστική αριστερά ήθελε να καταλάβει τα Χειμερινά Ανάκτορα. Σήμερα αρκείται να καταλαμβάνει τις παραλίες της Ρόδου και της Κρήτης και λιμάνια που δένουν κρουαζιερόπλοια, αναζητώντας ισραηλινούς τουρίστες ανάμεσα σε οικογένειες με αντηλιακά, σαγιονάρες, φουσκωτά και πετσέτες θαλάσσης.
Η παρακμή ενός πολιτικού χώρου σπάνια αποτυπώνεται τόσο γλαφυρά. Οι ιδεολογικοί απόγονοι εκείνων που διακήρυτταν την παγκόσμια επανάσταση, την κοινωνική απελευθέρωση και την οικοδόμηση ενός νέου τύπου ανθρώπου, έχουν καταλήξει να περιφέρονται σαν πολιτοφύλακες ηθικής καθαρότητας του Μπέρια, ελέγχοντας ποιος θα κάνει διακοπές, ποιος θα αποβιβάζεται από τα κρουαζιερόπλοια και ποιος έχει το «σωστό» διαβατήριο. Δηλαδή, να μην είναι εβραίος ή ισραηλινός.
Ο Μαρξ μιλούσε για την ανατροπή των παραγωγικών σχέσεων. Ο Λένιν για την κατάληψη της εξουσίας. Οι σημερινοί κληρονόμοι τους μοιάζουν περισσότερο με επιτροπή παραλίας (πάντα με κοντά παντελονάκια) που εξετάζει εάν ο τουρίστας στην ξαπλώστρα δικαιούται να απολαύσει το ηλιοβασίλεμα.
Πρόκειται για την απόλυτη ιστορική γελοιοποίηση. Από την «έφοδο στον ουρανό» στο σαφάρι εναντίον παραθεριστών.
Το τραγικότερο στοιχείο είναι ότι αυτή η πολιτική χρεοκοπία παρουσιάζεται ως ηθική ανωτερότητα. Ένα τμήμα της σύγχρονης αριστεράς έχει αντικαταστήσει την κοινωνική ανάλυση με την τελετουργική φανατίλα. Δεν παράγει ιδέες, δεν διατυπώνει εφαρμόσιμες προτάσεις, δεν εμπνέει για τα σχέδιά της για το …κόκκινο μέλλον. Αντί γι᾽ αυτά, παράγει καταγγελίες, λίστες εχθρών και δημόσιες επιδείξεις της μουχλιασμένης από το αντισημιτικό μίσος υποτιθέμενης αρετής τους.
Ταυτόχρονα, η άλλοτε αντικληρικαλιστική αριστερά έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο πρόθυμους απολογητές κάθε αντιδυτικής θεοκρατίας. Οι άνθρωποι που κάποτε κατήγγελλαν τον παπά του χωριού τους ως όργανο του σκοταδισμού, σήμερα βρίσκουν ανεξάντλητα αποθέματα κατανόησης για τα ισλαμιστικά σιιτικά κινήματα που αντιμετωπίζουν τις γυναίκες, τις θρησκευτικές μειονότητες και τους ομοφυλόφιλους με τρόπο που θα προκαλούσε φρίκη σε οποιονδήποτε αυθεντικό φιλελεύθερο ή αριστερό του 19ου και του 20ού αιώνα.
Η αντίφαση αυτή δεν τους ενοχλεί. Την έχουν μετατρέψει σε δόγμα!
Ο παλιός κομμουνιστής πίστευε ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Ο νέος ισλαμολάγνος αριστερός θεωρεί ότι η θρησκεία είναι απολύτως σεβαστή, αρκεί να μην είναι η χριστιανική, η εβραϊκή ή γενικότερα κάποια με διάδοση στη Δύση. Ο παλιός επαναστάτης ήθελε να απελευθερώσει το άτομο από κάθε μεταφυσική αυθεντία. Ο νέος επαναστάτης χειροκροτεί κάθε αυθεντία αρκεί να κραυγάζει συνθήματα κατά της Δύσης.
Έτσι εξηγείται και η εμμονή με το Κράτος του Ισραήλ. Για πολλούς από αυτούς, το Ισραήλ δεν είναι κράτος. Είναι μεταφυσική αναγκαιότητα. Είναι ο απαραίτητος δαίμονας που δίνει νόημα στην πολιτική τους ύπαρξη. Χωρίς το Ισραήλ, θα έπρεπε ίσως να ασχοληθούν με τις δικτατορίες που υποστήριξαν κατά καιρούς και να κάνουν επιτέλους αυτοκριτική, από τον κεντρώο Βιντέλα μέχρι τον σύντροφο Γιαρουζέλσκι, με τη διαφθορά των αυταρχικών καθεστώτων, με τη θρησκευτική καταπίεση, με τη βία κατά των γυναικών και των μειονοτήτων. Αυτά όμως είναι άβολα θέματα. Είναι ευκολότερο να κυνηγάς τουρίστες!
Και κάπως έτσι, η μεγάλη επαναστατική αφήγηση του 20ού αιώνα κατέληξε σε μια καρικατούρα του εαυτού της. Οι επίγονοι του Μαρξ, του Λένιν, του Τρότσκι και του Μάο δεν οργανώνουν επαναστάσεις. Οργανώνουν διαμαρτυρίες έξω από ξενοδοχεία. Οι κληρονόμοι του διεθνισμού δεν ενώνουν λαούς. Τους κατατάσσουν σε συλλογικές κατηγορίες ενοχής. Οι αυτοαποκαλούμενοι αντιφασίστες ανακαλύπτουν ότι η συλλογική στοχοποίηση ανθρώπων λόγω εθνικότητας δεν τους ενοχλεί ιδιαίτερα, αρκεί η εθνικότητα που μισούν να είναι η «σωστή».
Η μεγαλύτερη ειρωνεία, όμως, είναι άλλη. Οι άνθρωποι που κάποτε ονειρεύονταν να αλλάξουν τον κόσμο έχουν πλέον τόσο μικρή πίστη στις ιδέες τους, ώστε αρκούνται στο να χαλάνε τις διακοπές άλλων ανθρώπων.
Δεν είναι επανάσταση! Είναι ο θλιβερός και μικρόψυχος επιθανάτιος ρόγχος μιας ιδεολογίας που έχασε την πίστη της στο μέλλον και αναζητά παρηγοριά στην αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων.
Εμπρός, σύντροφοι! Από τα οδοφράγματα του Παρισιού του 1871 και τα αμφιθέατρα του Μάο (sic!) του 1968, στις ξαπλώστρες του Αιγαίου.
Δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει πιο αμείλικτη εικόνα πολιτικής παρακμής!
πηγή: Gisele Yashar
◉
σύντομο ανέκδοτο: Έφη Αχτσιόγλου·
07/06/2026 § Σχολιάστε
Φαιδρότητες-γραφικότητες

◉
[λες και σ᾿ αυτά και όχι μέσα μας, κατοικούσε το θείο·
29/05/2026 § Σχολιάστε
Ημιτελές δεκαέξι

©Uwe Braun, «Ikarus», χαλκογραφία έκδοση 15 αντιτύπων, courtesy cm-galerie.de
Παραλλαγές σε μία φράση του Μαρσέλ Προυστ από το μνημειώδες Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο: Από τη μεριά του Σουάν «Όταν όμως χάνεται μια πίστη, επιζεί όλο και πιο έντονη για να σκεπάσει την έλλειψη δύναμης που χάσαμε μη μπορώντας πια να δώσουμε αληθινή υπόσταση σε πράγματα καινούργια, μια φετιχιστική προσήλωση στα παλιά, λες και σ᾿ αυτά και όχι μέσα μας, κατοικούσε το θείο…»
Η φράση εκφράζει με ιδιαίτερη δύναμη την ανθρώπινη δυσκολία απέναντι στην απώλεια των αξιών και των βεβαιοτήτων που για χρόνια έδιναν νόημα στη ζωή. Όταν μια πίστη —θρησκευτική, ιδεολογική, κοινωνική ή προσωπική— παύει να εμπνέει ουσιαστικά τον άνθρωπο, εκείνος συχνά δεν αποδέχεται εύκολα το κενό που δημιουργείται. Αντί να αναζητήσει νέους δρόμους δημιουργίας και εσωτερικής αναγέννησης, προσκολλάται υπερβολικά στο παρελθόν, αντιμετωπίζοντάς το σχεδόν σαν ιερό κατάλοιπο.
Η στάση αυτή αποκαλύπτει κυρίως έναν φόβο: τον φόβο της αλλαγής και της αβεβαιότητας. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από σταθερές, από ιδανικά και αξίες που να οργανώνουν τη σκέψη και τη ζωή τους. Όταν αυτά κλονίζονται, αισθάνονται ότι χάνουν ένα μέρος της ταυτότητάς τους. Έτσι, η προσήλωση στα παλιά λειτουργεί σαν άμυνα απέναντι στην ανασφάλεια. Δεν πρόκειται πλέον για γνήσια πίστη, αλλά για μια «φετιχιστική» λατρεία μορφών και συμβόλων που έχουν απομείνει χωρίς ζωντανό περιεχόμενο. Το παρελθόν εξιδανικεύεται όχι επειδή εξακολουθεί να εμπνέει ουσιαστικά, αλλά επειδή προσφέρει την ψευδαίσθηση σταθερότητας.
Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται συχνά σε κοινωνίες που βιώνουν κρίσεις. Σε περιόδους πολιτικής, οικονομικής ή ηθικής αβεβαιότητας, πολλοί άνθρωποι στρέφονται νοσταλγικά σε προηγούμενες εποχές, θεωρώντας τες ανώτερες και αυθεντικότερες. Η παράδοση, τα έθιμα ή οι παλιές ιδεολογίες αντιμετωπίζονται σαν αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Ωστόσο, όταν η προσκόλληση στο παρελθόν γίνεται άκριτη, εμποδίζει την πρόοδο και τη δημιουργία νέων αξιών που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της εποχής. Ο άνθρωπος μένει εγκλωβισμένος σε μορφές χωρίς ουσία και αδυνατεί να δώσει «αληθινή υπόσταση σε πράγματα καινούργια».
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η τελευταία φράση του αποσπάσματος: «λες και σ᾿ αυτά και όχι μέσα μας, κατοικούσε το θείο». Εδώ τονίζεται ότι το πραγματικό νόημα των αξιών δεν βρίσκεται στα εξωτερικά σύμβολα, αλλά στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Το «θείο» δεν κατοικεί σε αντικείμενα, τύπους ή ξεπερασμένες μορφές, αλλά στην ανθρώπινη ικανότητα να δημιουργεί, να πιστεύει ουσιαστικά και να δίνει νέο περιεχόμενο στη ζωή του. Όταν αυτό ξεχνιέται, τότε η πίστη μετατρέπεται σε στείρα συνήθεια και η παράδοση σε μηχανική επανάληψη.
Επομένως, το απόσπασμα μάς καλεί να αντιμετωπίσουμε δημιουργικά την απώλεια και την αλλαγή. Η ανανέωση δεν σημαίνει απαραίτητα απόρριψη του παρελθόντος· σημαίνει όμως ότι ο άνθρωπος πρέπει να αντλεί από αυτό έμπνευση και όχι να το λατρεύει άκριτα. Μόνο όταν οι αξίες αποκτούν ζωντανό περιεχόμενο μέσα μας μπορούν να καθοδηγήσουν πραγματικά τη ζωή και την κοινωνία προς την πρόοδο και την πνευματική ολοκλήρωση.
◉
[Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας·
28/05/2026 § Σχολιάστε
Μανόλης Aναγνωστάκης (1925 – 2005)

13.12.43
Θυμᾶσαι ποὺ σοῦ ῾λεγα
Ὅταν σφυρίζουν τὰ πλοῖα μὴν εἶσαι στὸ λιμάνι.
Μὰ ἡ μέρα ποὺ ἔφευγε ἤτανε δικιά μας
καὶ δὲ θὰ θέλαμε ποτὲ νὰ τὴν ἀφήσουμε
Ἕνα μαντήλι πικρὸ θὰ χαιρετᾶ τὴν ἀνίατου γυρισμοῦ
Κι ἔβρεχε ἀλήθεια πολὺ κι ἤτανε ἔρημοι οἱ δρόμοι
Μὲ μιὰ λεπτὴν ἀκαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οἱ ἄνθρωποι τόσο λησμονημένοι –
Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι; Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι;
Κι ἕσφιγγα τὰ χέρια σου Δὲν εἶχε τίποτα τ᾿ ἀλλόκοτο ἡ κραυγή μου.
Θὰ φύγουμε κάποτε ἀθόρυβα καὶ θὰ πλανηθοῦμε
Μὲς στὶς πολύβοες πολιτεῖες καὶ στὶς ἔρημες θάλασσες
Μὲ μιὰν ἐπιθυμία φλογισμένη στὰ χείλια μας
Εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ γυρέψαμε καὶ μᾶς τὴν ἀρνήθηκαν
Ξεχνοῦσες τὰ δάκρυα, τὴ χαρὰ καὶ τὴ μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκὰ πανιὰ π᾿ ἀνεμίζονται.
Ἴσως δὲ μένει τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ αὐτὸ νὰ θυμόμαστε.
Μὲς στὴν ψυχή μου σκιρτᾶ τὸ ἐναγώνιο Γιατί,
Ρουφῶ τὸν ἀγέρα τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς ἐγκατάλειψης
Χτυπῶ τοὺς τοίχους τῆς ὑγρῆς φυλακῆς μου
καὶ δὲν προσμένω ἀπάντηση
Κανεὶς δὲ θ᾿ ἀγγίξει τὴν ἔκταση τῆς στοργῆς
καὶ τῆς θλίψης μου.
Κι ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
Μιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
Κι ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Τὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.







