[το μεγαλειώδες με ομπρέλες·

12/04/2018 § Σχολιάστε

Του Χριστόφορου Λιοντάκη

©Jordi Alcaraz/Sense títol, 2016/Polígrafa Obra Gràfica/ Mixed Media -Art Basel, Miami Beach 2016


Ημιτελής

Στον Κ.Κ.

Ερωτήματα χαραγμένα στους βράχους
μειδιάματα στους επισκέπτες.
Παρείσακτος στην απογευματινή αστάθεια, πολλαπλασιάζοντας
τα ερωτηματικά, την οδηγείς στην αταξία.
Σμίγουν τα χέρια μας, καθώς αγκαλιάζουν το πουλάρι
Κι ο ιδρώτας τρυφερός συναντά στις παλάμες μας το σάλιο του
καθώς εκείνο αθώα τις γλείφει.
Το σμίξιμο στην τραχιά επιφάνεια του τζην
καταδικασμένο στο ημιτελές.
Όπως και ο τάφος δίπλα μας, ημιτελής,
επισκοπεί το χλοερό σκοτάδι του κτήτορα.
Ίχνη από κίονες και άνθη, υποψία αετώματος,
χωρίς κεκοιμημένους το σκωτεινό κοίλωμα χάσκει.
Καπνός από κλαδιά που καίγονται και φωνές
που δεν εξαργυρώνονται.
Το αναστημένο μέγεθος με τη φαντασία μόνο
– απροσμάχητος το κράτος του τζην και τ’ αλαζονικά κουμπιά.
Το σκήνωμα του κτήτορα μετέωρο
ταξιδεύει με τα χαμένα πλούτη – χρόνοι δίσκτοι.
Σαν σαύρα η ειρωνεία – αλεξίσφαιρο του ανείπωτου –
παραμονεύει, κι η βροχή σιγοντάρει
μουλιάζοντας την άμμο, τους εξηγητές, τους επισκέπτες
την πέτρα που γλιστρά, το μεγαλειώδες με ομπρέλες.
Ο καφές ζεστός κατακάθεται στις υστερομαντείες.
Απαύγασμα ειρωνικό οι κούρσες σου ανάμεσα
στων Ναβαταλιων τα ίχνη, τα ρωμαϊκά λιθόστρωτα, τα βυζαντινά
ψηφιδωτά και τους βρεγμένους Ευρωπαίους να ελπίζουν.
Πήγασος εσύ το παίζεις τώρα
με στεγνά χέρια πάνω στη βρεγμένη χαίτη,
αφήνοντας πίσω, ημιτελή πάντα, τον τάφο.
Το φως σε ύφεση κλείνει το μάτι
σ’ ένα κόκκο άμμου, στο εγώ.


[περιοδικό «η λέξη» Γενάρης-Μάρτης 2005, τ. 183]

Advertisements

[όσα ψηφίσματα τιμητικά κι αν·

09/04/2018 § Σχολιάστε

Του Κωνσταντίνου Καβάφη

©William Anastasi Without Title (Subway Drawing, 4.14.12, 23rd (10th to 7th) Raphael Street), 2012 -courtesy Galerie Jocelyn Wolff, Paris

Ο Θεόδοτος

Aν είσαι απ’ τους αληθινά εκλεκτούς,
την επικράτησί σου κύτταζε πώς αποκτάς.
Όσο κι αν δοξασθείς, τα κατορθώματά σου
στην Ιταλία και στην Θεσσαλία
όσο κι αν διαλαλούν η πολιτείες,
όσα ψηφίσματα τιμητικά
κι αν σ’ έβγαλαν στη Pώμη οι θαυμασταί σου,
μήτε η χαρά σου, μήτε ο θρίαμβος θα μείνουν,
μήτε ανώτερος — τι ανώτερος; — άνθρωπος θα αισθανθείς,
όταν, στην Aλεξάνδρεια, ο Θεόδοτος σε φέρει,
επάνω σε σινί αιματωμένο,
του αθλίου Πομπηίου το κεφάλι.

Και μη επαναπαύεσαι που στην ζωή σου
περιωρισμένη, τακτοποιημένη, και πεζή,
τέτοια θεαματικά και φοβερά δεν έχει.
Ίσως αυτήν την ώρα εις κανενός γειτόνου σου
το νοικοκερεμένο σπίτι μπαίνει —
αόρατος, άυλος — ο Θεόδοτος,
φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι.

[οι λαμπροί και τα λαμπρά της Λαμπρής·

08/04/2018 § Σχολιάστε

Mακάριοι οι έχοντες κλειστά μάτια και στόματα.
Μακάριοι οι αναξιοπρεπείς.
Μακάριοι οι προσπερνώντας σφυρίζοντας αδιάφορα.
Μακάριοι οι οπαδοί της Μεγάλης Επιχείρησης.
Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών έστιν η βασιλεία των ουρανών…

…και εἰς τους αἰῶνας τῶν αἰώνων
Αμήν.

Από τον μεσαίωνα έως και το σωτήριο έτος του 1988 μ.Χ. το Άγιο Φως έφτανε συμβολικά στο σπιτικό του κάθε πιστού με σχετική σεμνότητα, χωρίς αεροπλανικές πτύσεις, χωρίς τα κόκκινα χαλιά, τα στρατιωτικά αγήματα και άλλα μη-αναγκαία φεστιβαλικά καραγκιοζιλίκια.

Ακριβώς, καραγκιοζιλίκια.

Διαβάστε παλαιότερη ανάρτησή μου του πως «καθιερώθηκε» η μεταφορά του Αγίου Φωτός από το ΠΑΣΟΚ, ναι, δεν πρόκειται για παράδοση: Το Άγιο Φως ταξιδεύει business class, αεροπορικώς…

[Το σεντούκι·

08/04/2018 § Σχολιάστε

Του Αργύρη Χιόνη (1943-2011)

©Kristin Oppenheim, Golden Dragon, 2015, courtesy 303 Gallery -New York, NY 10011

Δεν υπάρχει υπόγειο χωρίς σεντούκι και σεντούκι χωρίς γράμματα, χωρίς φωτογραφίες κι άλλα μικρο-πράγματα που έπιαναν τάχα πολύ χώρο μές στο σπίτι και αποθηκεύτηκαν εκεί, Αυτό δεν είν’ αλήθεια· η αλήθεια είναι πως στην ψυχή μας έπιαναν χώρο πολύ και η ψυχή μας δεν το άντεχε. Όσο περνά, ωστόσο, ο καιρός κι αδυνατίζει η μνήμη, κι η λησμονιά σαν λάδι απλώνεται και μαλακώνει τις πληγές του παρελθόντος, τόσο πιο συχνά η νοσταλγία με ωθεί ν’ ανοίγω το σεντούκι και ν’ ανασύρω από εκεί κάποια απ’ αυτά τα λείψανα που, όμως, δεν είναι λείψανα ακριβώς, γιατί, μόλις βρεθούν στο φως, σαν ν’ ανασαίνουν πάλι, σαν να ζωντανεύουν, σαν ν’ ανοίγουνε παλιές πληγές, και πανικόβλητος τα ξανακλείνω στο σεντούκι. Αυτό, ωστόσο, το παιχνίδι, παιχνίδι ηδονής κι οδύνης, ποτέ δεν σταματά, κι αδιάκοπα ανοιγοκλείνω το σεντούκι, αδιάκοπα ανοιγοκλείνω τις πληγές μου.

[Από τη συλλογή Το υπόγειο, εκδόσεις Νεφέλη, 2004]