[οι ρίζες του μίσους·

06/08/2022 § Σχολιάστε

Κορνήλιος Καστοριάδης (1922-1997)

Η πλήρης δημοκρατία και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.

Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δύο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία «διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.

Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά στις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους «εποικοδομητικούς» κοινωνικούς σκοπούς -την εκμετάλλευση της φύσης, το συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις «ειρηνικές» αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κ.τ.λ.). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της «διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολό τους.

Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων -δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δε σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η «αιτία» του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του πολέμου.

Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού. Η φράση του Αντρέ Μαλρό «είθε η νίκη σε αυτόν τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν» εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δε θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δε βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητά τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένα, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.

Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών που τόσο επίπονα περιέβαλε στο δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους.

Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές, αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό, το καλό είναι οι κανόνες μας, οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους, άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί.

Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός, η αλήθεια είναι ο θεός μας, ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους, άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.

Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους ούτε ανώτερους, αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μίας κοινωνίας με άλλες συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς, είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι, θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.

Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δε συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μία τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματικά στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;

Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ωστόσο, δε μπορούμε να δεχτούμε αυτήν την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες «ανεπτυγμένες» και «δημοκρατικές».

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν στον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να «εξηγήσουμε» γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική «εξήγηση».

Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά στις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση για λόγους ταύτισης γύρω από τη «θρησκεία», το «έθνος» ή τη «ράτσα», και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιο­ποίηση των παραδοσιακών ση­μείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.[…]

Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.

[Πηγή: http://www.doctv.gr

[Στην απομόνωση, άμα δεν μπορείς να ταξιδέψεις, είσαι χαμένος·

03/08/2022 § Σχολιάστε

Χρόνης Μίσσιος (1930-2012)
…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς
(απόσπασμα)

Τσιγάρο… Κρατιόμαστε με το ζόρι μέχρι να νυχτώσει για να ανάψουμε, ώστε μέχρι το πρωί να έχει ξεμυρίσει. Τέλος, έχουμε τρεις μέρες να φάμε ξύλο, έχουμε τσιγάρα, τρώμε κανονικά, δεν μπορούμε να ‘χουμε και παράπονο. Αυτές είναι ευτυχίες που δε μετριούνται με τίποτα…

Κάθε πρωί μας βγάζουν για τις σωματικές μας ανάγκες, για ν’ αδειάσουμε και να πλύνουμε τη βούτα, και μετά πάλι μέσα, ως την άλλη μέρα το πρωί. Αρχίσαμε να συνερχόμαστε. Οι πληγές κλείνουν, ο οργανισμός ξαναβρίσκει σιγά σιγά την ικανότητα να ζει με όλο και λιγότερο πόνο. Ξεκουραζόμαστε. Μη γελάς, το ξύλο, πέρα από τις ζημιές και τον αφόρητο πόνο, σου φέρνει και μια κούραση, άλλο πράμα. Από κει που λέγαμε να μας αφήσουν μια μέρα ήσυχους, τώρα η κλεισούρα και η απομόνωση αρχίζουν να μας τη δίνουν άγρια. Λέμε ιστορίες, παραμύθια, παίζουμε, και πολλές φορές τσακωνόμαστε με ιδιαίτερη κακία, όχι για τίποτα σπουδαίο – για αινίγματα ή για την εβραίικη τριανταμία, κείνη που παίζουμε με τα δάχτυλα του ενός χεριού. Βέβαια οι τσακωμοί σβήνουν τόσο εύκολα, όσο εύκολα αρχίζουν. Πόσο, αλήθεια, μπορεί να κρατήσει ένας τσακωμός ανάμεσα σε τρία παιδιά που ζουν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο σ’ ένα σκοτεινό κελί ενάμισι επί τέσσερα, απειλούμενα κάθε στιγμή με βασανιστήρια και θάνατο; Το κελί όλη τη μέρα είναι σκοτεινό, μόνο κατά το μεσημέρι, όταν ο ήλιος ανέβει αρκετά, μια χούφτα αχτίδες περνάνε από το φινιστρίνι της πόρτας και σκάνε στον απέναντι τοίχο, φέρνοντας ένα απαλό φως εκκλησίας μέσα στο κελί. Τότε η νοσταλγία, ο φόβος για το ύστερα, γίνεται μια βαριά πέτρα στο στήθος, και το ημίφως γίνεται ευεργετικό γιατί μας σώζει απ’ την ντροπή των δακρύων. Πιο έντονη είναι η νοσταλγία στον Παύλο, που ώρες πολλές μας μιλά για το πώς είναι το χωριό του τώρα την άνοιξη, το μικρό ποτάμι όπου ψάρευε καραβίδες, οι μπαχτσέδες, τ’ αλώνια… Λέει, λέει και μας κάνει να ονειρευόμαστε. Ο Μιχάλης, όταν τον πήραν, μαζί με άλλα πράματα μου άφησε και τα ποιήματά του. Τα κουβάλαγα χρόνια πολλά ραμμένα στις βάτες, στο γιακά και στα πέτα ενός παλιού παλτού που είχα. Μου το ‘σκισαν σε μια κωλοέρευνα και μου τα πήραν, αφού με μπάφιασαν στο ξύλο. Θυμάμαι ένα απ’ αυτά, που έλεγε:

Ταξιδέψαμε χρόνια πολλά πάνω στους τοίχους των κελιών,
εξωτικούς χάρτες, φτιαγμένους από την υγρασία και την πορεία του γυμνοσάλιαγκα.
Διαγνώσαμε την παράξενη απλωσιά του σφαιρικού μας πλανήτη…
Σημαίες από λαμπερά χρώματα, σφιχτοδεμένες στρατιές συντρόφων προλετάριων,
λιμάνια πολύβουα, μέρη παράξενα, ξωτικές γυναίκες,
πορνεία φτωχά ή εκλεπτυσμένης ηδονής…
Άλλοτε πάλι ένα ταξίδι με μια μοναδική, αγαπημένη γυναίκα…

Όταν ο καιρός ήταν βροχερός, τα φώτα άναβαν και την ημέρα…
Η φαντασία, νικημένη, συντρίβονταν στους υγρούς τοίχους του κελιού…
Η απελπισία της απώλειας, η προσμονή της επικείμενης εκτέλεσης,
άνοιγαν μεγάλες σκοτεινές τρύπες στη μνήμη μας…

Δεν ξέρω αν είναι καλό σαν ποίημα, αλλά αυτό είναι. Στην απομόνωση, άμα δεν μπορείς να ταξιδέψεις, είσαι χαμένος. Και μεις ταξιδεύουμε. μεγάλες σιωπές, γεμάτες πόνο και νοσταλγία. Τις πιο πολλές φορές όμως μιλάγαμε, κυρίως την ώρα που η νοσταλγία μας έπνιγε. Ξεφεύγαμε φωναχτά από τη μαγεία της. Η άνοιξη ήταν στα γεμάτα της, και μας έζωναν από παντού μυρουδιές από λουλούδια, δέντρα, φρέσκο χώμα. Αλλά κυρίως τη νιώθουμε από ένα αίσθημα δύναμης, αισιοδοξίας και φοβερής μοναξιάς, που δεν ξέρουμε από πού τρύπωσαν στο κελί μας…

link

[το βιβλίο τέχνης·

02/08/2022 § Σχολιάστε

Στο Παρίσι των αρχών του 18ου αιώνα, τρεις σημαίνουσες προσωπικότητες –ένας τραπεζίτης, ένας πολυπράγμων συγγραφέας και ο πλέον επιφανής ειδήμων της εποχής– συνεργάζονται σε μια έκδοση με αναπαραγωγές εικαστικών έργων. Οι φιλοδοξίες τους (καλλιτεχνικές, τεχνικές και «επιστημονικές») υπερέβαιναν κάθε ανάλογη πρωτοβουλία του παρελθόντος. Το αποτέλεσμα των προσπαθειών τους, η Recueil Crozat, μπορεί να χαρακτηριστεί ως το πρώτο βιβλίο τέχνης.

Ο Francis Haskell, από τους σημαντικότερους ιστορικούς τέχνης του 20ού αιώνα, μας αφηγείται εδώ με τρόπο συναρπαστικό την περιπέτεια αυτής της έκδοσης, στην οποία εμπλέκονται γνωστοί τυπογράφοι-εκδότες και έμποροι τυπωμάτων, διάσημοι ζωγράφοι και χαράκτες, πάπες, μονάρχες και ευγενείς, και ακόμα συλλέκτες και συγγραφείς από όλη την Ευρώπη.

✳︎

Η δύσκολη γέννηση του βιβλίου τέχνης
«[…]Είμαστε τόσο πολύ εξοικειωμένοι με τα πολυτελώς εικονογραφημένα βιβλία τέχνης, τα οποία εκτός από διακοσμητική έχουν ενίοτε και χρηστική αξία, ώστε η ύπαρξή τους μοιάζει σήμερα δεδομένη, αναπόσπαστο τμήμα της πολιτισμικής μας παράδοσης. […] Θα φανεί ίσως παράδοξο ότι σε μια μελέτη για τη γέννηση του βιβλίου τέχνης δεν δίνεται ένας επαρκής ορισμός για τα περιεχόμενα ενός τέτοιου βιβλίου. Στη θέση αυτή όμως βρίσκομαι, καθώς, όσο περισσότερο μελετώ το σχετικό υλικό τόσο πιο δύσκολο μού είναι να το καταστήσω σαφές. Τα «βιβλία τέχνης», με την έννοια που θα χρησιμοποιήσω εδώ τον όρο, είναι βέβαια εικονογραφημένα βιβλία, ωστόσο είναι ολοφάνερο ότι όλα τα εικονογραφημένα βιβλία δεν συνιστούν απαραιτήτως βιβλία τέχνης. Ακόμα και τα εικονογραφημένα βιβλία στα οποία αναπαράγονται σημαντικά έργα τέχνης δεν συνιστούν πάντοτε βιβλία τέχνης με την έννοια που τα αντιλαμβάνομαι εδώ. Κατά συνέπεια, δεν θα αναφερθώ σε τόμους βιογραφιών, ακό- μα κι αν εικονογραφούνται με πλήθος πορτραίτων, όπως —για να φέρω ένα οριακό παράδειγμα— είναι η δεύτερη έκδοση των Βίων του Βαζάρι, που θέλει να μας περιγράψει τα χαρακτηριστικά περισσότερο των δημιουργών παρά εκείνα των έργων τους. Πολύ λιγότερο θα κάνω λόγο για αρχαιοδιφικούς τόμους, όπως είναι οι μεγάλοι συγκεντρωτικοί κατάλογοι αρχαιολογίας και μεσαιωνικής τέχνης του Μπερνάρ ντε Μονφωκόν (Bernard de Montfaucon, 1655-1741), στους οποίους, κατά την άποψή μου, τα έργα που αναπαράγονται, τόσο τα ζωγραφικά όσο και τα γλυπτικά, δεν συμπεριελήφθησαν βάσει ουσιωδώς αισθητικών κριτηρίων· βέβαια, αναγνωρίζω πλήρως ότι η διαχωριστική γραμμή είναι πραγματικά δυσδιάκριτη, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση βιβλίων που αφιερώνονται σε κοσμήματα ή εμβλήματα. Μια ακόμα διευκρίνιση: αυτή εδώ η παρέμβασή μου αφορά τα βιβλία που αφιερώνονται προπαντός στην τέχνη και, μόνο περιθωριακά, στην αναπαραγωγή έργων τέχνης· είναι απαραίτητο να υπογραμμιστεί αυτό, καθώς δεν θα μιλήσω εδώ ούτε για τις οξυγραφίες ούτε και για τα χαρακτικά αυτά καθαυτά, με τα οποία, πολύ πριν από τη γέννηση των βιβλίων τέχνης, έγιναν γνωστά σε ένα ευρύτατο κοινό διεθνώς πολλά από τα κορυφαία καλλιτεχνικά αριστουργήματα. Το βιβλίο τέχνης, όπως το εννοώ εδώ, αποτελείται από έναν συνδυασμό κειμένου και εικόνας. Βέβαια, καθώς τέτοιου είδους ορισμοί καταντούν πολύ γρήγορα τόσο ανιαροί όσο και άχρηστοι, ευθύς αμέσως θα τολμήσω να πω ότι το βιβλίο τέχνης συνελήφθη ως τέτοιο από τα μισά έως τα τέλη του 17ου αιώνα, γεννήθηκε δε στις αρχές του 18ου αι- ώνα με τη δημιουργία ενός τόμου εξέχουσας σημασίας για τον οποίο θα κάνω λόγο εκτενώς στη συνέχεια.

Δεν νομίζω ότι μπορούν να προβληθούν σοβαρές αντιρρήσεις για το ότι μέσω των πρώτων εικονογραφημένων βιβλίων που περιέχουν αναπαραγωγές έργων νεώτερης τέχνης, σε αντιπαράθεση με εκείνα της αρχαίας, επιδιωκόταν η εξύμνηση των κατόχων τους, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με αυτή των αναπαραγόμενων έργων. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, την εξαιρετική συμβολή του Τζιρόλαμο Τέτι (Girolamo Teti) για να τιμηθεί ο μαικηνισμός των Μπαρμπερίνι (Barberini), που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1642 και που μέσω της οποίας η διακοσμητική ευφυΐα του Πιέτρο ντα Κορτόνα (Pietro da Cortona) κατέστη γνωστή στους πάντες. Λέω «κατέστη γνωστή στους πάντες» επειδή το γεγονός ότι το κείμενο γράφτηκε στα λατινικά καταδεικνύει ότι το βιβλίο προοριζόταν να διαδοθεί τόσο εκτός όσο και εντός Ιταλίας. Αυτή η επιδεικτική προβολή της ιδιοκτησίας (που, φυσικά, συνεχίζει να είναι ο κινητήριος μοχλός για την παραγωγή πολλών εικονο- γραφημένων βιβλίων ακόμα και στις μέρες μας) μπορεί να διαπιστωθεί και στην περίπτωση του πρώτου εικονογραφημένου καταλόγου πινάκων τον οποίο ετοίμασε ο Ντάβιτ Τενήρς (David Teniers) για τον αρχιδούκα Λεοπόλδο Γουλιέλμο, ενώ συναντούμε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις στους εκθαμβωτικούς τόμους που συνιστούν θριαμβευτική δοξολογία του Λουδοβίκου ΙΔ ́ ως χορηγού και συλλέκτη.

Αλλά, μαζί με βιβλία αυτής της κατηγορίας (στα οποία θα επανέλθω), η έκδοση των οποίων χρηματοδοτούνταν από τους ίδιους τους μαικήνες, πιο πολύ προκειμένου να διανεμηθούν ως δώρα στους ομολόγους τους παρά για να διατεθούν στην αγορά, είχαν ήδη πραγματοποιηθεί στον καλλιτεχνικό κόσμο πολλά εμπορικά εγχειρήματα.[…]»

✳︎

[απόσπασμα από το βιβλίο: Francis Haskell, Η δύσκολη γέννηση του βιβλίου τέχνης. Μετάφραση: Ιωάννου Παναγιώτης Κ. ―Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

[αντι-ανθρωποφαγίας εγκώμιον·

26/07/2022 § Σχολιάστε

Εξοχο απόσπασμα του λόγου της Προέδρου της Δημοκρατίας
(όσοι διαφωνούν να ασχοληθούν με σαγιονάρες)

«[…]Η οικονομική κρίση και η πανδημία του κορωνοϊού επέδρασαν σωρευτικά και δοκίμασαν τα όριά μας, υλικά και ψυχικά. Οι κρίσεις δημιουργούν νέες κανονικότητες και ευνοούν φυγόκεντρες τάσεις, εντός και εκτός Ευρώπης. Ο λαϊκισμός ριζώνει στις αντιφάσεις και τις ανισότητες, αμφισβητώντας ανοικτά τις βασικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Υπονομεύει τη διάκριση των εξουσιών και την ισορροπία του πολιτεύματος. Τα θεσμικά αντίβαρα, όμως, είναι θεμέλια του Κράτους Δικαίου και δεν υποτάσσονται στις πλειοψηφίες και τους εφήμερους συσχετισμούς. Η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. Οι δικαστές απολαμβάνουν τις εγγυήσεις του λειτουργήματός τους και οφείλουν να είναι ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι, διαφυλάσσοντας το κύρος και την αποστολή τους. Κρίνονται για τις αποφάσεις τους, δεν στοχοποιούνται. Ο διχαστικός λόγος αδικεί τη δημόσια σφαίρα και δεν υπηρετεί τη δημοκρατία μας.[…]»

  • 15 years blogging -official banner

    agrimologos.com

    ΚΛΙΚ στην εικόνα για τα εξώφυλλα του Αγριμολόγου

    ΚΛΙΚ στην εικόνα, δείτε φωτογραφίες
  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

    Μαζί με 753 ακόμα followers
  • staxtes2003.com

    .

  • ΕΝΑ LIKE ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ…

  • Μεταστοιχεία

  • a

  • Αρχείο

  • Πρόσφατα άρθρα