Γιώργος Ιωάννου, «Τα χίλια δέντρα»

03/04/2008 § Σχολιάστε

Της Μαρίας Πετρίτση*

«Με κυκλώνει απόψε»

Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά
θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.
Με ζώνει πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.
Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.
Το παίρνει, το αιωρεί πάνω απ’την πόλη.
Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.
Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,
αμέσως θα κατέρρεα στα πόδια του.

Θεσ/νίκη 1963

ioannou1.jpgΦέτος κλείνουν είκοσι χρόνια (γράφτηκε το 2006) από το θάνατο του ποιητή και πεζογράφου Γιώργου Ιωάννου του οποίου το ποιητικό έργο, αν και περιορισμένο, αποτελεί σπουδαία προσφορά στα ελληνικά γράμματα. Το πεζογραφικό κομμάτι της δουλειάς του έχει αποτελέσει και εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ευρείας μελέτης και ανάλυσης, γι’αυτό εδώ θα ασχοληθούμε, εν συντομία, μόνο με το ποιητικό κομμάτι της συγγραφικής ιστορίας του.

Ο Γιώργος Ιωάννου γεννιέται στη Θεσσαλονίκη το 1927 από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Σπουδάζει στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης και για ένα διάστημα υπηρετεί ως βοηθός στην έδρα Αρχαίας Ιστορίας. Εργάζεται ως καθηγητής σε διάφορα σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης στην Αθήνα και στη Λιβύη και από το 1971 κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα όπου υπηρετεί στο Υπουργείο Παιδείας. Τον Φεβρουάριο του 1985 πεθαίνει στο Σισμανόγλειο νοσοκομείο μετά από μια επέμβαση προστάτη.

Τα «Ηλιοτρόπια» (1954) είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του και το 1963 εκδίδεται η συλλογή «Τα χίλια δέντρα». Ο σημαντικότερος όγκος δουλειάς του αφορά πεζογραφήματα, όπου συναντάμε τα έργα «Για ένα φιλότιμο», «Η Σαρκοφάγος», «Η μόνη κληρονομιά», «Το δικό μας αίμα», «Επιτάφιος θρήνος», «Ομόνοια», «Κοιτάσματα», «Πολλαπλά κατάγματα», «Εφήβων και μη», «Καταπακτή», «Εύφλεκτη χώρα», «Η πρωτεύουσα των προσφύγων», το θεατρικό έργο «Το αυγό της κότας» και το παιδικό ανάγνωσμα «Ο Πίκος και η Πίκα», το οποίο εκδίδεται μετά το θάνατό του.

Ο Γιώργος Ιωάννου εξέδωσε τις εργασίες «Τα δημοτικά μας τραγούδια», «Μαγικά παραμύθια του Εληνικού λαού», «Παραλογές», «Καραγκιόζης», «Παραμύθια του λαού μας», μετέφρασε και σχολίασε την τραγωδία του Ευριπίδη «Ιφιγένεια εν Ταύροις», το ΧΙΙ βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας με τον τίτλο «Στρατώνος Μούσα Παιδική» καθώς και το ιστορικό δοκίμιο του Τάκιτου «Γερμανία». Το 1985 εκδόθηκε μια σειρά από δοκίμιά του για τον Παπαδιαμάντη, το Λαπαθιώτη και τον Καβάφη, με τίτλο «Ο της φύσεως έρως». Ο Ιωάννου εξέδιδε το περιοδικό «Φυλλάδιο» το οποίο έγραφε όλο μόνος του και συνεργαζόταν με άλλα περιοδικά. Το 1982 κυκλοφορεί ο δίσκος «Κέντρο Διερχομένων» με στίχους δικούς του και μουσική Νίκου Μαμαγκάκη καθώς και κασέτα όπου ο Ιωάννου διαβάζει τα κείμενά του.
Ποιήματα και πεζογραφήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί σε αγγλικά και γαλλικά περιοδικά, ενώ η συνεργασία του με τον ελληνικό τύπο ήταν επίσης τακτικότατη.

Τα «Χίλια δέντρα», όπου περιλαμβάνονται και «Τα ηλιοτρόπια», αποτελούν συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου του. Η ποίηση ακολούθησε τον Ιωάννου σε όλο το πεζογραφικό του έργο, άλλοτε έμμεσα κι άλλοτε άμεσα. Στα πεζά κείμενά του διακρίνεται έντονα το «ζέον πάθος» της ποίησης και η λυρική διάθεση εξομολόγησης ενός υπερευαίσθητου ανθρώπου που βίωσε τα δεινά του πολέμου, τη φτώχεια, τις δύσκολες οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις της εποχής του και την εξαθλίωση της αγαπημένης του Θεσσαλονίκης.

Ο Ιωάννου καταγράφει την νεοελληνική πραγματικότητα με έναν πηγαίο ποιητικό λόγο ο οποίος αναδύεται μέσα από το έργο του καθώς μιλά στον αναγνώστη με απλό και ζεστό τρόπο, με αμεσότητα κι ανθρωπιά αλλά και όλο εκείνο το προσωπικό πάθος που αναβλύζει από μέσα του την ώρα που διηγείται τη ζωή και τα συναισθήματά του. Ο λόγος του δεν είναι στυλιζαρισμένος, οι εκφράσεις του είναι απλές και η γλωσσική του τοποθέτηση παραμένει λαϊκή και οικεία για τα μάτια που τον διαβάζουν. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από ένα συναίσθημα συμπόνιας για όσους υποφέρουν, από πηγαία καλοσύνη και ανησυχία για την ανθρώπινη αγωνία και το παράπονο του αδικημένου. Συχνά αυτοσαρκάζεται, αυτοοικτίρεται, σχεδόν αυτοτιμωρείται, μιλά για την ερήμωση που τον κατατρέχει, για το αίσθημα κενού και τη ματαιότητα που τον συντροφεύουν τις νύχτες και για τις αιώνιες απορίες της ύπαρξης που απαρτίζουν την καθημερινότητά του.

Μέσα από το έργο του ο Ιωάννου επιχειρεί να πατάξει την κοινωνική και πολιτική αδικία, το σύστημα, τους δυνατούς που καταπιέζουν με όποιον τρόπο μπορούν κι εκμεταλλεύονται όσους στέκονται στην απέναντι πλευρά: της κοινωνίας, του έρωτα, της ζωής, του ονείρου. Με τις λέξεις του πολεμά τις Ερινύες, το φόβο, την αβεβαιότητα του αύριο και την πίκρα του χτες. Αγανακτεί και ξεσηκώνεται, λοιδορεί και στηλιτεύει την αδικία και την παχυδερμία παραμένοντας πάντα ένας βιωματικός λαϊκός ποιητής που τραγουδά την εποχή του.

Για τον Ιωάννου σημασία έχει και ο τελευταίος άνθρωπος της γης, και το πιο ανεπαίσθητο συναίσθημα φτάνει να είναι ειλικρινές, και το πιο ασήμαντο γεγονός, αν κατάφερε να συγκινήσει έστω και στιγμιαία κάποιον.

«Ποίηση νομίζω είναι η γενική ερωτική διάθεση δοσμένη με λογοτεχνική τέχνη. Την ερωτική διάθεση την εννοώ και διαψευσμένη και τη λογοτεχνική διάθεση όχι πάντα απαραίτητη». Αυτός είναι ο ορισμός του για την ποίηση. Μέσα από αυτές τις δυο φράσεις κατανοούμε την ειλικρινή αφοσίωσή του στο βίωμα και στο συναίσθημα, σε κάθε τι που κινητοποιεί το νου και το σώμα, στην έκφραση όλων όσων πιστεύει ότι θεοποιούν τον άνθρωπο και κάνουν τη Ζωή και την τέχνη απτή και εφικτή για όλους.

Ο φόβος του θανάτου, η πίκρα της εγκατάλειψης και της περιφρόνησης, η αγωνία της επιβίωσης, ο πόνος της απόρριψης, η ευτυχία του έρωτα, ο εξαγνισμός της φιλίας είναι θέματα που ενανέρχονται στα ποιήματά του και καθρεφτίζουν τρυφερά την ψυχοσύνθεση ενός δημιουργού με μεγάλη ευαισθησία και εξαιρετικό εσωτερικό απόθεμα. Ο Ιωάννου έζησε δύσκολη ζωή κι αυτήν ακριβώς περιγράφει με απλό και άμεσο τρόπο στα λιτά ποιήματά του: η πόλη που κυριαρχεί παντού χωρίς να φαίνεται πάντα, το αδιέξοδο σκοτεινό δωμάτιο, τα λαϊκά σινεμά, τα πάρκα, τα φτηνά ξενοδοχεία, οι κρύες μοναχικές νύχτες, τα βλέμματα-μαχαίρια, οι περιφρονητικές κουβέντες, οι ενοχές της απόκλισης, το χάδι της μοναξιάς και ο θάνατος που αναιρεί τον άνθρωπο τον τυράννησαν και τον ζύμωσαν -τούτα είναι τα βιώματα που τον έκαναν αυτό που βλέπουμε μέσα από τις -φαινομενικά- απλοϊκές γραμμές των ποιημάτων του.
Ο Γιώργος Ιωάννου γράφει ποιήματα γιατί νιώθει διαρκώς την ανάγκη μέσα από τη βαρύθυμη σιωπή της αμαρτίας να αναζητά τη χαμένη αθωώτητα. Μέσα από αυτά προσπαθεί να συλλάβει τα ασύλληπτα και να απαντήσει σε αιώνια ερωτήματα κάνοντας απολογισμό και αυτοκριτική. Τα «Χίλια δέντρα», που είναι η ελληνική ονομασία του δάσους Σέιχ Σου, στη Θεσσαλονίκη, είναι ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να μαλακώσει τη θλίψη του για όσα τον πληγώνουν καθημερινά και να αναπολήσει με γλυκό παράπονο όσα έφυγαν ανεπιστρεπτί.

Συχνά παρατηρούμε πως στους στίχους του ελλοχεύει μια σχεδόν μαζοχιστική αγάπη για τη μοναξιά. Ενώ συχνά αναζητά με σθένος τις κοινωνικές συναναστροφές, μερικές φορές κάνει τη μοναξιά του καταφύγιο και μέσα της στέκει να ξεκουραστεί από την ταλαιπωρία της προσπάθειας που δεν καταλήγει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Άλλοτε διακρίνουμε στα ποιήματά του την ανάγκη να ξεφύγει σχεδόν μεταφυσικά από κάθε τι το εγκόσμιο και να ασχοληθεί με την εξερεύνηση του μεγάλου αγνώστου που είναι η ανθρώπινη φύση αλλά και ο ίδιος ο Θεός.

Το ποιητικό έργο του Ιωάννου είναι η φωνή ενός πικραμένου παιδιού που έζησε δύσκολες ώρες και μεγαλώνοντας βρέθηκε αντιμέτωπο με έναν εξίσου σκληρό και εγωκεντρικό ενήλικο κόσμο στον οποίο δεν μπορεί να προσαρμοστεί απολύτως. Με χιούμορ και αυτοσαρκασμό κατορθώνει συχνά να νικήσει τη μοναξιά και τη διαφορετικότητά του, να επικοινωνήσει, να εξομολογηθεί και να καταγράψει όχι μόνο τον εαυτό του αλλα και την ίδια του την εποχή. Αυτό το τελευταίο το επιτυγχάνει δίνοντάς μας κάθε τόσο ένα αντικειμενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο στεγάζεται τόσο η πραγματικότητα όσο και το υπερβατικό στοιχείο.

Η γραφή του είναι διαποτισμένη από ανησυχία. Χαράζει το δρόμο του ανάμεσα σε κείνους που πονάνε και ψάχνει να βρει εκείνους που αντέχουν, αναζητά την επαφή με τους ανθρώπους και τις απλές, καθημερινές συναλλαγές που κρατούν τον καθένα ζωντανό και σε επαγρύπνιση. Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από λακωνική λιτότητα, ακριβολογία και διεισδυτικότητα κι είναι γεγονός πως στο έργο του τα πρόσωπα και οι καταστάσεις αποκτούν διαχρονικό χαρακτήρα, χωρίς ποτέ να τα στερεί από την ανθρωπιά και τον γήινο χαρακτήρα που τους έδωσε η φύση. Μέσα σε κάθε ποίημα υπάρχουν, ως ξεχωριστές οντότητες, κάποια μικρότερα ποιήματα τα οποία όμως συνδέονται μεταξύ τους με ομοιογένεια. Ο τελικοί αφορισμοί που παρατηρούμε ως εκρήξεις σε κάποια από αυτά λειτουργούν ενδεικτικά ως προς τις αντιλήψεις του συγγραφέα καθώς και τη θέση που κρατά απέναντι στην ίδια την πραγματικότητα που συχνότατα διέψευσε τα όνειρά του.

Σε πολλά σημεία είναι έκδηλη η αγάπη του για το ρεμπέτικο τραγούδι και οι έμμεσες αναφορές του σε αυτό είναι επίσης σαφείς. Αυτό φαίνεται έντονα όχι μόνο στα μελοποιημένα ποιήματά του αλλά και στα «Χίλια δέντρα», όπως για παράδειγμα στο ποίημα «Παντού ξεριζωμένος» το οποίο λέγεται πως το εμπνεύστηκε από το αγαπημένο του τραγούδι «Σαν απόκληρος γυρίζω».

Η ποίηση του Ιωάννου είναι βαθειά ερωτική κι ο ίδιος είναι ένας «δούλος του έρωτα» που το μόνο που ζητά από αυτόν είναι απλώς να έρθει. Στην αγάπη του Ιωάννου σημασία έχει περισσότερο η προσφορά καθώς αυτή είναι που μας φέρνει πιο κοντά στο αγαπημένο πρόσωπο. Η αγάπη του μπορεί να είναι προκλητική ή ανεκδήλωτη, να πηγάζει μόνο από λεπτομέρειες ή να είναι ολόκληρος ο κόσμος του ερωτευμένου προσώπου, ο καημός της όμως είναι πάντοτε γλυκός και η αναμονή της δεν παύει ποτέ. Η στιγμή του έρωτα είναι η στιγμή της αποκάλυψης και μόνο τότε ο ποιητής υπερβαίνει τον εαυτό του και, καταργώντας τις διαστάσεις του τόπου και του χρόνου, ξεφεύγοντας από κάθε μορφής ανομία, κατορθώνει ν’αγγίξει την πραγματική ευτυχία.

Τα «Χίλια δέντρα» κρύβουν στα αραχνοϋφαντα κλαδιά τους θροϊσματα από μνήμες, φόβους, ελπίδες και πόθους. Οι ψίθυροι των λέξεών τους έρχονται ξαφνικά σαν απαλό, αναπάντεχο χάδι να μας συντροφεύσουν μυστικά ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα και μας καλούν να γεμίσουμε τις σελίδες τους με μικροσκοπικά λάφυρα ζωής φτιαγμένα από άμμο και φως που πέρασε μα ποτέ δεν ξεχνάμε. Τα «Χίλια δέντρα» φτιάχτηκαν για να περνούν προσεκτικά από χέρι σε χέρι κι έτσι το τρυφερό μουρμουρητό τους δεν θα σιγάσει ποτέ –διαβάστε το και μετά χαρίστε το σε κάποιον αγαπημένο. Ο Ιωάννου από κάπου θα χαμογελά.

Γιώργος Ιωάννου, «Τα χίλια δέντρα» (εκδόσεις Κέδρος)

(*) Η Μαρία Πετρίτση είναι φίλη και τακτική συνεργάτις του περιοδικού μας.

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε τη κριτική της στο «φυσικό» της περιβάλλον: στις «Στάχτες»
.
Copyright©Μαρία Πετρίτση, Βρυξέλλες

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

What’s this?

You are currently reading Γιώργος Ιωάννου, «Τα χίλια δέντρα» at αγριμολογος.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: