[Πώς ο Γκρανγκουζιέ αναγνώρισε τη θαυμαστή διάνοια του Γαργαντούα από την εφεύρεση ενός κωλοσφουγγιού·

16/02/2019 § Σχολιάστε

Γκροτέσκα εικόνα του Pantagruel από τον Gustave Doré.

Ενώ έκλεινε τα πέντε του χρόνια, ο Γκρανγκουζιέ, επιστρέφοντας από την ήττα των Καναρριανών, πήγε να δει το γιο του Γαργαντούα! Ένιωσε αγαλλίαση, όπως ένας τέτοιος πατέρας μπορούσε να νιώσει βλέποντας ένα τέτοιο παιδί και, καθώς τον φιλούσε και τον έσφιγγε στην αγκαλιά του, του έκανε ένα σωρό παιδιάστικες ερωτήσεις. Κι ήπιε συναγωνιζόμενος αυτόν και τις γκουβερνάντες του, τις οποίες μεταξύ των άλλων ρώτησε με μεγάλο ενδιαφέρον αν τον είχαν κρατήσει καθαρό και στ’ άσπρα του. Σε αυτή την ερώτηση , ο Γαργαντούας απάντησε  πως είχε λάβει τα μέτρα του με τέτοιο τρόπο, ώστε σε όλη τη χώρα δεν υπήρχε αγόρι καθαρότερο από την αφεντιά του.

«Πώς έτσι ; είπε ο Γκρανγκουζιέ.

– Ανακάλυψα, απάντησε ο Γαργαντούας, μετά από μακροχρόνιες και λεπτομερείς έρευνες, έναν τρόπο να σκουπίζω τον πισινό μου. Πρόκειται για τον πιο αρχοντικό, τον πιο καλό και τον πιο αποτελεσματικό τρόπο που είδε ποτέ άνθρωπος.

– Ποιον τρόπο; είπε ο Γκρανγκουζιέ .

– Αυτό θα σου διηγηθώ ευθύς αμέσως , είπε ο Γαργαντούας :

«Σκουπίστηκα μια φορά με το βελούδινο κασκολί μιας δεσποινίδας και το βρήκα μια χαρά, γιατί η απαλότητα του βελούδου του μου προξένησε άφατη απόλαυση στον πάτο μου . ‘Αλλη μια φορά με τη σκουφίτσα της ίδιας δεσποινίδας και το αποτέλεσμα υπήρξε πανομοιότυπο. Μιαν άλλη φορά μ’ ένα λαιμομάντιλο. Μιαν άλλη φορά με τ’ αυτάκια μιας σκούφιας από πορφυρό σατέν , αλλά τα στολίσματα , καμωμένα από ένα σωρό σκατένιες χάντρες, μου έγδαραν όλο τον αφεδρώνα . Κι είθε ο μακαρίτης ο άγιος Αντώνιος να κάψει την κωλοτρυπίδα του χρυσοχόου που τις έραψε και της κυράς που τις φορούσε! Αυτό το κακό πέρασε , σκουπίζοντας τον πισινό μου μ’ ένα καπέλο νεαρού ακόλουθου, όμορφα πλουμισμένο με φτερά σαν μισθοφόρου  Ελβετού. Ύστερα, ενώ τα έκανα πίσω από ένα φράχτη, βρήκα μια μαρτιάτικη γάτα και σκουπίστηκα, αλλά τα νύχια της μου ξέσκισαν όλο το περίνεο. Γιατρεύτηκα την επόμενη μέρα, όταν σκουπίστηκα με τα γάντια της μάνας μου, άριστα αρωματισμένα με γιασεμούνι. Ύστερα σκουπίστηκα με σφάκα , μάραθο , άνηθο, μαντζουράνα, τριαντάφυλλα, κολοκυθόφυλλα, κουνουπιδόφυλλα, σεσκλόφυλλα, αμπελόφυλλα, αγριομολόχες, φλόμο (σου κοκκινίζει τον κώλο), με μαρουλόφυλλα και φύλλα από σπανάκι -και μη ρωτάς τι ωφέλεια βρήκα!- με παρθενούδι, με υδροπέπερι [ή κωλόλυσσα], με τσουκνίδες, με σύμφυτο. Μ’ έπιασε όμως τέτοια κωλοπιλάλα, από την οποία γιατρεύτηκα, σκουπίζοντας τον πισινό μου με την πεοδόχη μου . Ύστερα σκουπίστηκα με τα σεντόνια, με την κουβέρτα, με τις κουρτίνες, μ’ ένα μαξιλάρι, μ’ ένα χαλί, με μια πράσινη τσόχα, μ’ ένα ξεσκονόπανο, με μια πετσέτα, μ’ ένα μυξομάντιλο, με μια ρόμπα. Σε όλα αυτά βρήκα περισσότερη ευχαρίστηση απ’ όση νιώθουν οι ψωριάρηδες, όταν τους περνάνε με το ξυστρί.

– Πολύ ωραία, είπε ο Γκρανγκουζιέ, αλλά ποιο κωλοσφούγγι βρήκες καλύτερο;

– Πλησιάζουμε, είπε ο Γαργαντούας, κι όπου να ‘ναι θα το μάθεις [πού κολλάει όλο ετούτο] το Κύριε ελέησον . Σκουπίστηκα με σανό, με άχυρο, με γουρουνοκύστη, με στουπί , με μαλλί, με χαρτί. Όμως πάντα θα βρει στ’ αρχίδια του αρχή σκατού να πήζει, όποιος το βρόμιο κώλο του με χαρτί τον σκουπίζει.

– Μπα , είπε ο Γκρανγκουζιέ, βρε αρχιδάκι μου, μήπως κόλλησες στο Φλασκί και σου κολλήθηκαν οι ρίμες κιόλας;

– Νουαί, βασιλιά μου, είπε ο Γαργαντούας, ριμάρω τόσο και παραπάνω. Και καθώς με τις ρίμες αυτώνομαι, σιναχώνομαι.

-‘Ακουσε τι λένε στους χέστηδες οι τοίχοι της χρείας μας:

Του σκατούμενου
τσιρλούμενου
κλανιάρη
και χεζιάρη
το σκατό του
στο φευγιό του
μας ραντίζει
τον καθένα.
Βρε βρομιάρη,
κουραδίζεις
και στραγγίζεις,
τ’ α·ί-Αντώνη να σε κάψει η φωτιά,
αν καθεμιά
απ’ τις τρύπες σου ,
που χάσκουν ετσιδά,
δε σκουπίζεις προτού να φύγεις μακριά.

«Θέλεις λίγο ακόμα από τέτοια λόγια;

– Νουαί , απάντησε ο Γκρανγκουζιέ.

– Τότε, είπε ο Γαργαντούας, ιδού ένα:

ΡΟΝΤΟ
Χέζοντας τις προάλλες μύρισα
το φόρο που στον κώλο μου χρωστάω.
Αλλιώτικη βγήκε μυρουδιά απ’ ό,τι συνηθάω
κι άρχισα να βρομοκοπάω.
Αχ! αν κάποιος μου ‘φερνε τη ρήγισσα,
την κόρη που περίμενα [και λαχταράω]
χέζοντας
θα ‘πιανα να της καλαφάτιζα την τρύπα
απ’ όπου κατουράει καταπώς ξέρω κι είπα.
Και τα δαχτύλια της στο μεταξύ
την τρύπα του σκατού μου θα βόλευαν μαζί,
χέζοντας».

«Για πες τώρα, αν σου κοτάει, πως δεν ξέρω τι μου γίνεται! Μα τη μούνα του Χριστού, δεν τα έφτιαξα εγώ , αλλά ακούγοντας ετούτη εδώ τη γιαγιούλα που βλέπεις να τ’ απαγγέλλει, τα πήρα και τα έριξα στο δίχτυ της μνήμης μου .

– Ας ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας , είπε ο Γκρανγκουζιέ.

– Ποιο; ρώτησε ο Γαργαντούας. Το χέσιμο;

– Όχι, είπε ο Γκρανγκουζιέ , το κωλοσφούγγισμα.

– Θα βγάλεις όμως να πληρώσεις, ρώτησε ο Γαργαντούας, μια βαρέλα μπρούσκο κρασί, να σου παραβγώ σε αυτό το θέμα;

– Ναι, μα την αλήθεια, απάντησε ο Γκρανγκουζιέ.

– Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη για κωλοσφούγγισμα, είπε ο Γαργαντούας, εκτός αν υπάρχει βρομισιά. Και δεν μπορεί να υπάρχει βρομισιά, αν δεν υπάρχει χέσιμο. Συνεπώς, πρέπει να χέσουμε , πριν σκουπίσουμε τον κώλο μας.

– Ω, είπε ο Γκρανγκουζιέ , τι λογικός που είσαι, αγοράκι μου χρυσό. Μια από αυτές τις μέρες θα σε βάλω να περάσεις δόκτορας στη φαιδρή σοφία, μα το Θεό, γιατί έχεις μυαλό περισσότερο απ’ ό,τι περιμένει κανείς από την ηλικία σου. Συνέχισέ μου λοιπόν, σε παρακαλώ, αυτή τη σφουγγοκωλαρική κουβέντα. Και, μα το γένι μου, αντί για μια βαρέλα μπρούσκο θα σου δώσω πενήντα πιθάρια, εννοώ πενήντα πιθάρια από αυτό το σπουδαίο κρασί της Βρετάνης, που δε βγαίνει στη Βρετάνη, αλλά σ’ εκείνο τον εύφορο τόπο της Βερόνης

-Ύστερα, είπε ο Γαργαντούας, σκούπισα τον πισινό μου μ’ ένα φέσι, μ’ ένα μαξιλάρι , μια παντούφλα, μια κυνηγετική τσάντα, ένα καλάθι (τι δυσάρεστο κωλοσφούγγι κι αυτό!) και κατόπιν μ’ ένα καπέλο. Και σημείωσε πως, μεταξύ των καπέλων, υπάρχουν άλλα από τσόχα ξυρισμένη, άλλα τρίχινα, άλλα βελούδινα κι άλλα ταφταδένια. Το καλύτερο απ’ όλα τους είναι το τρίχινο, γιατί σου κάνει ένα γερό καθάρισμα από τα κόπρανα. Ύστερα σκουπίστηκα με μια κότα, μ’ έναν κόκορα, μ’ ένα κοτοπουλάκι , με το πετσί ενός μοσχαριού, ενός λαγού, ενός περιστεριού, ενός κορμοράνου, με το χαρτοφύλακα ενός δικηγόρου , με μια κουκούλα , μ’ ένα τσεμπέρι , μ’ ένα πετσί.

» Για να κλείσουμε όμως αυτό το κεφάλαιο, λέω κι υποστηρίζω πως δεν υπάρχει καλύτερο κωλοσφούγγι από ένα χηνάκι με μπόλικα φτεράκια, αρκεί να του κρατάς το κεφάλι ανάμεσα στα σκέλια . Σου δίνω το λόγο μου πως νιώθεις μια θεσπέσια απόλαυση στην κωλοτρυπίδα, τόσο εξαιτίας της απαλότητας του φτερώματος, όσο και λόγω της όμορφης ζέστης από το χηνάκι,

που μεταδίδεται εύκολα από το κωλάντερο στ ‘ άλλα σωθικά ως την περιοχή της καρδιάς και του μυαλού. Μην πιστεύεις πως η μακαριότητα των ηρώων και των ημιθέων που βρίσκονται στα Ηλύσια Πεδία οφείλεται στους ασφόδελούς τους, στην αμβροσία ή το νέκταρ, όπως λένε ετούτες εδώ οι γριές. Οφείλεται (κατά τη γνώμη μου) στο γεγονός ότι σκουπίζουν τον κώλο τους μ’ ένα χηνάκι . Κι αυτή είναι επίσης η γνώμη του δασκάλου Ιωάννη Σκότου ».

Η εποχή όπου γεννιέται , δρα και δημιουργεί ο Φρανσουά Ραμπελαί (1483;-1553) είναι ένα μεταίχμιο: ο κόσμος του Μεσαίωνα, αυτός που διατηρεί τις δοξασίες και τον τρόπο ζωής, ο οποίος αναλλοίωτος σχεδόν έρχεται από την αρχαιότητα και τη φεουδαρχία ως τα μέσα του 15ου αιώνα, έχει παρέλθει. Η οικουμένη παίρνει άλλες διαστάσεις με την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου, η Γη παίρνει άλλο σχήμα, αφού ο Μαγγελάνος κάνει το γύρο της, και ο πλανήτης παύει να είναι το κέντρο του σύμπαντος, αφού κινείται δουλικά γύρω από τον ήλιο. Αν μια άλλη αντίληψη του κόσμου και της Φύσης δεν έχει ακόμα παγιωθεί, το βέβαιο είναι πως τα παλιά σχήματα έχουν υπονομευτεί. [ μέρος του προλόγου «Ο Φρανσουά Ραμπελαί και η εποχή του» Μια επισκόπηση του μεταφραστή]

[Φρανσουά Ραμπελαί, Γαργαντούας -Κεφάλαιο δέκατο τρίτο, Μετάφραση, εισαγωγή και σημειώσεις: Φ.Δ. Δρακονταειδήςεκδόσεις ©Πατάκη -Α’ έκδοση 1988]

 

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

What’s this?

You are currently reading [Πώς ο Γκρανγκουζιέ αναγνώρισε τη θαυμαστή διάνοια του Γαργαντούα από την εφεύρεση ενός κωλοσφουγγιού· at αγριμολογος.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: