[Εμμανουήλ Ροΐδης, Iστορία ενός τουφεκισμού — απόσπασμα

28/03/2019 § Σχολιάστε

Θα πάγω μ’ έvα πήδημα
ίσια στov άλλον κόσμοv!

[…]

Ο κατάδικος ουδέν απολέσας της αταραξίας του, υπήγε να τοποθετηθή αυθορμήτως αντικρύ των τουφεκιστών εις την κανονισμένην απόστασιν δέκα βημάτων, απωθήσας τον προσελθόντα να περιδέση κατά το σύνηθες τους οφθαλμούς του δια μαντυλίου δεκανέα. Οι στρατιώται ηύθυναν ήδη κατά του στήθους του τα όπλα αναμένοντες το τελευταίον πρόσταγμα, ότε αντήχησαν εκ διαφόρων συγχρόνως ομίλων φωναί: «Δεν μας αποχαιρετάς, Σάνδρε;» Το αποχαιρέτημα τούτο είναι εις τον τόπον μας δικαίωμα του καταδίκου και σχεδόν καθήκον επιβαλλόμενον εις αυτόν υπό της παραδόσεως. Άλλος το προετοιμάζει και άλλος το αυτοσχεδιάζει, άλλος λέγει πολλά και άλλος ολίγα, έκαστος κατά τον βαθμόν της ρητορικής του ικανότητος, όλοι όμως προσπαθούν να είπουν κάτι δια να μη υποτεθή ότι εβούβανεν αυτούς ο φόβος. Ο Σάνδρος δεν ήτο ρήτωρ, ήτο όμως αρκετά καλός τενόρος. Μη ευρίσκων τί να είπη αξιομνημόνευτον ανέμελψεν αντί προσλαλιάς το άσμα των ‘Μασναδιέρων’ του Βέρδι:

Tra – la, Trala lala,
n’andremo d’un salto
nel mondo di là.

Ήτοι:    θα πάγω μ’ έvα πήδημα
ίσια στov άλλον κόσμοv!

Το κύκνειον τούτο άσμα ήτο βεβαίως επίκαιρον, η φωνή του καταδίκου ωραία και η αφοβία, μεθ’ ης ητοιμάζετο να πηδήση εις τον άλλον κόσμον, αληθώς πρωτοφανής. Ευλόγως λοιπόν εξερράγη το πλήθος εις επευφημίας και χειροκροτήματα, οίων ουδέποτε ηξιώθησαν εις το θέατρον ούτε ο Ρόπας, ούτε ο Μάριος, ούτε ο Φασκίνης, ουδ’ αυτή ίσως η Μαλιβράν. Ταύτα αντήχουν ακόμη, ότε ύψωσε το ξίφος ο έχων το πρόσταγμα αξιωματικός, ήστραψαν τα τουφέκια και δέκα σφαίραι ετρύπησαν το στήθος του καταδίκου. Ο θάνατος επήλθεν τόσον ακαριαίος, ώστε δεν επρόφθασε να εξαλείψη το διαστέλλον τα χείλη του μειδίαμα ευδαίμονος αυταρεσκείας.
Ειπέτε μου τώρα, παρακαλώ, αν πιστεύετε ότι ηδύνατο ο θείος μου Βαρνάβας να κάμη τον άνθρωπον εκείνον ν’ αποθάνη τόσον ευχαριστημένος και ν’ αφίση μνήμην ήρωος, αν του ωμίλει περί της ευσπλαγχνίας του Θεού και της μακαριότητος του Παραδείσου, αντί να του υποσχεθή ότι είχεν ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια;
― Ομολογώ ότι το πράγμα επιδέχεται αμφισβήτησιν. Δεν εννοώ όμως πώς ο μακαρίτης θείος σας απεδέχετο να δοξάζη παρ’ αξίαν ως ήρωας τους εχθρούς της πατρίδος του Ναπολιτάνους;
― Δεν το εννοείτε διότι δεν γνωρίζετε, ως φαίνεται, ότι οι Φράγκοι ρασοφόροι δεν έχουν άλλην πατρίδα πλην της Εκκλησίας, ουδ’ άλλον αρχηγόν πλην του Πάπα. Έπειτα ο θείος μου ήτο, ως σας είπα, έξυπνος άνθρωπος και είχε στοιχηματίσει κ’ εκείνος πολλά ότι θ’ απέθνησκεν ο κατάδικος γενναίως.
Η βροχή είχε παύσει και το ανδρόγυνον ηγέρθη να μας αποχαιρετήση. Εξερχόμενος με επροσκάλεσεν ο προκαλόγηρος να υπάγω να ίδω την συλλογήν του Σικελικών αρχαιοτήτων, και την πρόσκλησιν ταύτην επεκύρωσεν η κυρία του δι’ ενός προσηνεστάτου arivederci. Εκατοίκουν το πρώτον πάτωμα μικράς οικίας εις την άκραν της οδού Γαριβάλδη. Επί της κοσμούσης την θύραν χαλκίνης πλακός ανεγινώσκετο υπό το όνομα του ενοίκου ο τίτλος ‘αρχαιολόγος’ (antiquario), σημαίνων εν Σικελία ‘πωλητής αρχαιοτήτων’.
Η δεξίωσις υπήρξε φιλοφρονεστάτη. Η οικοδέσποινα ευηρεστήθη να μου προσφέρη καφέ και να με θαμβώση και πάλιν με την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών και της χρυσής της κόμης, ο δε ξερασωμένος αρχαιολόγος, αφού μοι παρεχώρησεν αντί εκατό μόνον φράγκων δύο ‘σπάνια’ νομίσματα των Συρακουσών, ηυδόκησε να με πληροφορήση ότι, αν πλην των οφθαλμών και της κόμης επεθύμουν να μεταΐδω και τας κνήμας της κυρίας του, ηδυνάμην ν’ απολαύσω την ευχαρίστησιν ταύτην μεταβαίνων το εσπέρας εις το θέατρον Vittorio Emmanuele, όπου ήτο δευτέρα χορεύτρια. Όπως οι καλόγηροι, ούτω είχαν αρχίσει να υπανδρεύωνται εις την Σικελίαν και αι χορεύτριαι.

*

[Εμμανουήλ Ροΐδης, Iστορία ενός τουφεκισμού, από τα Άπαντα, E΄, Eρμής 1978

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

What’s this?

You are currently reading [Εμμανουήλ Ροΐδης, Iστορία ενός τουφεκισμού — απόσπασμα at αγριμολογος.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: