[Η ασύμβατη σχέση της λογοτεχνίας και της τέχνης με την ολοκληρωτική εξουσία ·

30/07/2020 § Σχολιάστε

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ – Γεβεγκένι Ζαμιάτιν, Επιστολές στον Στάλιν,
μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδόσεις Άγρα

Του ©Κώστα Καρακώτια στην ΕφΣυν »»

Ο σταλινισμός παραμένει ακόμα μια σκοτεινή περίοδος της ιστορικής διαχρονίας αλλά και μια χαίνουσα πληγή στο σώμα της Αριστεράς. Η διερεύνηση της αντιστροφής του κομμουνιστικού απελευθερωτικού προτάγματος στην τότε Σοβιετική Ενωση σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς ιδεολογικής χειραγώγησης, καταστολής και τρόμου είναι ακόμα ανοιχτή. Μια πρώιμη εκδήλωση της αντιστροφής αυτής ήταν ο έλεγχος και η επιτήρηση της λογοτεχνίας και των συγγραφέων από το νέο καθεστώς, που συγκροτούνταν σταδιακά. Οι διανοούμενοι ηγέτες των μπολσεβίκων γνώριζαν προφανώς τη σημασία και τη δύναμη της λογοτεχνίας.

Ο λογοκριτικός έλεγχος και τα συγκεκριμένα αποτελέσματά του σε δύο πολύ γνωστούς συγγραφείς περιγράφονται στο κομψό τομίδιο των εκδόσεων «Αγρα» της σειράς «Επιστολές». Το βιβλίο αποτελείται από τις επιστολές που έστειλαν στον Στάλιν οι δύο αυτοί συγγραφείς, από ακόμα μία της συζύγου του πρώτου, από ένα επιπλέον σημαντικό προδρομικό κείμενο του Ζαμιάτιν και τον εξαιρετικά κατατοπιστικό πρόλογο της μεταφράστριας Αλεξάνδρας Ιωαννίδου.

Οι δύο συγγραφείς, όταν στέλνουν τις επιστολές τους στον Στάλιν, έχουν ήδη καταγραφεί στην περιοχή της ρωσικής λογοτεχνίας. Ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, συγγραφέας του εμβληματικού μυθιστορήματος «Ο μετρ και η Μαργαρίτα», γεννήθηκε το 1891, σπούδασε ιατρική και εργάστηκε κυρίως σε εφημερίδες και στον χώρο του θεάτρου. Αρχισε να δημοσιεύει από τη δεκαετία του 1920.

Δεν προσχώρησε ποτέ στο σοβιετικό καθεστώς και η στάση του απέναντί του ήταν σχετικά αμφίσημη και πάντα κριτική. Στα γραπτά του σατίρισε διάφορες πλευρές της νέας σοβιετικής πραγματικότητας και τις αλλαγές που επέφερε η επανάσταση. Πολλές φορές η λογοκρισία ματαίωσε και μετά το 1930 απαγόρευσε οριστικά τις παραστάσεις των θεατρικών έργων του και την έκδοση των βιβλίων του. Πέθανε πρόωρα το 1940.

Ο Γεβγκένι Ζαμιάτιν γεννήθηκε το 1884, σπούδασε ναυπηγός-μηχανικός και είχε ενεργή επαναστατική δραστηριότητα με το κόμμα των μπολσεβίκων. Στη Ρωσία επέστρεψε το 1917 από την Αγγλία , όπου είχε καταφύγει, και ασχολήθηκε με τη συγγραφή και το θέατρο. Αν και υποστήριξε την επανάσταση, γρήγορα άρχισε να επικρίνει τις πρακτικές του νέου καθεστώτος και κυρίως την άσκηση λογοκρισίας και ελέγχου στους συγγραφείς. Στο τέλος της δεκαετίας του 1920 απαγορεύτηκε η έκδοση των έργων του. Το πιο γνωστό του μυθιστόρημα είναι το μελλοντολογικό και δυστοπικό «Εμείς», που αποτέλεσε και πηγή έμπνευσης του Χάξλεϊ, του Οργουελ και πολλών άλλων. Το 1931 δόθηκε στον Ζαμιάτιν η άδεια να φύγει από τη Σοβιετική Ενωση μαζί με τη γυναίκα του. Εγκαταστάθηκε και έζησε πάμφτωχος στο Παρίσι, όπου και πέθανε το 1937.

Ο Μπουλγκάκοφ και ο Ζαμιάτιν, παρά τις διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές τους, συνδέονταν μεταξύ τους με αμοιβαία εκτίμηση και φιλία. Η σύνδεσή τους γίνεται εντονότερη την περίοδο που στέλνουν τις επιστολές στον Στάλιν και ο ένας συμβουλεύει τον άλλο για το ύφος και το περιεχόμενό τους. Και οι δύο ζητούν από τον Στάλιν να παρέμβει προσωπικά, προκειμένου να τους επιτραπεί η έξοδος από τη χώρα. Ο Μπουλγκάκοφ από το 1929 μέχρι το 1934 στέλνει συνολικά πέντε επιστολές με το ίδιο αίτημα, χωρίς να δεχτεί ποτέ απάντηση. Στις επιστολές του μάλιστα διεκτραγωδεί τις περιπέτειές του με τους αρμόδιους κρατικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς για τη μετανάστευση. Δικαιολογεί το αίτημά του με την απαγόρευση τόσο των παραστάσεων των θεατρικών έργων του όσο και της έκδοσης των βιβλίων του.

Περιγράφει αναλυτικά το έργο του και τις μεθοδευμένες από τους κομματικούς μηχανισμούς καταδικαστικές κριτικές. Αναφέρεται βέβαια στη δυσκολία της επιβίωσής του και στην κατάσταση της υγείας του, αλλά προτάσσει την αδυναμία του να εργαστεί ως συγγραφέας και γι’ αυτό, με πραγματικό πόνο, ζητά να φύγει από τη χώρα, αφού δεν του επιτρέπεται να προσφέρει αυτό που μπορεί.

Ο Ζαμιάτιν δε, στην αρχή κιόλας της μοναδικής επιστολής του, αναφέρει στον Στάλιν ότι είναι καταδικασμένος στην εσχάτη των ποινών, αφού του έχουν στερήσει τη δυνατότητα να γράφει. Στη συνέχεια περιγράφει και αυτός τους μεθοδευμένους διωγμούς του και τις αρνητικές πολιτικά κριτικές του έργου του από τους ίδιους μηχανισμούς. Τονίζει ότι λόγω της προηγούμενης επαναστατικής του δράσης ίσως να μη γίνει δεκτός στο εξωτερικό, αλλά επιθυμεί να φύγει για να αρθεί η θανατική του καταδίκη ως συγγραφέα.

Στο κείμενό του, που φέρει τον τίτλο «Φοβάμαι» και είναι του 1921, περιγράφει την πνευματική κατάσταση τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια και καταγγέλλει την κομματική εθελοδουλία των λογοτεχνών. Διατυπώνει τη θέση ότι η αληθινή λογοτεχνία δεν γίνεται από διεκπεραιωτικούς υπαλλήλους, αλλά από δημιουργούς τρελούς, ερημίτες, ονειροπόλους, επαναστάτες και αμφισβητίες. Προβλέπει δε ότι, εάν παραμείνει ο φόβος του αιρετικού λόγου, τότε το μέλλον της ρωσικής λογοτεχνίας θα είναι μόνο το παρελθόν της.

Η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου στην προλογική μελέτη της αποδεικνύει ότι ο οργανωμένος ζόφος, που προκύπτει από τις αγωνιώδεις επιστολές των δύο συγγραφέων, είναι συστατικό στοιχείο της πολιτικής του νέου καθεστώτος στον χώρο των διανοουμένων. Εξηγεί ακόμα την προνεωτερική και διαχρονική τάση στη Ρωσία τής απευθείας επικοινωνίας με τον κάθε φορά Ηγέτη και καταγράφει και τις διάφορες απόψεις στο εσωτερικό του κόμματος για τον έλεγχο των συγγραφέων. Εντυπωσιάζει δε η αρκετά σκληρή θέση για την επιτήρηση των συγγραφέων του Τρότσκι το 1922, με την οποία μάλιστα ο Στάλιν διαφωνεί.

Η έκδοση συνολικά είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορικά και, εκτός από το δράμα των συγκεκριμένων συγγραφέων, αναδεικνύει την

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

What’s this?

You are currently reading [Η ασύμβατη σχέση της λογοτεχνίας και της τέχνης με την ολοκληρωτική εξουσία · at αγριμολογος.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: