[μια καρδιά- φακίδα για διαθήκη·

15/03/2018 § Σχολιάστε

Ποίηση της Σελάνας Γραίκα
-15 χρόνια Στάχτες -Αρχείο Μαρτίου, 2016
Κάθε Τετάρτη (εκτάκτως σήμερα Πέμπτη), μια ανάρτηση-αφιέρωμα

Σχέδιο Πόλεως

Όσο μεγαλώνω, σιγουρεύομαι,
πως σαν θα ρυτιδιάσω,
θέλω ένα χαρέμι δίπλα μου
από Ωραίους νέους και κοπελιές
με μάτια γαλανά, αφτιασίδωτα,
να με κοιτούν κατάσταυρα
και να ρουφάω ζωή.

Να λέω τις ιστορίες μου
κι αυτών τα στόματα να χάσκουν.
Πως ήτανε ο άντρας μου
κωλόπαιδο, Ιρλανδός,
με βλέμμα καπνοκαθαριστή
κάθε ζωή, πως συναντιόμασταν
τυχαία, στα αδειανά βαγόνια τρένων
και συστηνόμασταν απ’ την αρχή.

Μα πάντα καταλήγαμε,
αυτός σε πόλεμο αντάρτικο
κι εγώ να γιατροπορεύω
ανάπηρους πολέμου…

Και με το δάχτυλο του άφηνε,
μια καρδιά- φακίδα για διαθήκη.

fav-3

Το παλιοθήλυκο( του Βάρναλη)

Τσακωνόμαστε αρκετά με τον Κώστα.
Είναι που μοιάζουμε πολύ- το δίχως άλλο.
Πήρα το θράσος κάποτε,
για να με προγυμνάσει!

Τι το θελα η κακογλωσσού,
όλο φωνές μου βάζει…

«Το μέτρο δεν βαστείς
που το’ χεις μαθημένο,
απ’ τους παλιούς ιερείς
και όλους τους μεγάλους.
Ήρθες εδώ τα νεύρα να μου σπάσεις;
Καλογνωμίζεσαι, γράφεις καλά
και δεν ακούς κανένα
όλο του κεφαλιού σου
κάνεις,
φωνήεντα κρατείς στα χέρια σου
μα τα μυαλά ανοιγμένα.»

*

©Σελάνα Γραίκα, Στάχτες Μαρτίου, 2016

η εικόνα είναι του αγριμολόγου

[με ελαφροτέραν ή βαθυτέραν υπόκλισιν·

13/03/2018 § Σχολιάστε

Aldous Huxley with a parrot and Lord Tredegar in the 1930’s

Καλός χαρακτήρ και ικανότης προς εκτέλεσιν του προορισμού του είνε ο σκοπός, εις τον οποίον οφείλει να τείνη πας άνθρωπος αξιοπρεπής και σεβόμενος τον εαυτό του.

(Εκτός των σημείων στίξης, η Ορθογραφία είναι του αρχικού κειμένου)

Εισαγωγή
Η τήρησις των τύπων της αβρότητος, της ευπρέπειας και των καλών τρόπων είνε καθήκον, του οπίου η εκτέλεσις συντελεί εις την μόρφωσιν του χαρακτήρος και δίδει χάριν εις την ζωήν. Δια να επενεργήση όμως εις την ανύψωσιν του ανθρώπου η τήρησις των κανόνων της καλής συμπεριφοράς, δεν πρέπει να εφαρμόζεται μηχανικώς. Τότε μόνον η ευγένεια των τρόπον επιδρά επί του χαρακτήρος και φέρει την αρμονίαν εκείνην μεταξύ των αισθημάτων και των τρόπων, η οπία ανυψώνει ιδίως τας γυναίκας, και ελκύει καθώς το άρωμα τρυφερού άνθους.

Εν συντόμω η τήρησις των κανόνων της ευπρέπειας είνε δι’ όλους απαράβατων καθήκον, είνε απαίτησις της καρδίας, απαίτησις της ανάγκης και μας επιβάλλεται χάριν αυτής της ευτυχίας μας.

A’ – Οι χαιρετισμοί
Άξιοι προσοχής είνε πρό πάντων οι εξής κανόνες:

1. Οι νέοι και υποδεέστεροι οφείλουν πρώτοι να χαιρετίζουν τους πρεσβυτέρους και τους προϊσταμέμους των.
2. Τον χαιρετισμόν μας ετοιμάζομεν από τινα απόστασιν. Είνε απρεπές να χαιρετίζωμεν τον διαβαίνοντα την τελευταία στιγμήν. Προτιμότερον είνε να δείξωμεν εκ των προτέρων, δια του ύφους και της εκφράσεως του προσώπου, ότι ετοιμαζόμεθα να χαιρετίσωμεν.
3. Ο χαιρετισμός γίνεται με ελαφροτέραν ή βαθυτέραν υπόκλισιν, αναλόγως την κοινωνικής θέσεως του χαιρετιζόμενου.
4. Εάν ο χαιρετισμός μας δεν ανταπεδόθη, διότι δεν παρετηρήθη, πρέπει αδιστάκτως να τον επαναλάβωμεν.
5. Έκαστος χαιρετισμός απαιτεί ανάλογον αντιχαιρετισμόν.
6. Κύριοι καπνίζοντες αφαιρούν από το στόμα το σιγάρον, οσάκις πρόκειται να χαιρετίσουν κυρίαν, προ πάντων δε όταν μιλούν προς αυτήν.
7. Εάν από δύο ή περισσοτέρους συμπεριπατούντας είς χαιρετισθεί από τρίτον, ή εάν αυτός χαιρετίσει φιλικώς άλλον, πρέπει και οι σύντροφοί του να επαναλάβουν τον χαιρετισμόν. Η περίπτωσις αυτή αφορά μόνο τους κυρίους, διότι αι κυρίαι δεν χαιρετίζουν κυρίως αγνώστους.
8. Εισερχόμενοι εις δωμάτιον, όπου συναντώμεν παρεκτός των γνωστών προσώπων και άγνωστα, πρέπει να χαιρετίσωμεν πρώτον μεν τους γνωστούς δια χειραψίας, – εάν δια της στάσεως και της εκφράσεώς των προσκληθώμεν, – τους δε αγνώστους με υπόκλισιν.
9. Την χείραν δίδει πρώτος πρός χαιρετισμόν ο ανώτερος ή πρεσβύτερος. Μεταξύ κυρίων και κυριών, ο κύριος περιμένει να τείνει πρώτα την χείραν η κυρία. Το σφίξιμο και το τίναγμα της χειρός επιτρέπονται μόνον μεταξύ συγγενών και στενών φίλων.
10. Παρουσιαζόμενοι εις αγνώστους χρεωστούμεν να χαιρετίσωμεν ένα έκαστον φιλοφρόνως με κατάλληλον υπόκλισιν.
11. Κατά τον χαιρετισμόν, καθώς και κατα τον αποχαιρετισμόν, πρέπει να χαιρετίζωμεν πάντοτε πρώτον τους πρεσβύτερους, προς τους οποίους χρεωστούμεν σεβασμόν οι νεώτεροι.
12. Οι κύριοι αποτείνουν γενικόν χαιρετισμόν οσάκις εισέρχονται εις σιδηροδρομικήν άμαξαν ή κλειστήν άμαξαν ιππποσιδηροδρόμου.
13. Εάν ευρεθώμεν εις την ανάγκην να ανταλλάξωμεν λέξεις τινάς με εντελώς άγνωστον πρόσωπων, δια να λάβωμεν πληροφορίας, ευχαριστούμεν ευγενώς μετά την λειφθείσαν απάντησιν και υποκλινόμενοι απομακρυνόμεθα.

Εντός της οικίας 
1. Πρέπει να προσπαθούμεν βαδίζοντες ή καθήμενοι να έχωμεν πάντοτε στάσιν όσον το δυνατόν κοσμίαν και αφελή. Νωχελής στάσις του σώματος μαρτυρεί αμεριμνησίαν και νωθρότητα, βλάπτει δε την υγείαν. Εν τούτοις πρέπει ν’ αποφεύγωμεν την υπεροπτικήν ανόρθωσιν της κεφαλής.
2. Αι κινήσεις του σώματος άς είνε ελαφραί και φυσικαί. Άς προσέχωμεν προσέτι κατά τον βηματισμόν να μην κινώμεν ασκόπως ολόκληρον το σώμα. Βαδίζοντες στρέφομεν τους πόδας ολίγον προς τα έξω. Πρέπει ν’ αποφεύγωμεν το νωθρόν βάδισμα και να μην ταλαντευώμεθα κροτούντες ή σύροντες επί του εδάφους τους πόδας.
3. Άτοπον είνε να στηρίζωμεν τας χείρας επί πλευρών ή να τας κινούμεν. Αι χειρονομίαι πρέπει να γινωνται με λεπτότητα και ευλυγισίαν και όχι ορμητικοί. Οι δε κύριοι συνομιλούντες προς κυρίας δεν πρέπει να έχουν τας χείρας εις τα θυλάκια.
4. Πρέπει ν’ αναβαίνωμεν την κλίμακα με μέτριον βηματισμόν, χωρίς πηδήματα και θόρυβον. Βιαστική ανάβασις της κλίμακος, ιδίως με ανοικτόν στόμα είνε πράγμα άσχημον, ακόμη δε και επιβλαβές εις την υγείαν. Επίσης άτοπον είνε να σύρωμεν τους πόδας. Τούτο και δυσάρεστον θόρυβον προξενεί και τα υποδήματα προώρως φθείρει.
5. Περιττόν είνε να στηριζώμεθα εις το κιγκλίδωμα της κλίμακος και μάλιστα εφ’ όσον είμεθα νέοι και υγιείς.
6. Κατά την ανάβασιν της κλίμακος αι κυρίαι πρέπει να σηκώνουν το φόρεμα τόσον, ώστε να μην εγγίζη την βαθμίδα. Μαρτυρούν μεγάλην αμέλειαν όσαι, διά ν’ αποφύγουν τον μικρόν αυτόν κόπον, καταστρέφουν προώρως τα ενδύματά των. Το δε χειρότερον είνε όταν το πρωϊ καταβαίνουν ασάρωτον κλίμακα και την σκουπίζουν με τα συρόμενα φορέματά των.
7. Όταν κύριος και κυρία αναβαίνουν κλίμακα, ο κύριος πρέπει να προηγήται.
8. Το άνοιγμα και κλείσιμον των θυρών πρέπει να γίνεται όσον το δυνατόν αθορύβως. Το δυνατόν επενειλλημένον κωδώνισμα ή το πολύ δυνατόν κτύπημα της εξωθύρας είνε κακή συνήθεια.
9. Εισερχόμενοι οφείλομεν να κλείωμεν πάσαν θύραν, την οποίαν ευρήκαμεν κλειστήν, Εάν έκλεισε με κρότον η θύρα από αμέλειάν μας ή από τον άνεμον, πρέπει να ζητήσωμεν συγνώμην. Επίσης πρέπει να κλείωμεν με προσοχήν τας θύρας και κατά την αναχώρησιν.
10. Διερχόμενοι από δωμάτια πρέπει να προσέχωμεν να μην παρασύρωμεν τους τάπητας, ούτε να προσκρούωμεν αδεξίως εις τα θύρας, τα έπιπλα και άλλα αντικείμενα.
11. Καθήμενοι εις ανάκλιντρον πρέπει προσέτι να προσέχωμεν να μην μετακινούμεν τα το προσκεφάλαια και τα σκεπάσματα.

Εκτός της οικίας
1. Πριν ακόμη εξέλθωμεν της οικίας, πρέπει να τακτοποιούμεν καλώς την ενδυμασίαν μας. Είνε απρεπές να φορώμεν καθ’ οδόν τα χειρόκτια, να κομβώνωμεν τα ενδύματα ή να στερεώνωμεν τα υποδήματά μας.
2. Εν καιρώ βροχής ή με ήλιον πρέπει να κρατώμεν με προσοχήν την ομβρέλλαν, ώστε να μη ενοχλή τους άλλους. Ποτέ δεν την κρατούμεν κάτω από την μασχάλην, διότι ημπορούμεν να κτυπήσωμεν κανένα διαβάτη• διά να αποφύγωμεν εις στενόν πεζοδρόμιον την σύγκρουσιν, πρέπει να υψώνωμεν ή να χαμηλώνωμεν κατά τας περιστάσεις την ομβρέλλαν μας.
3. Ας μη παραλείπωμεν να ανασηκώνωμεν τα φορέματά μας, όταν ο δρόμος έχει σκόνην ή λάσπην. Με τον μικρόν αυτόν κόπον όχι μόνον προφυλάττομεν τα ιδικά μας ενδύματα, αλλά και δεν σκονίζομεν αδίκως τους άλλους.
4. Εάν πάθη η ενδυμασία μας βλάβην τινά, πρέπει να εισέλθωμεν ταχέως εις την πρώτην ανοικτήν θύραν ή και να κρούσωμεν κλεισμένην, ζητούντες την άδειαν να εισέλθωμεν και επιδιορθώσωμεν την βλάβην.
5. Συναντώντες εις στενόν πεζοδρόμιον πρεσβύτερα πρόσωπα, παραμερίζομεν δια ν’αφίσωμεν δίοδον.
6. Εάν ενώ βαδίζομεν βραδέως, ακούσωμεν άλλον ερχόμενον όπισθέν μας με βήμα ταχύ, αφίνομεν τόπον δια να περάση.
7. Όταν αιφνιδίως συναντηθούν δύο αντιθέτως ερχόμενοι, παραμερίζουν ο καθείς προς τα δεξιά του προς αποφυγήν αμοιβαίων ασκόπων υποχωρήσεων.
8. Αι νεώτεραι κυρίαι βαδίζουν πάντοτε προς τα αριστερά των πρεσβυτέρων και τότε ανασηκώνουν το φόρεμα των αριστερόθεν.
9. Εάν νεώτερος αναγκασθή τυχαίως να βαδίση προς τα δεξιά πρεσβυτέρου, επιζητεί την πρώτην κατάλληλον περίστασιν δια να επανέλθη προς τα αριστερά.

«Οδηγός της Οικοδεσποίνης» από τις εκδόσεις «Ωφέλιμων Βιβλίων», 1930

Α’ δημοσίευση Στάχτες 19.01.2015

 

[«μια μελανιά χάραζε την γαλάζια φλέβα» ·

07/03/2018 § Σχολιάστε

Ποίηση του Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου
-15 χρόνια Στάχτες -Αρχείο Μαρτίου, 2016
Κάθε Τετάρτη, μια ανάρτηση-αφιέρωμα

fav-3

Τυχαία Συνάντηση Με Τον Χριστό

εγώ
που ποτέ μου δε πίστεψα
στην παρουσία Σου
είδα
Χριστό εσταυρωμένο
στα μάτια
του αγοριού απ’ το απέναντι φανάρι

τα αγκάθια
το ίδιο ικετευτικά
μπήγονταν στο κροταφικό υπόμνημα
“ιλί ιλί λαμά σαβαχθανί”

μόνο που εδώ κανείς δε μίλησε
για βασιλιά

στο δεξί του χέρι
μια μελανιά χάραζε την γαλάζια
φλέβα
έτσι που το γαλάζιο
να λερώνεται με λίγο μοβ
της απουσίας

κι ήταν όμορφο τ’ αγόρι
η σκηνή της σταυρώσεως
το μοβ καρφάκι
ο ήλιος που χάιδευε
το πυρρόξανθο γενάκι του

πόνεσα πολύ
όχι απ’ την αδυναμία μου
να πιστέψω σε Σένα
αλλά από την ομορφιά
που εμφανίστηκε μπροστά μου
(στον δρόμο όλο κίνηση
στην βιασύνη του κόσμου
στην τόσο αργή μου
περιπλάνηση)
και τραυμάτισε ξώφαλτσα
το σίγουρο βήμα
που επέβαλε
ο ρυθμός
της μουσικής που άκουγα
αφηρημένα.

εγώ ο άπιστος και αμετανόητος
ξένος Σου
εγώ που πρώτος σημάδεψα
την απροσδιοριστία Σου
με αδιαφορία
εγώ που διάλεξα την αυτοκαταστροφή
αντί για την σωτηρία
είδα το χαμογελαστό Σου
πρόσωπο
μέρα μεσημέρι
στον κεντρικό δρόμο
της πόλης που μισείς
και σε ερωτεύτηκα
μικρέ μου θεέ

αλήθεια-
ξέρεις πως καπνίζουμε
την ίδια μάρκα τσιγάρα;

Κι Όλα Ξεκίνησαν Από Εδώ:

Λίγο μετά την πτώση των τειχών
της Βαβυλώνας
ένα μωρό παιδί γεννήθηκε
μέσα στα ερείπια.

Ποιητή το βάφτισε η στάχτη
κι είχε για συντροφιά του
ένα καταγάλανο άστρο.

Στο μεγάλο βιβλίο της Ζωής
προς το τέλος
σημειώνεται ότι:

“το παιδί αυτό ρίζωσε σε τόπο
βροχερό
χτίζοντας μια πόλη όλο αίμα
και δίνοντάς της το δυσοίωνο
όνομα

Βαβέλ”.

*

 

*

©Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Στάχτες Μαρτίου, 2016

[Μιάν άλλη φορά ·

28/02/2018 § Σχολιάστε

Της Αλεξάνδρας Αλεξανδρίδου
-15 χρόνια Στάχτες -Αρχείο Φεβρουαρίου, 2016
Κάθε Τετάρτη, μια ανάρτηση-αφιέρωμα

fav-3

Πέρασε το πρωί του να αδειάζει ντουλάπες και συρτάρια. Κουστούμια, παντελόνια, πουκάμισα λευκά, γραβάτες, γυαλιστερά καλά παπούτσια έμπαιναν πρόχειρα σε μαύρες σακκούλες που φούσκωναν στο δωμάτιο. Θα κρατούσε μόνο κοντομάνικα, φόρμες, φούτερ, ίσως και κανένα ελαφρύ πλεχτό για το φθινόπωρο. Δε θα χρειαζόταν τα χειμωνιάτικα. Τι να τα κρατούσε; Μάλλον δε θα προλάβαινε τον επόμενο χειμώνα.Άσε που δεν του έκαναν πια. Κολυμπούσε μέσα σε όλα. Μπατζάκια και μανίκια του κρέμονταν, σα να ήταν κλόουν. Καλύτερα να τα έδινε όλα. Σίγουρα κάποιοι άλλοι, τα είχαν περισσότερο ανάγκη. Δεν κάθισε κάν να τα κοιτάξει λιγάκι πριν τα σακκουλιάσει. Να ανάψει ένα τσιγάρο, σαν πρωταγωνιστής σε ταινία, να τα κοιτάξει μελαγχολικά και να αναπολήσει τις στιγμές που του θύμιζαν. Καλύτερα να μη σκεφτόταν και πολύ.

            Ακούστηκε το κινητό του, κάπου χαμένο ανάμεσα στα ρούχα που ετοιμάζονταν για αναχώρηση. Το όνομα της ανηψιάς του αναβόσβηνε στην οθόνη. Δεν άντεχε να απαντήσει εκείνη την ώρα. Κρατώντας το κινητό, κοίταξε μια φωτογραφία τους απέναντι στο κομοδίνο. Χαμογελαστός τριαντάρης με μαύρα, σγουρά, πυκνά μαλλιά και τα τεράστια κοκκάλινα καφέ γυαλιά της εποχής, κρατούσε αγκαλιά το μωρό, λίγων μηνών ακόμα. Αναρωτιόταν πόσο είχε αλλάξει από τότε. Δεν είχε καν το κουράγιο να αντικρύσει τον εαυτό του στον καθρέφτη πια. Έτρεμε μια ζωή τα γηρατειά, τις ρυτίδες, τα αυλάκια στα μάγουλα, την αλλοίωση στο πρόσωπο. Κακώς είχε ξεχάσει να φοβάται και τις αρρώστιες. Δεν είχε υπολογίσει καλά τα πράγματα.

            Ήθελε πολύ να την ακούσει. Ήξερε τι ήθελε. Να του θυμίσει την πρόσκληση αύριο το βράδυ στο σπίτι της για να γνωρίσει το φίλο της. Δεν άντεχε να πάει, αλλά ούτε και να της το αρνηθεί. Προς το παρόν έπρεπε να ξεφορτωθεί τα ρούχα, κάπου που είχε υπόψη του ότι τα χρειάζονταν. Δύο μέρες ακόμα πριν τη νέα εισαγωγή και με την ευκαιρία θα έπαιρνε και λίγο αέρα αυτή την τελευταία άνοιξη. Στοίβαξε τις σακκούλες στο αυτοκίνητο και κατηφόρησε με τα πόδια στο παρκάκι της γειτονιάς. Μετά από κάποια βήματα βαριά, κάθισε τελικά σε ένα παγκάκι λαχανιασμένος. Έβγαλε το κινητό του: «Κορίτσι μου δε θα μπορέσω δυστυχώς αύριο. Κάτι προέκυψε. Μια άλλη φορά, ναί? Σε φιλώ.» Θα προτιμούσε την αλήθεια, αλλά τι να της έλεγε και τι να καταλάβαινε.

            Η κλήση από το τηλέφωνό του τη βρήκε να τρέχει να προλάβει ένα ραντεβού. Την άκουσε και είδε ποιός καλούσε. Δε ήθελε να του απαντούσε. Ήταν ακόμα πολύ θυμωμένη με το προχθεσινό ψέμα του. Άκου κάτι προέκυψε! Τι δηλαδή;

Το άφηνε να χτυπάει αλλά άρχισε να το μετανιώνει. Πήρε πίσω. Η φωνή της μάνας της και όχι εκείνου. «Μπήκε στην εντατική. Είμαι στο νοσοκομείο. Έλα σε παρακαλώ». Με ένα ξερό «καλά», έκλεισε το τηλέφωνο και σταμάτησε σε ένα παγκάκι. Μια ανάσα, πριν τρέξει πάλι προς τη λεωφόρο για ταξί. Εντατική; Γιατί; Αφού της το είχαν πει ότι πήγαινε πολύ καλύτερα. Θα μπορούσε να τον δεί; Θα προλάβαινε να του μιλήσει; Μα προχθές μόνο πρόλαβε να τη θυμώσει. Και εκείνη έδειχνε να μην καταλαβαίνει τίποτα ή μάλλον να μη θέλει να καταλάβει. Επέμενε να τον σκέφτεται, όπως ήταν πριν αρρωστήσει, όπως ήταν πάντα. Να απευθύνεται στον παλίο της θείο, να θυμώνει με τα ψέματα του, να αρνείται να δει ότι τους τελευταίους μήνες εκείνος είχε επιλέξει να αποχαιρετά σιγά σιγά ό,τι τον περιτριγύριζε.

Έβαλε τσιγάρο στο στόμα και μετάνιωνε για το θυμό της. Γιατί της ήταν τόσο δύσκολο να καταλάβει; Έψαξε στην τσάντα και στις τσέπες της για τον αναπτήρα. Μετάνιωνε ακόμα πιο πολύ. Τελευταία μόνο ο δικός της χρόνος της φαινόταν να είναι αμείλικτος, ενώ ο δικός του ήταν ο περιορισμένος. Ο κοινός τους χρόνος ήταν που λιγόστευε τελικά και ήταν ήδη αργά. Ξεκίνησε να τρέχει πάλι και μπήκε στο πρώτο ταξί για το νοσοκομείο.

Φόρεσε την πράσινη στολή του χειρούργου που της έδωσαν και ένιωθε σαν εξωγήινος, όταν μπήκε στο δωμάτιο. Στο απέναντι κρεβάτι εκείνος καλωδιομένος. Τον κοιτούσε σα χαμένη και αναρωτιόταν, αν ήταν ήδη μακριά. Αν ήταν αυτό το δωμάτιο το μεταβατικό σταδιο. Την τρόμαζε πάντα η λέξη «εντατική», γιατί σήμαινε το βήμα πριν το τέλος. Καθώς πλησίαζε προς το κρεβάτι, εκείνος άνοιξε τελικά τα μάτια του διάπλατα. Αυτά τα τόσο περίεργα ανοιχτά γαλανά του μάτια. Το μόνο χαρακτηριστικό που είχε απομείνει αναλλοίωτο πάνω του. Στο σκελετωμένο πρόσωπο του, τα μάτια του φάνταζαν τον τελευταίο μήνα όλο και μεγαλύτερα, όλο και πιο λαμπερά. Προσπαθούσε να της μιλήσει, μα ο σωλήνας στο στόμα του, δεν τον άφηνε. Ήταν ζωντανός και εκείνη άρχισε να κλαίει, γιατί έως εκείνη τη στιγμή ήταν σίγουρη ότι το ταξίδι του είχε ήδη ξεκινήσει. Είχε όμως λίγο χρόνο ακόμα. «Συγχώρα με. Δεν ήθελα να σου θυμώσω». Ήθελε να σταματήσει να κλαίει, για να μην τον τρομάζει περισσότερο.

Κούνησε το κεφάλι του δεξιά αριστερά προσπαθώντας να της πει κάτι. Ρουφώντας τη μύτη της, του είπε να μην ανησυχεί. «Μόλις βγεις, θα έρθεις από το σπίτι». Τα γαλανά του μάτια έκλεισαν πάλι αργά και το στόμα του πήρε να σχηματίσει κάτι σαν αχνό χαμόγελο. «Μιάν άλλη φορά» σκέφτηκε και ήταν αλήθεια τώρα.

*

©Αλεξάνδρα Αλεξανδρίδου, Στάχτες Φεβρουαρίου, 2016
φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Where Am I?

You are currently browsing the Στάχτες category at αγριμολογος.