Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή, Τα μπονζάι

21/02/2018 § Σχολιάστε

-15 χρόνια Στάχτες/ Αρχείο Φεβρουαρίου 2016
Κάθε Τετάρτη, μια ανάρτηση-αφιέρωμα

Χαμένοι στο πάρκο του Ουένο, στο βόρειο Τόκιο, ξεμπουκάρουμε σε μια λίμνη σκεπασμένη ολόκληρη από πλατιά στρογγυλά φύλλα και νούφαρα. Στην όχθη της  στημένα, μια σειρά περίπτερα σαν και εκείνα που στεγάζουν τα μικρεμπόρια της Aνατολής αλλά και των δικών μας πανηγυριών. Κόσμος συνωστίζεται και οι φωτογραφικές μηχανές κελαηδούν ακατάπαυστα.

Πλησιάζω περίεργη κι ανακαλύπτω μια έκθεση μπονζάϊ. Μια ατέλειωτη σειρά από αυτά τα τερατώδη φυτά που αναπαρασταίνουν την νανοποιημένη βλάστηση ενός γκιουλιβερικού κόσμου. Αντίθετα προς όλα εκείνα που έχω δει μέχρι τώρα στη Δύση, είναι όλα τους ανθισμένα.

Εδώ, η κάθε γλάστρα είναι μια πραγματική σταρ. Μόνη της στη μέση του τσαντιριού, θρονιασμένη σε ένα βάθρο με ετικέτα που δηλώνει το όνομά της και την ηλικία της,  φαίνεται να έχει επιλεχθεί ανάμεσα σε πλήθος άλλες για την εξαιρετική της επίδοση. Καλλιστεία  μπονζάι  δηλαδή και το κάθε φυτό μια καλλονή που φιγουράρει με κάθε μέσο: τραπεζάκι-βάθρο από λάκα, πήλινο δοχείο από φαγιάνς ή σελαντόν κοσμημένο με ανάγλυφες  παραστάσεις, φόντο σε λεπτούς τόνους πράσινου που αξιοποιεί τα φυσικά χρώματα του μπονζάϊ. Μέχρι και το ψάθινο χαλί, το ταταμί, είναι ξεχωριστό με μοτίβα εμπνευσμένα από τον φυτικό κόσμο! Οι κορμοί των μπονζάι είναι πολύπλοκοι και στριφτοί, θυμίζουν κορμούς αιωνόβιων ελαιόδεντρων σε μικρογραφία.

Παρατηρώ με ενδιαφέρον τα αξιοθέατα αυτά τέρατα, εξωφρενικές  μινιατούρες δέντρων… Μικρές στο δέμας  αλλά εκπληκτικές, με τις ρίζες  πλεγμένες κατά τέτοιον τρόπο ώστε να φαίνονται σα να στέκονται στις μύτες των ποδιών τους ενώ οι κορμοί καλλιτεχνικά στραβοί μεταφέρουν το κέντρο του βάρους απίθανα μακριά απ’ την περίμετρο της γλάστρας. Το εκπληκτικότερο βέβαια είναι τα λουλούδια τους.

Πρόκειται κυρίως για αζαλέες λευκές, κόκκινες, πορτοκαλιές, ροζ, κρεμ, μια θεσπέσια παλέτα και σε μια άνθιση πληθωρική σε σημείο που οι ανθοί να κατακλύζουν τα μικρά λεπτεπίλεπτα κλαδιά και να  σκεπάζουν παντελώς τα φύλλα. Και συμβαίνει το εξής: σε αντίθεση με το διαστρεβλωμένο φυτό-τέρας που έχει υποστεί την αφύσικη υποχρέωση της σμίκρυνσης, τα λουλούδια οργιάζουν σε ένα απόλυτα φυσικό, ίσως υπερφυσικό, μέγεθος. Μοιάζουν με λαμπρά πυροτεχνήματα. Είναι σαν η φύση – καταπιεσμένη, προδομένη στην ανάγκη της να αναπτυχθεί – έχει πάρει τη ρεβάνς της καταπατώντας τις προθέσεις του βιρτουόζου κηπουρού. Η  μήπως εκείνος θέλοντας να ξεπεράσει τον εαυτό του προκάλεσε αυτό το δεύτερο αντιφατικό θαύμα; Μάλλον όχι. Αυτό που συμβαίνει φαντάζει απροσδόκητο και μου αρέσει να το κρίνω σαν μια εκρηκτική επανάσταση που ξέσπασε εις πείσμα της αυστηρά τιθασευμένης αισθητικής επιβάλλοντας την τρέλα του!

Τα τόσο ιδιαίτερα αυτά φυτά μου περνούν άμεσα το μήνυμά τους: κατσιασμένα απ’ τη μια μεριά και επαναστατημένα απ’ την άλλη εικονογραφούν το ιαπωνικό ταμπεραμέντο. Είναι αλληγορίες κατ’ εικόνα και ομοίωση του Ιάπωνα που καταπιεσμένος απ’ την ανατροφή του  και  την παράδοση, αναπτύσσει μια συμπεριφορά κλειστή και υπερδιακριτική  καταπιέζοντας την προσωπικότητα του. Όταν όμως του δοθεί η ευκαιρία  ανθίζει με τον ίδιο εξωφρενικό τρόπο των μπονζάι. Στο καραόκε, όταν για μια στιγμή μεταμορφώνεται σε τραγουδιστή μόδας, υπό την επήρεια του σάκε, όταν ακόρεστα παραδίνεται στη βία των μηχανικών παιγνιδιών, και σε τόσα άλλα…

Απτό παράδειγμα η νεαρή  Αγιάκο που μας φιλοξενεί στη Γιοκοχάμα. Κάθε βράδυ  γυρνώντας σπίτι της καταναλωνόμαστε για να πετύχουμε κάποια υποτυπώδη επικοινωνία. Στη δυσκολία να της εκμαιεύσουμε λίγα μηνύματα, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί μια μικρή ανταλλαγή, προστίθεται κι η φοβερή συστολή της. Κανένα αίσθημα δεν μοιάζει να χρωματίζει το πρόσωπό της που στην καλλίτερη περίπτωση αλλοιώνεται από μορφασμούς  ηρώων των μάγκα. Μάταια εξαντλώ τόνους φωνής, λέξεις διεγερτικές, χειρονομίες για να την εξωθήσω στα  άκρα, έτσι ώστε να αναγκαστεί να ανοίξει κάποιο ντουλάπι, κάποιο λεξικό για να καταλήξουμε  στην πιο στοιχειώδη συνεννόηση.  Κάθε βράδυ αγωνίζομαι εις μάτην ώσπου εξουθενωμένη σωριάζομαι βαριά στο σκληρό « φουτόν».

Την τελευταία όμως μέρα της διαμονής μας η Αγιάκο ετοίμασε μια αποχαιρετιστήρια έκπληξη. Μετά το δείπνο μας έδειξε μια σακούλα  και μας έδωσε να καταλάβουμε πως έπρεπε, περασμένα μεσάνυχτα, να βγούμε έξω. Την ακολουθήσαμε με περιέργεια, διασχίζοντας την νύχτα μέχρι που να φτάσουμε σ’ ένα ερημικό πλάτωμα μακριά απ’ τον οικισμό μας. Σ’ αυτό το μέρος  η Αγιάκο άνοιξε τη σακούλα της.

Κι εκεί, κάτω από την καταλυτική και μυστηριακή επήρεια της νύχτας, η νεαρή γιαπωνέζα, παράτησε τη συστολή της και μεταμορφώθηκε σε φωτεινή νεράιδα: Για πολλή ώρα εκτόξευσε μόνο για μας ένα ανυπολόγιστο αριθμό από πολύχρωμα  εκθαμβωτικά βεγγαλικά που χορεύοντας στο μαύρο του ουρανού εξέφρασαν, επί τέλους,  μέσα σε μια ανακουφιστική και χαρούμενη πανδαισία την λαμπερή φιλίας της.

*

©Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή, από το «Ματιές στον κήπο του Χαϊκού«, εκδόσεις Γαβριηλίδη 2009
Η φωτογραφία είναι από την συλλογή της συγγραφέα

[Στάχτες

 

 

Μαρία Δόγια, Cartes Postales

14/02/2018 § Σχολιάστε

-15 χρόνια Στάχτες
Κάθε Τετάρτη, μια ανάρτηση-αφιέρωμα

En approchant du port de l’île de Kalymnos, dans le Dodécanèse / photo ©lefigaro.fr (τροποποιημένη από τον αγριμολόγο για τις ανάγκες του ιστολογίου)

Υπάρχει μια παλιά φωτογραφία. Φαίνεται κάπως θαμπή με το χρόνο να έχει καθίσει πάνω της. Την τράβηξες εσύ ένα καλοκαίρι σε κάποιο νησί. Πίσω μου η θάλασσα, κάπως αγριεμένη και λίγο σκοτεινή. Κάτι έλεγες κι άρχισα να γελάω. Μετά ξαπλώσαμε στην άμμο. Πρώτα με τα ρούχα κι έπειτα χωρίς. Κι ύστερα γονιμοποιηθήκαμε ξανά και ξανά. Σφαδάζοντας από τον πόνο και τη μοναξιά. Η άμμος στα μάτια μας και στην καρδιά. Εκείνο το καλοκαίρι. Όλες οι εποχές μαζί. Εμείς. Κάτω από το δυνατό ήλιο. Κάτω, στο βυθό. Στη μέση της ημέρας. Στο τέλος του καλοκαιριού. Κάπου στο τέλος. Ανάσες που ασθμαίνουν. Τρέχουμε στην παραλία. Ένα σκυλί μάς ακολουθεί. Ανυποψίαστο και τρομαγμένο. Οι απαντήσεις. Τρέχουν ανυποψίαστες κι αυτές. Με κοιτάζεις σιωπηλός. Σα να μη με έχεις ξαναδεί. Σα να με βλέπεις για πρώτη φορά. Σε κοιτάζω κι εγώ. Σα να σε ξέρω από παλιά. Σα να έχω δει εντός σου. Τα κύτταρα να πεθαίνουν ένα-ένα. Να πολλαπλασιάζονται ξανά. Κι εσύ πάντα εκεί να χαμογελάς. Κοιτάζω το ημερολόγιο, τις μέρες που αιωρούνται στα φύλλα που πέφτουν. Οι μέρες που έφυγαν ανεπιστρεπτί είναι οι δικές σου μέρες. Εκείνες της αποκαθήλωσης, των μουσώνων και των μεγάλων βροχών. Κοιτάζω κατάματα το χρόνο. Μέσα Δεκέμβρη. Στολίδια και λαμπιόνια της γιορτής. Τέλος Γενάρη. Ο νέος χρόνος παρών. Ετοιμάζω ταξίδι στον αμερικάνικο νότο. Έκλεισα την παλιά καρό βαλίτσα κι ευτυχώς θυμήθηκα να πάρω τη φωτογραφία εκείνη που είχε βγει λίγο θολή, εκείνη που δείχνει τα πρόσωπα ακαθόριστα κι ελαφρώς μελαγχολικά. Αρχές Φλεβάρη. Έπρεπε να πάρω πιο ζεστά ρούχα. Ο Αμερικάνικος νότος είναι κρύος και το σούρουπο συνήθως πιάνει ένα αγιάζι που σου τρυπάει τα κόκκαλα. Μπήκα σε ένα μαγαζί σε μια μικρή επαρχιακή πόλη κι αγόρασα έναν μάλλινο σκούφο. Κάπως καλύτερα. Περπάτησα για να βρω ένα μέρος για το δείπνο και κατέληξα να πίνω cognac σε ένα μικρό συνοικιακό bar με μια φωτεινή επιγραφή που της έλειπε ένα γράμμα κι αυτό άλλαζε εξ ολοκλήρου τη σημασία του ονόματος. Εικόνες παρακμής και παράβασης. Όπως και η ετοιμόρροπη λέξη με τη διττή σημασία, αναβοσβήνουν και ξεθωριάζουν μέσα στη νύχτα. Ημέρα ταξιδιού 15η. Ξεκίνησα να γράφω σε ένα ιδιότυπο ημερολόγιο ταξιδιού. Κάθομαι στο μπαλκόνι του δωματίου μου τυλιγμένη με μια μικρή πράσινη κουβέρτα, κρατώντας στο χέρι μια τσίγκινη κούπα με καφέ σαν αυτές που έχουν οι ναυτικοί για να μη σπάνε στις τρικυμίες, όταν η θάλασσα δε δείχνει καλοσύνη, και το βλέμμα μου χάνεται στο γκρίζο ορίζοντα που προμηνύει κακοκαιρία. Κοιτάζω τη θολή φωτογραφία και θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι στο νησί. Το μικρό δωμάτιο που έβλεπε στη στροφή του δρόμου. Ενοχλημένος από το φώς του ήλιου που έμπαινε επίμονα από τις γρίλιες των σκούρων ξύλινων παραθυρόφυλλων, σηκώθηκες μουρμουρίζοντας λέξεις μισές, σχεδόν απεγνωσμένες κι έσπρωξες νευρικά τις κουρτίνες για να περιορίσουν το φως. Επέστρεψες στο κρεβάτι, έτσι γυμνός όπως πάντα. Μία φορά ακόμη κρατιέμαι από το σώμα και τις σιωπές σου. Εσύ πάντα γυμνός να κλείνεις τις κουρτίνες. Πηγαίνω για μια βόλτα κι όταν γυρίσω πίσω, δεν θα είμαι η ίδια, σου λέω κλείνοντας την πόρτα. Μόνο γυμνοί θυμίζουμε κάτι από τον παλιό μας εαυτό. Ανοίγεις λίγο τις κουρτίνες για να με δεις που ξεμακραίνω. Πίσω στο νότο. Γρήγορα περνούν εδώ οι μέρες. Κρύωσε κι άλλο ο καιρός. Κοινότοπες σκέψεις. Τυλιγμένη στη μικρή πράσινη κουβέρτα γράφω μανιωδώς cartes postales με καλλιγραφικά γράμματα. Ξέρεις, αυτά που μοιάζουν σα να χορεύουν. Γράφω νέα σε όλους. Το σκουλήκι του Οδυσσέα που κατοικεί στη φτέρνα μου πάλι δείχνει το δρόμο. Μπορεί να μην επιτρέψω να με ορίσει αυτή τη φορά. Να μην αφεθώ στην περιέργειά του. Αλλά, να μωρέ, είναι που φεύγοντας, νιώθω ότι δεν έχω πλέον σπίτι. «Je reviens, je reviens  toujours» σιγοτραγουδώ και το σκουλήκι μπαίνει πιο βαθιά.

*

©Μαρία Δόγια

photo: ©lefigaro.fr/Tobias GERBER/LAIF-REA/Tobias GERBER/LAIF-REA

[Τάσος Λειβαδίτης «Από μέρα σε μέρα»·

07/02/2018 § Σχολιάστε

15 χρόνια Στάχτες
Κάθε Τετάρτη, μια ανάρτηση-αφιέρωμα

 

Από τον ©Κωνσταντίνο Μάντη

Οι ίδιες ταπεινώσειςπάλι σήμερα, τα ίδια λάθη, οι συμβι-
—βασμοί,
το δουλικό χαμόγελο, μπροστά σε κείνον που περιφρονείς,
το όρθιο μαχαίρι, που σφάζεις μέσα σου κι αυτόν και το χα-
—μόγελό σου,
η μοναξιά, η μεταμέλεια, η οδυνηρή σου ανάγκη για μεγάλες
—πράξεις
που δεν έγιναν ποτέ, τα φαγωμένα σου τακούνια,
το ακαθόριστο αίσθημα μιας τρομερής σου αξίας, μιας δύνα-
—μης αφανέρωτης
που την κρύβεις μ’ επιμέλεια για τη μεγάλη ώρα, και μαζί η
—πικρή υποψία
πως δεν κρύβεις τίποτα, και πως εκείνη η μεγάλη ώρα δε
—θαρθεί ποτέ,
ή ακόμα πιο φριχτό πως πέρασε χωρίς να την αναγνωρίσεις,
η κοπέλλα του αντικρινού σπιτιού που τρέχει βιαστική στο
—ραντεβού της
χωρίς να σου ρίχνει ούτε ένα βλέμμα. Τα όνειρα, α, τα όνει-
—ρα που όσο πιο ακατόρθωτα είναι
τόσο τους δίνεσαι με πιο μεγάλη λύσσα, οι αμαρτίες που φο-
—βάσαι, οι αγνότητες που δεν μπορείς,
η σκέψη, πως, εκεί, να, πίσω από τη γωνιά του δρόμου σε
—προσμένουν
όλα τα ενδεχόμενα, ενώ δε συναντάς παρά το ίδιο γαλακτο-
—πωλείο–
την έμαθες της ζωή σου, χρόνια τώρα.

Έτσι κάθε μέρα ξυπνάς με την πικρή αόριστη απόφαση:
—αν έπεφτα απ’ το παράθυρο;
Και κάθε βράδι κοιμάσαι μ’ έναν θησαυρό: αυτή την πολυ-
—σήμαντη αυριανή σου μέρα.

Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη διακρίνεται για την αίσθηση πικρίας που τη διατρέχει, μιας και ο ποιητής τείνει να σφυροκοπά τον αναγνώστη με τη γύμνια της ζωής του, αφαιρώντας όλους εκείνους τους εφήμερους περισπασμούς της καθημερινότητας που ενδεχομένως ξεγελούν τον άνθρωπο και τον κάνουν να πιστεύει πως υπάρχει ομορφιά, ίσως και ελπίδα στη ζωή του. Ο ποιητής καταγράφει τα μόνιμα εκείνα στοιχεία του βίου των απλών ανθρώπων που φανερώνουν, αν όχι τη ματαιότητά του, σίγουρα πάντως τις πλείστες δυσκολίες που καθηλώνουν τους ανθρώπους του μόχθου σε μια αέναα επαναλαμβανόμενη κατάσταση απογοήτευσης και διάψευσης των όποιων προσδοκιών τους. Ποίηση δομημένη με τα πλέον λιτά υλικά μιας αφήγησης ή ενός εσωτερικού μονολόγου, που έχει τη γεύση των δακρύων ή και του αίματος∙ με το θύμα να είναι πάντοτε ο ίδιος ο ποιητής -και μέσω αυτού κάθε άλλος άνθρωπος της βιοπάλης-, που βλέπει τη ζωή του να συνθλίβεται υπό την πίεση όλων εκείνων των αναγκών που μόλις και μετά βίας καλύπτονται -όταν και αν καλύπτονται- με τα πενιχρά μέσα του εργάτη, του ανέργου, και κάθε άλλου φτωχού ανθρώπου προορισμένου να αποτελεί εσαεί το εξαθλιωμένο υπόστρωμα μιας κοινωνίας αφιερωμένης στην ευημερία των λίγων προνομιούχων.

«Οι ίδιες ταπεινώσεις πάλι σήμερα, τα ίδια λάθη, οι συμβι-
—βασμοί,
το δουλικό χαμόγελο, μπροστά σε κείνον που περιφρονείς,
το όρθιο μαχαίρι, που σφάζεις μέσα σου κι αυτόν και το χα-
—μόγελό σου»

Με αμείλικτη αυτοκριτική διάθεση ο ποιητής απογυμνώνει τον εαυτό του, έστω κι αν η χρήση του β΄ προσώπου δημιουργεί την αίσθηση πως απευθύνει το λόγο σε κάποιον άλλον. Πρόκειται για έναν εσωτερικό μονόλογο, που επιτρέπει ωστόσο στον αναγνώστη να ταυτιστεί με τις διαπιστώσεις και τις παραδοχές του ποιητή.
Οι καθημερινές ταπεινώσεις αποτελούν σταθερό μοτίβο στη ζωή των ανθρώπων που μη έχοντας επαρκείς οικονομικές δυνατότητες νιώθουν αναγκασμένοι να υπομένουν και να ανέχονται την αλαζονεία των ισχυρών και των εξασφαλισμένων. Καταπιέζουν τον εαυτό τους και δεν υψώνουν τη φωνή τους απέναντι στην προφανή αδικία, επαναλαμβάνοντας έτσι μοιραία το ίδιο λάθος, αφού αποδέχονται τη θέση του κατώτερου πολίτη που τους έχει ατύπως αποδοθεί, και μένουν σταθερά σιωπηλοί απέναντι στην έπαρση και το θράσος των άλλων. Οι υποχωρήσεις διαδέχονται αδιάκοπα η μία την άλλη κι οι συμβιβασμοί γίνονται κατ’ ανάγκη τρόπος ζωής για τους ανθρώπους εκείνους που δεν έχουν μήτε τη δύναμη, μα μήτε και τη δυνατότητα να θέσουν τέρμα στη διαρκή αυτή υποτίμησή τους.
Η επώδυνη αίσθηση πως η ζωή τους εξαρτάται ουσιαστικά από τις διαθέσεις του άλλου, αφού ο «άλλος» μπορεί να τους στερήσει την εργασία τους ή να τους δημιουργήσει όποια άλλη πιθανή δυσκολία, μιας και βρίσκεται σε θέση ισχύος, οδηγεί πολλούς ανθρώπους καθημερινά -όπως και τον ποιητή άλλωστε-, στο να καταφεύγουν στη δουλοπρέπεια. Υποτάσσονται στην υπερέχουσα θέση του άλλου μ’ ένα δουλικό χαμόγελο, έστω κι αν τον περιφρονούν βαθιά, έστω κι αν γνωρίζουν πως εκείνος δεν έχει στην πραγματικότητα καμία άλλη αξία πέραν από το γεγονός ότι κατέχει κάποια θέση που του επιτρέπει να ασκεί εξουσία.
Μια εξαναγκαστική δουλοπρέπεια που γεννά μίσος στην ψυχή του ανθρώπου τόσο για τον άλλο, που αν και πιθανώς είναι ασήμαντος και μικροπρεπής, διαθέτει ωστόσο τη δύναμη που του επιτρέπει να λειτουργεί εκφοβιστικά για τους γύρω του, όσο και για τον ίδιο του τον εαυτό που καταδέχεται να καταφεύγει σε μια τόσο ταπεινωτική και ανειλικρινή συμπεριφορά. Μίσος τέτοιας έντασης, μάλιστα, που τον ωθεί να σκέφτεται πως θα ήθελε ακόμη και να σφάξει κι εκείνον που τον φέρνει σ’ αυτή την εξευτελιστική θέση, μα και το ίδιο του το δουλικό χαμόγελο, που σηματοδοτεί τη συναίνεση στην καθημερινή του ταπείνωση.

«η μοναξιά, η μεταμέλεια, η οδυνηρή σου ανάγκη για μεγάλες
—πράξεις
που δεν έγιναν ποτέ, τα φαγωμένα σου τακούνια»

Ο άνθρωπος του μόχθου -σωματικού και πνευματικού- που δεν έχει κατορθώσει να βρει τη δικαίωση των προσπαθειών του αισθάνεται μόνος, αισθάνεται πως δεν υπάρχουν γύρω του εκείνοι που θα αντιληφθούν πραγματικά πώς βιώνει και πόσο τον εξαθλιώνει η διαρκής αποτυχία που συνοδεύει τη ζωή του. Ο άνθρωπος αυτός μετανιώνει για κάθε πράξη, μα και για κάθε παράλειψη που θεωρεί εκ των υστέρων πως του στέρησαν τη δυνατότητα να πετύχει κάτι το ουσιαστικό. Κι είναι, άλλωστε, αυτή η βαθιά του ανάγκη να κάνει κάτι το σπουδαίο στη ζωή του, που του προκαλεί την πιο επώδυνη απογοήτευση, αφού όσο κι αν προσπάθησε, όσο κι αν έχει ταλαιπωρηθεί, δεν έχει κατορθώσει εντούτοις να φτάσει έστω και σε μία επιθυμητή επίτευξη. Ένα αίσθημα διαρκούς απογοήτευσης που φθείρει την ψυχή του, αφού βλέπει τον εαυτό του καθηλωμένο στο τίποτα και στην αφάνεια.

«το ακαθόριστο αίσθημα μιας τρομερής σου αξίας, μιας δύνα-
—μης αφανέρωτης
που την κρύβεις μ’ επιμέλεια για τη μεγάλη ώρα, και μαζί η
—πικρή υποψία
πως δεν κρύβεις τίποτα, και πως εκείνη η μεγάλη ώρα δε
—θαρθεί ποτέ»

Ο άνθρωπος αυτός μέσα του νιώθει πως όχι μόνο δεν είναι ασήμαντος -έστω κι αν έτσι τον αντιμετωπίζουν οι άλλοι-, αλλά πως έχει πολύ μεγάλη αξία, κι ακόμη περισσότερο πως έχει τη δύναμη να επιτύχει πολύ σημαντικά πράγματα, αρκεί να του δοθεί η ευκαιρία∙ αρκεί να έρθει εκείνη η μεγάλη ώρα που θα του επιτρέψει να αναδείξει πλήρως όλες εκείνες τις πτυχές της προσωπικότητάς του, που μέχρι τώρα αναγκάζεται να κρύβει επιμελώς, προκειμένου να μη δώσει την εντύπωση ανθρώπου φαντασμένου και αιθεροβάμονος, βιώνει μια μεγάλη αντίφαση. Την ώρα ακριβώς που αισθάνεται μέσα του να αναδεύεται η πίστη του σ’ αυτή τη μεγάλη αξία του εαυτού του, νιώθει συνάμα και την πικρή υποψία πως ίσως τελικά δεν κρύβει απολύτως τίποτα∙ πως ίσως δεν έχει καμία ψυχική ή άλλη δύναμη, και πως εκείνη η μεγάλη ώρα που θα του επέτρεπε να αναδείξει την αξία του, δεν θα έρθει ποτέ.
Η διαρκής αποτυχία που συνοδεύει τις προσπάθειές του έχει φέρει την αμφιβολία και την αμφισβήτηση∙ τον έχει οδηγήσει να αμφισβητεί ακόμη κι ο ίδιος την προσωπική του αξία και τις ικανότητές του, προκαλώντας ένα ισχυρό εσωτερικό ρήγμα που θα υπονομεύσει ακόμη περισσότερο τη μελλοντική του στάση απέναντι στα πράγματα.

«ή ακόμα πιο φριχτό πως πέρασε χωρίς να την αναγνωρίσεις,
η κοπέλλα του αντικρινού σπιτιού που τρέχει βιαστική στο
—ραντεβού της
χωρίς να σου ρίχνει ούτε ένα βλέμμα.»

Η υποψία πως δεν θα έρθει ποτέ η μεγάλη εκείνη ώρα που θα του έδινε την ευκαιρία να αναδείξει τις δυνατότητές του, εναλλάσσεται με την ακόμη φρικτότερη σκέψη πως ίσως εκείνη η ώρα πέρασε ήδη χωρίς ο ίδιος να την αντιληφθεί∙ πως ήρθε και παρήλθε χωρίς εκείνος να το καταλάβει καν, αφήνοντάς τον πλέον με την επίγνωση πως δεν θα έχει πια μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή του και πως το μόνο που του απομένει είναι να βλέπει τον εαυτό του να οδηγείται στην αναπόφευκτη παρακμή. Όλες του οι δυνατότητες θα απομείνουν ανεκμετάλλευτες και σταδιακά θα χαθούν, όπως θα χαθεί κι ο ίδιος, έχοντας όμως μέχρι τέλους ως συνοδό την επώδυνη σκέψη πως παρέμεινε αδίκως στην αφάνεια, ενώ είχε τόσα να προσφέρει.
Η ασημαντότητά του, ωστόσο, την οποία υποψιάζεται αλλά δεν θέλει να την αποδεχτεί, πιστοποιείται κι από το γεγονός ότι η κοπέλα του αντικρινού σπιτιού -που προφανώς έχει τραβήξει τη δική του προσοχή- περνά από δίπλα του, χωρίς να του ρίχνει ούτε ένα βλέμμα, σαν να του επισημαίνει πως δεν υπήρξε και πως δεν θα γίνει ποτέ άξιος προσοχής.

«Τα όνειρα, α, τα όνει-
ρα που όσο πιο ακατόρθωτα είναι
τόσο τους δίνεσαι με πιο μεγάλη λύσσα, οι αμαρτίες που φο-
βάσαι, οι αγνότητες που δεν μπορείς»

Πλάι στις άλλες του απογοητεύσεις ο άνθρωπος που αναγκάζεται να ζει γνωρίζοντας πως απέτυχε να αποκτήσει οικονομική ισχύ και πως απέτυχε να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του, έχει να αντιμετωπίσει και τα εγγενή εκείνα ελαττώματά του που του προκαλούν επιπλέον ταλαιπωρίες, καθώς τον οδηγούν σε ανώφελες δράσεις ή τον αποτρέπουν από άλλες επιθυμητές. Έτσι, ενώ μοιάζει να δίνεται με λύσσα στο κυνήγι ονείρων που είναι εμφανώς ανεπίτευκτα, φοβάται να ενδώσει σ’ εκείνες τις αμαρτίες που επιθυμεί περισσότερο. Σπαταλά τις δυνάμεις του σε όνειρα που αδυνατεί να επιτύχει, μα συνάμα κρατιέται μακριά από εκείνες τις ένοχες απολαύσεις ή εκείνες τις -άνομες ίσως- πράξεις που του είναι ωστόσο τόσο επιθυμητές. Κι ενώ φαίνεται να τον φοβίζουν ορισμένες αμαρτίες, δεν παύει -εντελώς αντιφατικά αλλά απολύτως ανθρώπινα- να μην είναι σε θέση να τηρήσει κάποιες αγνότητες.

«η σκέψη, πως, εκεί, να, πίσω από τη γωνιά του δρόμου σε
προσμένουν
όλα τα ενδεχόμενα, ενώ δε συναντάς παρά το ίδιο γαλακτο-
πωλείο–
την έμαθες της ζωή σου, χρόνια τώρα.»

Ό,τι διατρέχει, άλλωστε, σταθερά τη ζωή του, και της δίνει εντέλει κάποιο νόημα, είναι η σταθερή πεποίθηση πως από στιγμή σε στιγμή, «από μέρα σε μέρα», θα του αποκαλυφθούν και θα καταστούν εφικτά όλα εκείνα τα θελκτικά ενδεχόμενα που κρύβει ο ανθρώπινος βίος. Συνεχίζει επίμονα να ελπίζει πως η προσδοκώμενη ευτυχία δεν είναι -δεν μπορεί να είναι- πολύ μακριά ακόμη. Ίσως, μάλιστα, να τον περιμένει πίσω από τη γωνία του δρόμου∙ έστω κι αν τελικά το μόνο που συναντά σ’ εκείνη τη γωνία δεν είναι τίποτε περισσότερο από το ίδιο γαλακτοπωλείο.
Η ίδια ελπίδα, η ίδια ακατάλυτη προσδοκία πως η ζωή θα ενδώσει τελικά στην τόσο έντονη επιθυμία του και θα του προσφέρει μια ευκαιρία και μιαν ανέλπιστη δικαίωση. Μια ελπίδα, όμως, που επιμένει να συντηρείται παρά το πλήθος των ενδείξεων πως είναι τελείως ουτοπική, αφού ήδη χρόνια τώρα το μόνο που του προσφέρει η ζωή -και μάλιστα αφειδώς- είναι διαψεύσεις και απογοητεύσεις.

Έτσι κάθε μέρα ξυπνάς με την πικρή αόριστη απόφαση:
αν έπεφτα απ’ το παράθυρο;
Και κάθε βράδι κοιμάσαι μ’ έναν θησαυρό: αυτή την πολυ-
σήμαντη αυριανή σου μέρα.

Η απογοήτευση έχει εύλογα εισέλθει βαθιά στην ψυχή του, γι’ αυτό και η πρώτη σκέψη κάθε μέρα που ξυπνά είναι πως ίσως η απάντηση στις συνεχιζόμενες διαψεύσεις που βιώνει είναι να θέσει ο ίδιος τέρμα στη ζωή του και να απαλλαγεί έτσι διαμιάς από το βάρος των αποτυχιών του. Σκέψη θεμιτή αφού κατά βάθος γνωρίζει καλά πως όσο κι αν ελπίζει, το μόνο που τον περιμένει είναι ακόμη περισσότερες πίκρες κι ακόμη περισσότερες αρνήσεις σε όσα προσδοκά. Ωστόσο, σε πείσμα της πραγματικότητας που ζει καθημερινά, κάθε βράδυ πέφτει για ύπνο με έναν πολύτιμο θησαυρό στην ψυχή του∙ την πολυσήμαντη αυριανή μέρα, που ίσως να του προσφέρει τελικά κάτι από εκείνα που επιθυμεί: μια ευκαιρία, ένα κατόρθωμα -έστω και ασήμαντο, μια ελάχιστη ένδειξη πως βρίσκεται κάπως πιο κοντά στην πραγμάτωση ενός του ονείρου.
Μοιάζει παράδοξο το πώς ένας άνθρωπος επιμένει να ελπίζει, ακόμη κι όταν είναι απολύτως σαφές πως δεν υπάρχει κανένα περιθώριο βελτίωσης των συνθηκών της ζωής του, μα είναι εν τέλει αυτή ακριβώς η προσδοκία του ανέλπιστου που επιτρέπει σε πολλούς ανθρώπους να αντέχουν ακόμη.

[Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, Τόμος Πρώτος, Εκδόσεις Κέδρος]

*

©Κωνσταντίνος Μάντης, Στάχτες 29.02.2016

[Ανθήκλεια –μια γυναίκα ·

29/01/2018 § Σχολιάστε

Της Ασημίνας Λαμπράκου

lambrakou17.3.14
Ήρθε και ζαλίστηκε λιγάκι το πρωί
Εκείνη η κατάσταση που λες κι αδειάζει το υγρό που προστατεύει τον εγκέφαλο κι αυτός διογκώνεται κι ασφυκτιά στα νεόκοπα πλαίσια και κάνει μια να πάρει τη κατηφόρα μα σα δε βρίσκει διέξοδο ικανή να χωρέσει το νέο του μέγεθος, στριφογυρνά κουρασμένα σα σκυλί γερασμένο που κυνηγά την ουρά του κι όταν νομίζει πως τη φτάνει, δίνει μια να την αρπάξει κι ύστερα πάλι λουφάζει
Έπειτα είπε θα ξεκουραστώ, σαν έφτασε στο σπίτι της
Μα τότε εφόρμησε σα ζιζάνιο πικρό εκείνη η μιλιά η γεμάτη στόμφο που νόμιζε η αιτία της ήταν η έγνοια από αγάπη, η ανησυχία από ενδιαφέρον κι αυτή αποδείχτηκε σφίγγα με κεντρί δηλητήριο πως άλλο εννοούσε κι ήταν αυτό η παρεξήγηση
Κι όπως διπλώθηκε να ξαποστάσει, μαζί διπλώθηκε κι η ψυχή κι η μνήμη κουβαράκι δίπλα της κι όλες μαζί κρύωναν και βαριανάσαιναν σαν από πνιγμό μιας επιθυμητής επιούσιας κατάστασης ξεχασμένης κι ακόμη πιο πολύ… προδομένης
Που ήταν οι μέρες με το δικό τους χρώμα, οι γιορτινές, να ξεχωρίζουν περήφανες για το περιεχόμενό τους κι όλο που χάριζαν στους ανθρώπους
Ένα μπλε της Βηθλεέμ, η γιορτή του πατέρα
Ένα χρυσαφί σκούρο με μυρωδιά από τον μπακλαβά που ψηνόταν, τα Χριστούγεννα
Ένα κόκκινο βαθύ για το Πάσχα με όλες τις αποχρώσεις του ροζ της άνοιξης που το φιλοξενούσε
Το άσπρο του γιασεμιού με μια γλύκα πασπαλισμένης άχνης στο γλυκό που στόλιζαν τα άνθη του, για τα γενέθλια της

Ύστερα.… ύστερα έκανε το δικό της σπίτι με όλες τις υποσχέσεις να κρατήσουν οι μέρες το χρώμα τους κι αυτές δεν άντεξαν και ξεθώριασαν ανάμεσα στις άλλες, άχρωμες κι άοσμες με τα παντζούρια τραβηγμένα και τις κουρτίνες ίδιες πάντα χωρίς ούτε μια λεπτομέρεια να δείχνει τη διαφορά, ένα λουλούδι, ένα σεντόνι με κέντημα
Μόνο το τηλέφωνο να κτυπά για τα ειωθότα, να δείχνουν τα τετριμμένα και τριμμένα στο φαίνεσθαι συναισθήματα κι έπειτα τίποτα μόνο κάτι ευχές να ικανοποιείται το παράλογο, το συνήθειο.. ούτε μια ζέστα, ούτ’ ένα γέλιο
Δεν ήταν πάντα έτσι μα κάτι έφταιξε κι έλεγε πως έφταιξε που δεν τον χάιδεψε η μάνα του, όχι όπως χαϊδεύεις και κακο- ή καλο-μαθαίνεις, ανάλογα πως θ’ αποφασίσεις να το «δείς», μα το άλλο το χάδι του χεριού που πάει να πει στοργή κι επανάληψη μέχρι να μη την αντέχεις και να σε πονά και να θέλεις να απαλλαγείς απ’ αυτήν ώσπου νάρθει η σειρά σου να την δώσεις σ’ όποιον αγαπήσεις, αν έχεις μάθει ν’ αγαπάς… κι έλεγε αυτό θα έφταιξε και κάνε κουράγιο κι έχεις εσύ περίσσευμα και δώσε μέχρι να μάθει
Μα το περίσσευμα απόσωσε κι έγινε κουβαράκι να λιώσει τις ανάγκες της να τις μπερδέψει, κόμπος να γίνουν άλυτος κι απ’ το πολύ το παιδεμό για να τις λύσει, με κούραση βαθειά τον καημό ν’ αποκοιμίσει
Κι έλεγε, μάνα του είναι και θα τη στέρξει και κάνε κουράγιο που έτσι έχουν τα πράγματα, μα πώς να κάνει τόσο καιρό αυτή που συνήθισε στην έγνοια από αγάπη, την ανησυχία από ενδιαφέρον και που χαϊδεμένη ήτανε κι αυτό να δώσει θέλει και να πάρει πάλι κι όπως δεν τόχει, κουράγιο πώς να κάμει κι ήρθε και ζαλίστηκε κι είπε θα ξεκουραστεί σαν έφτασε στο σπίτι κι όπως η στεναχώρια τη βαλάντωσε, πήραν οι καταστάσεις και τυλίχτηκαν μαζί με τη ψυχή της και κρύωνε κουρνιασμένη έμβρυο, όχι για να χωρέσει σε μήτρα αλλά να κλείσει τη δική της να μην αιμορραγεί θλίψη και θυμό κι απ’ τη κακία άλλος μη μεταλάβει

Κι έτσι όπως ήταν, σαν έμβρυο έκλαψε, δάκρυ αδάκρυτο, να ησυχάσει κι άλλην εικόνα δεν έχω από τούτη την ιστορία.. μια γιατί δεν τέλειωσε κι άλλη γιατί άργησε να γραφεί…

στη γυναίκα.

vintage_under2

 ©Ασημίνα Λαμπράκου

η φωτο είναι του αγριμολόγου, 2003

Πρώτη δημοσίευση στις Στάχτες 17.03.2014

Where Am I?

You are currently browsing the Στάχτες category at αγριμολογος.