[Καλόν είναι ν’ αποφεύγωμεν ·
07/04/2020 § Σχολιάστε
Αλλοτινά.

❀
Της Οικοδεσποίνης: Κοινωνικαί σχέσεις
– Διά να εκφράζομεν τας σκέψεις μας όσον το δυνατόν ευκρινώς και συντόμως, πρέπει να συνηθίσωμεν να εκλέγωμεν φράσεις απλάς και σαφεις. Στολισμός της γυναίκας ιδίως είναι η απλότης εις όλα. Καλόν είναι ν’ αποφεύγωμεν και τας εκφράσεις, των οποίων την έννοιαν δεν γνωρίζωμεν ακριβώς. Πρό πάντων ας σκεπτώμεθα πριν ομιλήσωμεν, και ας μην ομιλούμε απλώς και ώς έτυχε. Βεβαίως είναι προτιμότερον να λέγωμεν ολίγα παρά πολλ΄και περιττά. Ο φλύαρος κουράζει τους ακουόντας.
– Πρέπει να συνηθίσωμεν να προφέρωμεν ευκρινώς και ευαρέστως· επίσης ν’ αποφεύγωμεν πολύ βραδείαν και πολύ ταχείαν ομιλίαν. Ησύχως ρέουσα γυναικεία φωνή προξενεί εξόχως ευάρεστον εντύπωσιν, ενώ η ασαφλης ομιλία κουράζει τον ακουόντα και γίνεται αφορμή περιττών ερωτήσεων. Πρέπει να ομιλώμεν πάντοτε τόσν βραδέως, ευκρινώς, και με αρμόζοντα τονισμόν, ώστε να γινώμεθα καταληπτοί χωρίς κόπον.
– Ομιλούντες ας αποφεύγωμεν περιττάς χειορονομίας. Η στάσις μας ας είνε απροσποίητος και όσον δυνατόν ήσυχος.
*
[Οδηγός της Οικοδεσποίνης, ετυπώθη τω 1930, Κεντρικήν πώλησις: Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Σιδέρη ―Εν Αθήναις, Οδός Σταδίου 52.
❀
Συνεχίζεται.
❀
[Ο γιος της καλογριάς ·
25/03/2020 § Σχολιάστε
Γεώργιος Καραϊσκάκης ή Καραΐσκος
(Σκουληκαριά Άρτας ή Μαυρομμάτι Καρδίτσας, 23 Ιανουαρίου 1782 – Φάληρο, 23 Απριλίου 1827)

Karl Krazeisen, 1828, Γεώργιος Καραϊσκάκης
✾
Σαν τα παραμύθια αρχίζει τούτη η ιστορία. Στο κεφαλοχώρι του Ροδοβιτσιού της Άρτας, Σκουληκαριά, ζούσε πριν από εκατόν ογδόντα πάνω- κάτω χρόνια μια θεληματικιά κοπέλα, η ζωή Ντιμισκή, αδελφή του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και ξαδέλφη του καπετάν Γώγου Μπακόλα. Παντρεύτηκε ένα ξενοτοπίτη, τον Γιαννάκη από το Μαυρομάτι Καρδίτσας. Την πήρε νύφη, με τα λαγούτα και τις πίπιζες , και την πήγε στο δικό του χωριό. Μα τούτο το στεφάνωμα στάθηκε άτυχο. Έπειτα από λίγο πέθανε ο άντρας της και την άφησε χήρα, νέα και άτεκνη.
Θες τα λόγια του κόσμου, θες η φτώχεια, θες η συνήθεια, την έκαναν να καλογερέψει και να μπει καντηλανάφτισσα στο μοναστήρι του Αη-Γιώργη, που γνώριμος ή συγγενής της ήταν ο γέρος ηγούμενος.
Κάτω όμως από το ράσο έβραζε το αίμα της. Η ζωή της γύρευε τα δικαιώματά της που μάταια προσπάθαγε να πνίξει.
Εκεί γύρω στα 1780, κονάκιασε, ως φαίνεται στο μοναστήρι, ο φοβερός Δημήτρης Καραϊσκος, αρματωλός του Βάλτου. Λιμπίστικε την ομορφιά της νιας καλογριάς, την έμπλεξε στα δίχτυα του και πλάγιασε μαζί της. Ευλογημένη ώρα! Η Ελλάδα της χρωστάει έναν από τους πιο λαμπρούς ήρωες του εικοσιένα.
Οι μήνες περνούσαν και το γκάστρι πια δεν κρυβόταν. Να γεννήσει στο μοναστήρι ήταν σκάνδαλο και αμαρτία Την πήγανε σε μια σπηλιά, που τώρα τηνε δείχνουν με περηφάνια οι Μαυρωματιώτες, και σ΄ αυτή, όπως τα’ αρκούδια έφερε στον κόσμο το παιδί της. Τα’ αφαλόκοψε μοναχή της, συγυρίστηκε η ίδια και το φάσκιωσε με κάτι παλιοκούρελα που μπόρεσε να οικονομήσει! Άνοιξε τον κόρφο της κι έφερε τα χείλια του μωρού στη ρόγα του βυζιού της. Του χαμογέλασε. Ήτανε Μάης κι ολούθε γύρω στη σπηλιά ανθοβολούσε ο βράχος.
Μα γρήγορα συννέφιασε το πρόσωπό της, όταν λογάριασε το τιθ’ απογίνουν εκείνο κι αυτή. Η πόρτα του μοναστηριού βρισκόταν πια κλειστή για την αμαρτωλή και το μπάσταρδο. Να πάει στους συγγενείς του αντρός της ; Αμ ποιος θα τη δεχόταν, αφού απίστησε στη μνήμη του μακαρίτη; Να γυρίσει πίσω στο χωριό της; Δε θα συναντούσε άλλο τίποτα εξόν από την καταφρόνια των δικών της. Δεν της απόμενε παρά να τα βγάλει πέρα μοναχή της.
Αφού κάθισε η λεχώνα λίγο καιρό στη σπηλιά, όπου της έφερνε τροφή οι γέρος ηγούμενος, παράδωσε το παιδί στη γυναίκα κάποιου Σαρακατσάνη τσέλιγκα, Πουλιάνα τηνε λέγανε, να το βυζάξει κι αυτή πήρε των αμαρτιών της κι έφυγε. Ντυμένη πάντα τα καλογερίστικα, γύριζε από χωριό σε χωριό πουλώντας κεριά, μοσχολίβανο, σταυρούς και θαυματουργό από τα καντήλια της εκκλησίας λάδι, μοναδικό για τον πονόματο.
Ο τόπος όμως μικρός και σιγά- σιγά το μυστικό της γίνηκε βούκινο. Και καθώς ήτανε ναι κι όμορφη, άκουγε λόγια φαρμακωμένα. Μα η Ζωή δεν το ‘βαζε κάτω’ αποκρινόταν στα πρώτα με μια πιο βαριά ακόμα βρισιά και στ΄ άλλα μ΄ έναν πιο τσουχτερό λόγο. Απ’ αυτήνανε λένε πως πήρε ο ΚαραΪσκάκης την άτσαλη γλώσσα που είχε ως το τέλος της ζωής του.
Κι όταν τ΄ ανίδεο παιδί άρχισε να μπουσουλάει κι ύστερα να τραυλίζει, ρώταγαν τους Σαρακατσαναίους τσελιγκάδες που το είχαν;
– Ποιανού είναι τούτο το μούλικο;
Κι έπαιρναν την απόκριση:
– Ο γιος της καλογριάς.
Αυτό στάθηκε το πρώτο όνομά του. Και Δε λησμονήθηκε ποτέ. Τον ακολούθησε ίσαμε το θάνατο. Κι έπειτα πέρασε στην ιστορία.
*
[Δημήτρης Φωτιάδης, Καραϊσκάκης, εκδόσεις Δωρικός
✾
[οι «Παλιές Καλές Εποχές» ·
23/03/2020 § Σχολιάστε

Plague doctors sometimes wore a special uniform. Wellcome Collection, CC BY
※
Ημερολόγιό μου, στις προηγούμενες συμφορές/πανούκλες/επιδημίες της ανθρωπότητας δεν υπήρχε το διαδίκτυο, δεν πληροφορούνταν κανείς. Έξω σκότος, μέσα σκοτάδι χωρίς ηλεκτρικό και παντού να παραμονεύει το θανατικό κι οι άνθρωποι βουβοί, περίμεναν κάτι που ίσως ερχόταν ίσως όχι. Χωρις Ίντερνετ, τάμπλετ, άι-παντ ή λαπτοπ, εκεί στα σκοτεινά. Πάντα το σήμερα θα είναι καλύτερο από το χτες, και πάντα το μέλλον πιστεύω να είναι καλύτερο από το σήμερα. Όλα αυτά τις «Παλιές Καλές Εποχές», ημερολόγιό μου…
※
σήμερα στο fcbk (έπρεπε να το γράψω πρώτα εκεί).
[αλλοτινά: Μοναστηράκι, 1950 ·
06/01/2020 § Σχολιάστε

λόγω νόστου, του αθεράπευτου, και για εποχές που ουδέποτε ζήσαμε…
Από το facebook: Παλιες φωτογραφιες της Ελλάδας- Old photos from Greece
δείτε όλα τα «αλλοτινά«