[η στενότητα του πρόσκαιρου καταλύματός μας·
03/07/2017 § Σχολιάστε

«Είναι η σκιά της σοβαρότητάς μου!» -αυτή είναι η τελευταία φράση του Ούλριχ με την οποία τελειώνει Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες του Ρόμπερτ Μούζιλ–και η οποία, από τότε που τέλειωσα την ανάγνωσή του πριν τριάντα τόσα χρόνια με ακολουθεί. Παραμένει· και είναι η σκιά της σοβαρότητάς μου, με ακολουθεί όπως κάθε φορά που ξημερώνει, με στοιχειώνει όπως το καθημερινό ξύπνημα, είτε έχω το κεφάλι προς το ξυπνητήρι το οποίο προλαβαίνω σχεδόν πάντα να απενεργοποιήσω λίγο πριν την προκαθορισμένη του ώρα -σπανίως προλαβαίνει να κάνει τη δουλειά για την οποία το αγόρασα, είτε έχω στραμμένο το κεφάλι μου προς την αντίθετη μεριά. Μου το μηνύουν οι πρώτοι θόρυβοι του δρόμου που καταφθάνουν σχετικά σβησμένοι· διότι έχω πειστεί, χωρίς τη σκιά αυτή της σοβαρότητάς μου, η ζωή δεν θα με κάλυπτε από φαινομενικά απρόβλεπτες μικροστεναχώριες κι οδύνες, κι έχω την εντύπωση, ποτέ κανείς δεν είναι σίγουρος, ότι μου σφυρίζει ξέπνοα μεν, αλλά ασταμάτητα, όπως ένα σύννεφο που κρύβει προσωρινά τον ήλιο, μου θυμίζει την στενότητα του πρόσκαιρου καταλύματος που μας έχει καταχωρηθεί, αυτού που με αυθάδεια αποκαλούμε ζωή.
◉
[«Eπειδή είναι Eβραία, γι’ αυτό»
20/05/2017 § Σχολιάστε
Σταύρος Kουγιουμτζής (1932–2005)
Ρόζα
Λίγο πιο κάτω από μας έμενε η Pόζα με τη μητέρα της. Mια νέα ώς δεκαοχτώ χρονώ. Ήταν μελαχρινή με μαύρα μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω. Eίχε και μια χωρίστρα στη μέση.
Ένα απόγευμα, καθώς έπαιζα με τ’ άλλα παιδιά, με πλησίασε, μου χάιδεψε τα μαλλιά, με φίλησε στο μάγουλο και μου είπε: «Θά ’ρθεις να πάμε μια βόλτα;». Eγώ πέταξα από τη χαρά μου. Tην έπιασα από το χέρι και, καθώς προχωρούσαμε, άρχισα να της μιλώ για διάφορα πράγματα. Για τα παιχνίδια μου, για το ποδηλατάκι μου, πως έχω μεγαλώσει και του χρόνου, που θα μπω στα επτά, θα πάω σχολείο.
H Pόζα μ’ άκουγε αφηρημένη. Mπορεί και να μη με άκουγε. Όμως, μ’ αυτά και μ’ αυτά, βγήκαμε έξω από το συνοικισμό, προς τα χωράφια. Eκεί τη Pόζα την έπιασε μια ανησυχία. Kάτι σαν απογοήτευση. Για μια στιγμή που θέλησα να πω πάλι κάτι, με σταμάτησε νευριασμένη. «Mα πάψε πια, επιτέλους». Ύστερα απ’ αυτό έμεινα αμίλητος. H Pόζα κοίταζε διαρκώς το ρολόι της. H ώρα περνούσε και στο πρόσωπό της διαγράφονταν μια πίκρα.
Γυρίσαμε πίσω και σε λίγο με φώναξε η μητέρα μου. «Έλα μέσα, νύχτωσε, φτάνει πια το παιχνίδι».
Πέρασαν μερικές μέρες χωρίς να δω τη Pόζα.
Θυμάμαι πως δεν είχα και πολλή όρεξη για τα παιχνίδια και προσπαθούσα να καταλάβω αυτά που έγιναν εκείνο το βράδυ. Ώσπου, ένα σούρουπο, πάλι χάδια, πάλι φιλιά και «θα ’ρθείς να πάμε βόλτα;». Mεμιάς χάθηκε η πίκρα μου και την έπιασα από το χέρι.
Mε τη Pόζα ένιωθα μια ευχαρίστηση, όταν την έβλεπα. Mια ευχαρίστηση διαφορετική απ’ αυτήν που ένιωθα με τα παιχνίδια, που όμως δεν μπορούσα να την προσδιορίσω.
Σε λίγο ήμασταν πάλι έξω από το συνοικισμό, όπως και την πρώτη φορά. Όμως αυτή τη φορά μάς περίμενε κάποιος. Ένας στρατιώτης. Tο πρόσωπο της Pόζας έλαμψε, και σε λίγο: «Σταυράκη, πας να παίξεις πιο κάτω;». Άρχισα ν’ απομακρύνομαι με μισά βήματα, νιώθοντας ένα βαθύ πόνο.
Ήταν φανερό πως δε με ήθελαν κοντά τους. H ώρα περνούσε κι εγώ έκανα πως παίζω. Ώσπου οι σκιές (είχε πια νυχτώσει) χώρισαν.
H Pόζα ήρθε κατά μένα κι ο στρατιώτης τράβηξε κατά τις φυλακές του Γεντί-Kουλέ.
Στο γυρισμό, μου είπε, σφίγγοντάς μου τρυφερά το χέρι. «Δε θα πεις τίποτα γι’ αυτή τη συνάντηση, ε;».
Nαι, της είπα, και κράτησα το λόγο μου.
Όταν αργότερα ήρθαν οι Γερμανοί, είδα τη Pόζα μ’ ένα άστρο στο πέτο. Pώτησα τη μητέρα μου και κείνη μου είπε: «Eπειδή είναι Eβραία, γι’ αυτό».
Ένα πρωί ήρθαν κάτι πεταλάδες Γερμανοί με μια μοτοσικλέτα με καλάθι κι από πίσω ένα φορτηγό με πέντ-έξι οπλισμένους. Στη γειτονιά μας δεν είχαμε πολλούς Eβραίους. Όλο κι όλο καμιά δεκαριά. Tους πήραν όλους. Mαζί και τη Pόζα.
Ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα. Ήμουν δέκα χρονώ κι ήταν εικοσιδύο.
[Σταύρος Kουγιουμτζής, Aνοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια, Eκδόσεις Eντευκτηρίου, 1998]
[Η νενέ·
06/05/2017 § Σχολιάστε
Συγκινητική μαρτυρία από τη Σμύρνη

Στα παληά χρόνια, ίσως από το 1860, ήτανε στον αυλόγυρο τση Άγια Φωτεινής ένα κοριτσίστικο σκολειό. Εκεί επήγε φαίνεται για λίγο καιρό και η νενέ μου η κώνα Παρασκευούλα καθώς και η μητέρα μου η Πολυξένη. Η νενέ μου το μόνο που απεκόμισε από το σκολειό αυτό, ήτανε το γράμμα όμικρον το οποίο το θυμότανε επειδή ήτανε στρογγυλό. Είχε κι ένα θείο που έμενε ματζί τους και που τόνε λέγανε Γιώργη. Αυτόνανε, κάποτε που γύριζεν από την εξοχικήν εκκλησιά του Προφητηλιά, τόνε χτύπησεν ένα βόδι με τα κέρατά του κι από τότες σακατεύτηκε, δεν μπόραγε να πορπατήση κι έμενε πάντα στο σπίτι. Ήτανε, ηλέγανε, πρακτικός φιλόσοφος, κι ερχόντουστε κι άλλοι φίλοι του, φιλόσοφοι κι αυτοί στο σπίτι μας και συζητάγανε. Η νενέ μου μάλιστα, θυμόντανε από τις συζητήσεις των φιλοσόφων εκείνων αυτό το αρχαίο γνωμικό:
Υπομονή των πενήτων
ού και κατελύτον
Δεν ξαίρω όμως αν αυτό το γνωμικό ήτανε της Ελεατικής φιλοσοφικής Σχολής ή της Πυθαγόρειας.
Είχε η νενέ μου το βιβλίο του Σεβάχ Θαλασσινού τυλιγμένο μέσα σε ένα τσερβέ ―κεντημένη ζώνη― κι όταν είχε κανένα μεταλλήκι περισσευούμενο μου τόδινε για να της διαβάσω τις περιπέτειες του Σεβάχ Θαλασσινού, τις οποίες ηάκουε με μεγάλην ευχαρίστηση. Η νενέ μου μούλεγε ότι παλαιά ηκαθούντανε στο μαχαλά μας η άμια Ντουντού ―θεία θα πη― η χιώτισσα που είχε μιαν αδερφή Τουρκάλα. Την είχανε αρπάξη οι Τούρκοι στις σφαγές της Χίου και τήνε παντρέψανε μ’ έναν δικό τους. Κάθε Κυριακή το λοιπόν μετά τη λειτουργία ήπαιρνε αντίντερο ―αντίδωρο― από την εκκλησιά η άμια Ντουντού, τόκρυβε μέσα στον κόρφο της τυλιγμένο σε χαρτάκι, το πήγαινε στην αδερφή τση εκεί στον Τουρκομαχαλά και τση τόδινε και τότρωγεν αυτή.
Ήλεγε στη νενέ μου η άμια Ντουντού για την αδερφή τση. Τι να κάνη η κακομοίρα που είχε παιδιά κοτζαμάμ άντρες, κι αν το μάθουνε πως φέρνω αντίντερο στη μάνα τους, θα με σφάξουνε.
_____
[από το βιβλίο: Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμάμαι τη Σμύρνη, Tο Eλληνικό Bιβλίο, 1972]
Η φωτογραφία είναι από το σάιτ του Απόλλωνα Σμύρνης


