[ώ Δέσποιναι·
16/04/2017 § Σχολιάστε

Ο Γιούδας, γνωρίζοντας, πως ήταν αδύνατο να σχωρεθεί με τα δάκρυα, σαν που έκαμε κι ο Πέτρος, στοχάστηκε να φουρκιστεί και κρεμάστηκε σε μια συκιά μοναχός του, για να βρεθεί στην κόλαση, κι έτσι μαζί με τους άλλους, να λευτερωθεί κι εκείνος όντας ήθελ’ ά κατεβεί ο Χριστός στον Άδη.
Η συκιά όμως λύγισε κι έμεινε εδεκεί μισοκρεμασμένος, και δεν ξεψύχησε, παρά όντας ο Χριστός αναστήθηκε.
Η συγκεκριμένη συκιά επήρε τα εύσημα από τον Ιησού που την αγίασε μετατρέποντάς της σε δέντρο φαλλών. Κάτω από τη σκιά του δέντρου των φαλλών, υπάρχουν πάντα, λένε, κάθε φορά, τουλάχιστον δύο παρθένες οι οποίες δοξάζουν επαρκώς τους αγιασμένους φαλλούς.
Η παρούσα εικόνα αποτελεί ατράνταχτον δοκουμένδον.
[Mας είχαν ζεστά φασόλια, 1 κουραμάνα και τσιγάρα·
16/04/2017 § Σχολιάστε
Συγκινητικές μαρτυρίες από το Μέτωπο του ’40

φωτογραφία από: pheidias.antibaro.gr
Tετάρτη, 18-12-1940
Σήμερα έχουμε ήλιο αλλά ο αέρας εξακολουθεί. Xθες οι Ιταλοί την νύκτα όπως συνήθως εγκατέλειψαν 3 χωριά και οπισθοχώρησαν πολύ πίσω. Συνεπώς πρόκειται να μετακινηθούμε. Kατέβηκα στο χωριό οικονόμησα μπομπότα κι αγόρασα τραχανά. Tο απόγευμα ξεκινήσαμε από την θέσιν βολής και επήγαμε στο χωριό (Nτομνίτσα) μας έβαλαν σε σπίτια. Έμεινα με τον Kαλόγηρο και Γκατζή σε μία χριστιανική οικογένεια εκ 7 ατόμων, δεν ήξερον ελληνικά αλλά ήσαν πολύ καλοί άνθρωποι[1]. Άναψαν φωτιά, μας έδωσαν μπομπότα με κρέας και φασόλια. Έμεινα ενθουσιασμένος διότι είχα 10 ημέρες να φάγω με κουτάλι. Εκοιμήθηκα όλην νύκτα κοντά στην φωτιά πολύ καλά.
Πέμπτη, 19-12-1940
Όταν σηκωθήκαμε μας ετοίμασαν 1 τσουβέκη τραχανά 2 οκ(άδες) περίπου, έφαγα με την ψυχή μου. Aυτή η οικογένεια πολύ μας υποχρέωσε, ας είναι καλά.
Tο μεσημέρι μάθαμε ότι οι Ιταλοί εγκατέλειψαν και την Kλεισούραν και έτσι το μέτωπο αυτό εγκατελείφθη και εμείς διετάχθημεν να φύγουμε. Ύστερα από κουραστική πορεία μέσα σε απότομα μονοπάτια, χαράδρες και ποτάμια (σε ένα από αυτά ξυποληθήκαμε και περάσαμε αφού βουτήξαμε έως το γόνατο, και εγώ βράχηκα λίγο) φτάσαμε και μείναμε στο χωριό Zάες. Mας είχαν ζεστά φασόλια, 1 κουραμάνα και τσιγάρα. Tο βράδυ κοιμήθηκα με άλλους και τον Nίκο σ’ ένα εγκαταλειμμένο μαγαζί.
Παρασκευή, 20-12-1940
Σήμερα άλλαξα και έδωσα πολλά ρούχα για πλύσιμο σε μια γυναίκα. Tα λεπτά μου λιγόστευαν έχω 90 δρχ. και από αυτές θα δώσω 25 για τα ρούχα. Mένουμε εν όλω 8 άτομα, με αρχηγό τον Xατζηδάκη Θεόφ. ένα πολύ καλό παιδί, δραστήριο, ενεργητικό κ.λπ. Kάθε ένας κάνει και ορισμένη δουλειά, άλλος το νερό, άλλος το στρώσιμο, άλλος τα ξύλα και άλλος το μαγείρεμα. Συσσίτιο δεν μας δίδουν. Σήμερα είχαμε ½ ρέγγα και ½ κουτί κονσέρβα, δηλαδή αισθανόμεθα πολύ την πείνα. Εγώ είχα λίγο τραχανά αγοράσει, τον μαγειρέψαμε με λίπος και εφάγαμε από 2 καραβάνες, δηλαδή πάρα πολύ καλά. Tο βράδυ ανάβαμε φωτιά, αλλά έως ότου γίνει άνθρακα τα μάτια μου έτρεχον δάκρυα και εκοκκίνιζαν. Kοιμώμεθα στρωματσάδα και οι 8 πολύ καλά κλειστά.
Σάββατον, 21-12-1940
Σήμερα ανακαλύψαμε ένα μπακαλικάκι, επώλη 100 δρχ. το κιλό την ζάχαρι, 40 δρχ. ρίζη και 30 δρχ. το αλάτι αγόρασα δικό μου ¼ κιλού ζάχαρι, για να πίνω λίγο τσαγάκι του βουνού. Επήραμε 2 κιλά ρίζη και λίγο βούτυρο και εκάναμε πιλάφι εξαιρετικό. Επληρώσαμε ρεφενέ 10 δρχ. ο καθένας. Σήμερα το παράκαναν με το συσσίτιο, μας έδωσαν 12 σύκα χωρίς ψωμί, για το μεσημέρι, και 20 δρμ. χωρίς κουραμάνα διά το βράδυ, δηλαδή τρελλές πείνες, είχαμε αισθανθεί πια πολύ την πείνα, αλλά κανείς μας όμως δεν διεμαρτύρετο, διότι όλοι είμεθα απόγονοι των παλαιών Ελλήνων στρατιωτών, που με το αίμα τους εμεγάλωσαν την Ελλάδα μας.
Kυριακή, 22-12-1940
Σήμερα παρουσιασθήκανε ξεπαγιάσματα στις πτέρνες των ποδιών μου, δηλαδή είχον τελείαν αναισθησίαν, δεν το καταλάβαινα καθόλου, στο αριστερό δε είχε και μία πληγή. Ο Ανθυπολοχαγός1 μού είπε να πάω στο γιατρό να το προσέξω διότι είναι επικίνδυνο να πάω στο μέτωπο έτσι. Σήμερα επήραμε[2] κουραμάνα, ½ ρέγγα διά το μεσημέρι, και 20 δρμ. χαλβά διά το βράδυ. Eυτυχώς και οικονομήσαμε 50 δρμ. ρίζη, το κάναμε λαπά, διότι μας επείραξε ευκοιλιότης και εφάγαμε και οι 8 σύνοικοι. Oι σύνοικοι ονομάζοντο N. Xρήστου, Θεοφάνης Xατζηδάκης, Xαράλ. Δουλκέρογλου, Γ. Tσιτσέλης, Mπούκης, Θεοδωρίδης και Αναγνωστόπουλος.
Tο βράδυ εχάλασε ο καιρός και ενώ στις κορυφές των γύρω βουνών έρριχνε χιόνι, εδώ έβρεχε όλην νύκτα εμάς δεν μας επείραξε διότι η φωτιά έκαιγε συνεχώς, και το δωμάτιο δεν έσταζε. Mακάρι να δώση ο Θεός να περνούμε έτσι τακτικά. Kάθε βράδυ διά να περνά η ώρα λέμε παραμύθια.
_________
[1] Σε σημείωση στο περιθώριο: Η οικογένεια ονομάζετο Σωτήρη Mήτσι.
[2] Σε σημείωση στο περιθώριο: Ανθ/γός Kίμων Bαρνάβας
[από το βιβλίο: Πυροβολητής Πεζικού Bλάσης Kαρατζίκας. Hμερολόγιον εκστρατείας: Nοέμ. 1940 – Aπρ. 1941, Ερμής, 2007]
από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
[αγνοήσετε τους γκαβούς·
07/04/2017 § Σχολιάστε

Η ψευδαίσθηση της ομοιότητας κολακεύει αν και το ενδιαφέρον στη ζωή έγκειτο πάντα στη διαφορά γι’ αυτό και «εμείς» επιλέγουμε –είναι αναπόφευκτο- τη συνεχή αναθεώρηση, αλλάζουμε κάθε δευτερόλεπτο, κάθε λεπτό, φαντάσου σε ένα χρόνο πόσες αλλαγές συντελούνται στη φυσιολογία μας, αν σκεφτείς κανείς το απλούστερο: γερνάς, μεγαλώνεις, σαφρακιάζεις βρ’ αδερφέ· είσαι «καθ’ οδόν», πορεύεσαι προς ένα (αν είσαι τυχερός και δεν πας από αυτοκινητιστικό) άδειο κιβώτιο γνωστό και ως «χούφταλο». Γι αυτό πρέπει, οφείλουμε, να είμαστε αιωνίως ανικανοποίητοι, όχι αχάριστοι, ανικανοποίητοι, δεν είν’ το ίδιο. Είμαστε ηθελημένα ή αθέλητα επιμελητές του εαυτού μας, άρα φιλήδονοι εκ φύσεως· κι όσοι αρνούνται τη κινητήρια δύναμη της ηδονής, είναι μη-φυσιολογικοί, είναι άνθρωποι λειψοί· γι’ αυτό και οι ασκητές που αρνούνται την ηδονή δεν είναι άνθρωποι, είναι ασκητές –άλλο το ένα κι άλλο το άλλο, δεν είν’ το ίδιο να είσαι σχιζοφρενής που επιλέγεις μία κολόνα και κάθεσαι επάνω της τριάντα-πέντε ξέρω ‘γω χρόνια όπως ο όσιος Συμεών ο Στυλίτης, αυτός ήταν όσιος δεν ήταν άνθρωπος, ήταν ένας θεότρελος που αγράμματοι κι ακαλλιέργητοι μωροί φανατικοί θαύμαζαν «το κατόρθωμά» του. Αγνοείστε τους γκαβούς. Αλλάζουμε συνεχώς, σώμα πνεύμα και ιδέες, είμαστε εκρηκτικά φυσιολογικά φιλήδονα θνητά πλάσματα, ναι εκρηκτικά, διότι για ποιο λόγο μελετούμε τους δισταγμούς ενός Δάντη και τις εμμονές ενός Τζόϋς, και γιατί ο χρόνος έπαψε να είναι νύχτα; διότι εμείς τον μετατρέψαμε σε μέρα ηλιόλουστη, σε χρόνο γεμάτο Φως. Διότι αλλάζουμε συνεχώς και ξέρω ότι μερικοί τα διαβάζετε αυτά, τα θεόμουρλα ομολογώ, με πικρό σκεπτικισμό, αλλά ήμουν κάποτε άλλος και τώρα εκ διαμέτρου άλλος και παραμένω ο ίδιος και το αυτό αφορά όλους μας και όλους σας, δεν έχει νόημα να το αρνείστε -αυτό κι αν είναι θαύμα εκρηκτικό.
[πρωτοαπριλιά·
01/04/2017 § Σχολιάστε
Σύντομα και ευσεβή

Όταν λειτουργεί ο ιερεύς, τιμά τον Θεόν, χαροποιεί τους αγγέλους, οικοδομεί την Εκκλησίαν, χορηγεί βοήθειαν εις τους ζώντας, ανάπαυσιν εις τους αποθανόντας, και γίνεταιο ίδιος μέτοχος όλων των αγαθών.
Πόσον ξηρά και δύσκολος είναι η ζωή άνευ του Ιησού!
