[το διφορούμενο

26/04/2017 § Σχολιάστε

Θολές σκέψεις
περί…

Όπως το «τέλος της Ιστορίας» συμπίπτει με την αποθέωση νέων ιστορικών και φιλοσοφικών μελετών, άρα και της Ιστορίας,  έτσι και το «τέλος της τέχνης» συμπίπτει με την αποθέωση της Τέχνης που προκαλείται από την ίδια την ποιητική πράξη, την προκαλεί η ίδια η Ποίηση όπου η δομή της συνεχώς αναδιαρθρώνεται εισάγοντας συνεχώς Το διφορούμενο κατά τη διαδικασία της, η οποία δεν είναι φυσικά μονογραμμική, υπάρχουν οι αναγκαίες μεταπτώσεις (βλ. μουσική), το αυτό ισχύει για όλες τις τέχνες, διότι νομοτελειακά οι (επικαιρικές) έννοιες σβήνουν κι αυτό που τελικά απομένει στην τέχνη, δεν είναι παρά η δομική σύνταξη «των σημείων» της. Όταν βεβαίως μιλάμε για… αποθέωση, εννοούμε πάντα ότι αυτή που συντελείται μεταξύ των ολίγων, των ελαχίστων υποψιασμένων, οι οποίοι στο σύνολο του πληθυσμού, δεν αποτελούν παρά ένα αμελητέο μονοψήφιο ποσοστό λίγο πάνω από το 0% αλλά συμβάλλει ανάλογα με το κάθε φορά «βάρος» της, άλλοτε σημαντικά κι άλλοτε ελάχιστα στην εξέλιξη της κοινωνίας συνολικά.

Με συγχωρείτε που σας αντιλέγω, αλλά στη θέση σας δεν θα χρησιμοποιούσα επιχειρήματα του είδους, διότι είναι κοινότοπα. Μα κύριέ μου οι κοινοί τόποι όπως τολμάτε να λέτε είναι τα ευκόλως, δια των ελαχίστων, εννοούμενα, διότι πολλά ή όλα μπορούν να παρουσιαστούν -φιλοδοξούν τέλος πάντων-  ως νεωτερισμός· όπως ερωτά γεμάτος απορία ο Σαραμάγκου[*] και σας ερωτώ κι εγώ με τη σειρά μου την ίδια ερώτηση: γιατί εσείς δεν θα λέγατε «νύχτα του χρόνου»; Απάντηση: Γιατί ο χρόνος έπαψε από μόνος του να είναι νύχτα από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να γράφουν, ή να διορθώνουν, το οποίο επαναλαμβάνω, είναι έργο ιδιαίτερα εξεζητημένο, είναι ένα είδος μεταμόρφωσης. Μου αρέσει η φράση σας. Κι εμένα, προπαντός γιατί είναι η πρώτη φορά που τη λέω, τη δεύτερη φορά δεν θα έχει την ίδια χάρη. Θα έχει γίνει κοινός τόπος.

(θα έπρεπε εδώ να προηγηθούν περισσότερες «εξηγήσεις» αλλά τέλος πάντων σημειώσατε «χ») Στη πρώτη παράγραφο μιλώ για Το διφορούμενο και αυτό ίσως είναι το κλειδί· ο Κίρκεγκωρ συνέδεσε Το διφορούμενο με το άγχος. Όλα αυτά γράφονται, ομολογώ, με έντονες επιφυλάξεις διότι δεν αποκλείω Το διφορούμενο να έχει προέλευση από τους αρχαίους μύθους, τις παλιές τελετουργίες με Τα διφορούμενα σύμβολα που πέρασαν από το μύθο στην ποίηση για την υπόμνηση άλλων επιπέδων ύπαρξης. Μήπως Το άλλο δεν υποδηλώνει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτό Το μυστικό (το κρυμμένο) που περιέχεται μέσα στο σύστημα της παίδευσης και αποτελεί (μεταλαμπαδευόμενο εκ της παιδείας) αναπόσπαστο στοιχείο καλλιέργειας ενός ατόμου;

Υποθέτω, τι να σας πω…

ΥΓ: Οι καλλιτέχνες του «σαββατοκύριακου» και η επωνυμία «μεγάλος» για ναΐφ ζωγράφους οι οποίοι δήθεν αντιπροσωπεύουν «την παράδοσή μας» κατά τους φανατικούς οπαδούς «της γενιά του ‘30», απωθούν με το φάλτσο τους, κυρίως λόγω έλλειψης μιας απαραίτητης αυτογνωσίας.

[*] Ζοζέ Σαραμάγκου, Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας, εκδόσεις Καστανιώτη

Στη φωτογραφία: η φάτσα του αγριμολόγου στο μουσείο Πεσσόα στη Λισαβόνα

[η γέννηση των φυλών·

23/04/2017 § Σχολιάστε

Koi-San People (Bushmen) Anthropology Biodiversity Forum

Mια φορά και ένα καιρό στην αρχή, υπήρχαν δύο. Ο ένας ήταν τυφλός και ο άλλος κυνηγούσε. Μία μέρα ο κυνηγός ανακάλυψε μία τεράστια τρύπα στη γη σαν κρατήρας, γεμάτη θηράματα κι άρχισε να σκοτώνει κυρίως τα νεότερα. Ο τυφλός, αισθανόμενος μέσω της ανεπτυγμένης του όσφρησης , είπε: «Δεν πρόκειται για θηράματα, αλλά βοοειδή».

Όταν η όραση του τυφλού επανήλθε, επισκέφθηκε μαζί με τον κυνηγό το χώρο με τα θηράματα. Επιβεβαιώθηκε βλέποντας ότι επρόκειτο πράγματι για αγελάδες με τα μοσχαράκια τους. Στη συνέχεια, έφτιαξε στα γρήγορα ένα kraal, ένα φράχτη από αγκάθια, γύρω από τον χώρο, χρίζοντας εαυτόν Οτεντότο. Από τότε το ίδιο πράττουν μέχρι σήμερα, ακολουθώντας την παράδοση, όλοι οι απόγονοί του, Οτεντότοι.

Όταν ο κυνηγός ήρθε και είδε τι έκανε ο πρώην τυφλός, κατάλαβε ότι τώρα θα έχει αντιμετωπίσει τεράστιες δυσκολίες στην αναζήτηση θηράματος. Θέλησε λοιπόν κι εκείνος να χρίσει τον εαυτό του… «Άκου να δεις!» του είπε ο άλλος, «πρέπει να πετάξεις αυτή την αλοιφή στη φωτιά και στη συνέχεια να τη χρησιμοποιήσεις». Ο κυνηγός ακολούθησε τη συμβουλή του -τώρα πλέον- Οτεντότου. Τεράστιες φλόγες ξεπετάχτηκαν προς το πρόσωπο του κι ο άμοιρος κινδύνεψε να καεί. Τρομαγμένος και συνάμα ευτυχής πήρε το δρόμο της διαφυγής. Καθώς έφευγε ο άλλος του φώναξε «Ορίστε πάρε ένα kirri (μαγκούρα) και τρέχα στους λόφους και στα δάση να κυνηγήσεις, να βρεις το μέλι σου».

Έτσι γεννήθηκε η φυλή των Βουσμάνων.

*

[Πατροπαράδοτο Νοτίου Αφρικής σε ελεύθερη απόδοση του αγριμολόγου]

Οτεντότοι. Λαός, που άλλοτε ήταν εγκατεστημένος σε ολόκληρη τη νότια Αφρική, σήμερα, αρκετά περιορισμένος σε αριθμό ζει στις πιο απρόσιτες ζώνες της νοτιοδυτικής Αφρικής.
Βουσμάνοι. Οι Σαν, γνωστοί και ως Βουσμάνοι, κατάγονται απευθείας από τον αρχικό πληθυσμό των προγόνων του ανθρώπου από τους οποίους προέκυψαν όλοι οι άλλοι αφρικανικοί πληθυσμοί και τελικώς εκείνοι που εγκατέλειψαν την αφρικανική ήπειρο για να εξαπλωθούν σε άλλα μέρη του κόσμου. Είναι πολύ αρχαιότεροι από τους Οτεντότους, αλλά το παραμύθι μας προφανώς προέρχεται από την παράδοση των Οτεντότων. Η ονομασία Βουσμάνος είναι Ολλανδική (bosjesman: από το bosje που σημαίνει δάσος, και το man που σημαίνει άνθρωπος, δηλαδή άνθρωπος των δασών).

[ώ Δέσποιναι·

16/04/2017 § Σχολιάστε

Ο Γιούδας, γνωρίζοντας, πως ήταν αδύνατο να σχωρεθεί με τα δάκρυα, σαν που έκαμε κι ο Πέτρος, στοχάστηκε να φουρκιστεί και κρεμάστηκε σε μια συκιά μοναχός του, για να βρεθεί στην κόλαση, κι έτσι μαζί με τους άλλους, να λευτερωθεί κι εκείνος όντας ήθελ’ ά κατεβεί ο Χριστός στον Άδη.

Η συκιά όμως λύγισε κι έμεινε εδεκεί μισοκρεμασμένος, και δεν ξεψύχησε, παρά όντας ο Χριστός αναστήθηκε.

Η συγκεκριμένη συκιά επήρε τα εύσημα από τον Ιησού που την αγίασε μετατρέποντάς της σε δέντρο φαλλών. Κάτω από τη σκιά του δέντρου των φαλλών, υπάρχουν πάντα, λένε, κάθε φορά, τουλάχιστον δύο παρθένες οι οποίες δοξάζουν επαρκώς τους αγιασμένους φαλλούς.

Η παρούσα εικόνα αποτελεί ατράνταχτον δοκουμένδον.

[Mας είχαν ζεστά φασόλια, 1 κουραμάνα και τσιγάρα·

16/04/2017 § Σχολιάστε

Συγκινητικές μαρτυρίες από το Μέτωπο του ’40

φωτογραφία από: pheidias.antibaro.gr

Tετάρτη, 18-12-1940
Σήμερα έχουμε ήλιο αλλά ο αέρας εξακολουθεί. Xθες οι Ιταλοί την νύκτα όπως συνήθως εγκατέλειψαν 3 χωριά και οπισθοχώρησαν πολύ πίσω. Συνεπώς πρόκειται να μετακινηθούμε. Kατέβηκα στο χωριό οικονόμησα μπομπότα κι αγόρασα τραχανά. Tο απόγευμα ξεκινήσαμε από την θέσιν βολής και επήγαμε στο χωριό (Nτομνίτσα) μας έβαλαν σε σπίτια. Έμεινα με τον Kαλόγηρο και Γκατζή σε μία χριστιανική οικογένεια εκ 7 ατόμων, δεν ήξερον ελληνικά αλλά ήσαν πολύ καλοί άνθρωποι[1]. Άναψαν φωτιά, μας έδωσαν μπομπότα με κρέας και φασόλια. Έμεινα ενθουσιασμένος διότι είχα 10 ημέρες να φάγω με κουτάλι. Εκοιμήθηκα όλην νύκτα κοντά στην φωτιά πολύ καλά.

Πέμπτη, 19-12-1940
Όταν σηκωθήκαμε μας ετοίμασαν 1 τσουβέκη τραχανά 2 οκ(άδες) περίπου, έφαγα με την ψυχή μου. Aυτή η οικογένεια πολύ μας υποχρέωσε, ας είναι καλά.
Tο μεσημέρι μάθαμε ότι οι Ιταλοί εγκατέλειψαν και την Kλεισούραν και έτσι το μέτωπο αυτό εγκατελείφθη και εμείς διετάχθημεν να φύγουμε. Ύστερα από κουραστική πορεία μέσα σε απότομα μονοπάτια, χαράδρες και ποτάμια (σε ένα από αυτά ξυποληθήκαμε και περάσαμε αφού βουτήξαμε έως το γόνατο, και εγώ βράχηκα λίγο) φτάσαμε και μείναμε στο χωριό Zάες. Mας είχαν ζεστά φασόλια, 1 κουραμάνα και τσιγάρα. Tο βράδυ κοιμήθηκα με άλλους και τον Nίκο σ’ ένα εγκαταλειμμένο μαγαζί.

Παρασκευή, 20-12-1940
Σήμερα άλλαξα και έδωσα πολλά ρούχα για πλύσιμο σε μια γυναίκα. Tα λεπτά μου λιγόστευαν έχω 90 δρχ. και από αυτές θα δώσω 25 για τα ρούχα. Mένουμε εν όλω 8 άτομα, με αρχηγό τον Xατζηδάκη Θεόφ. ένα πολύ καλό παιδί, δραστήριο, ενεργητικό κ.λπ. Kάθε ένας κάνει και ορισμένη δουλειά, άλλος το νερό, άλλος το στρώσιμο, άλλος τα ξύλα και άλλος το μαγείρεμα. Συσσίτιο δεν μας δίδουν. Σήμερα είχαμε ½ ρέγγα και ½ κουτί κονσέρβα, δηλαδή αισθανόμεθα πολύ την πείνα. Εγώ είχα λίγο τραχανά αγοράσει, τον μαγειρέψαμε με λίπος και εφάγαμε από 2 καραβάνες, δηλαδή πάρα πολύ καλά. Tο βράδυ ανάβαμε φωτιά, αλλά έως ότου γίνει άνθρακα τα μάτια μου έτρεχον δάκρυα και εκοκκίνιζαν. Kοιμώμεθα στρωματσάδα και οι 8 πολύ καλά κλειστά.

Σάββατον, 21-12-1940
Σήμερα ανακαλύψαμε ένα μπακαλικάκι, επώλη 100 δρχ. το κιλό την ζάχαρι, 40 δρχ. ρίζη και 30 δρχ. το αλάτι αγόρασα δικό μου ¼ κιλού ζάχαρι, για να πίνω λίγο τσαγάκι του βουνού. Επήραμε 2 κιλά ρίζη και λίγο βούτυρο και εκάναμε πιλάφι εξαιρετικό. Επληρώσαμε ρεφενέ 10 δρχ. ο καθένας. Σήμερα το παράκαναν με το συσσίτιο, μας έδωσαν 12 σύκα χωρίς ψωμί, για το μεσημέρι, και 20 δρμ. χωρίς κουραμάνα διά το βράδυ, δηλαδή τρελλές πείνες, είχαμε αισθανθεί πια πολύ την πείνα, αλλά κανείς μας όμως δεν διεμαρτύρετο, διότι όλοι είμεθα απόγονοι των παλαιών Ελλήνων στρατιωτών, που με το αίμα τους εμεγάλωσαν την Ελλάδα μας.

Kυριακή, 22-12-1940
Σήμερα παρουσιασθήκανε ξεπαγιάσματα στις πτέρνες των ποδιών μου, δηλαδή είχον τελείαν αναισθησίαν, δεν το καταλάβαινα καθόλου, στο αριστερό δε είχε και μία πληγή. Ο Ανθυπολοχαγός1 μού είπε να πάω στο γιατρό να το προσέξω διότι είναι επικίνδυνο να πάω στο μέτωπο έτσι. Σήμερα επήραμε[2] κουραμάνα, ½ ρέγγα διά το μεσημέρι, και 20 δρμ. χαλβά διά το βράδυ. Eυτυχώς και οικονομήσαμε 50 δρμ. ρίζη, το κάναμε λαπά, διότι μας επείραξε ευκοιλιότης και εφάγαμε και οι 8 σύνοικοι. Oι σύνοικοι ονομάζοντο N. Xρήστου, Θεοφάνης Xατζηδάκης, Xαράλ. Δουλκέρογλου, Γ. Tσιτσέλης, Mπούκης, Θεοδωρίδης και Αναγνωστόπουλος.
Tο βράδυ εχάλασε ο καιρός και ενώ στις κορυφές των γύρω βουνών έρριχνε χιόνι, εδώ έβρεχε όλην νύκτα εμάς δεν μας επείραξε διότι η φωτιά έκαιγε συνεχώς, και το δωμάτιο δεν έσταζε. Mακάρι να δώση ο Θεός να περνούμε έτσι τακτικά. Kάθε βράδυ διά να περνά η ώρα λέμε παραμύθια.

_________
[1] Σε σημείωση στο περιθώριο: Η οικογένεια ονομάζετο Σωτήρη Mήτσι.
[2] Σε σημείωση στο περιθώριο: Ανθ/γός Kίμων Bαρνάβας

[από το βιβλίο: Πυροβολητής Πεζικού Bλάσης Kαρατζίκας. Hμερολόγιον εκστρατείας: Nοέμ. 1940 – Aπρ. 1941, Ερμής, 2007]

από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Where Am I?

You are currently browsing the αφήγηση category at αγριμολογος.