[Η ασύμβατη σχέση της λογοτεχνίας και της τέχνης με την ολοκληρωτική εξουσία ·

30/07/2020 § Σχολιάστε

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ – Γεβεγκένι Ζαμιάτιν, Επιστολές στον Στάλιν,
μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδόσεις Άγρα

Του ©Κώστα Καρακώτια στην ΕφΣυν »»

Ο σταλινισμός παραμένει ακόμα μια σκοτεινή περίοδος της ιστορικής διαχρονίας αλλά και μια χαίνουσα πληγή στο σώμα της Αριστεράς. Η διερεύνηση της αντιστροφής του κομμουνιστικού απελευθερωτικού προτάγματος στην τότε Σοβιετική Ενωση σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς ιδεολογικής χειραγώγησης, καταστολής και τρόμου είναι ακόμα ανοιχτή. Μια πρώιμη εκδήλωση της αντιστροφής αυτής ήταν ο έλεγχος και η επιτήρηση της λογοτεχνίας και των συγγραφέων από το νέο καθεστώς, που συγκροτούνταν σταδιακά. Οι διανοούμενοι ηγέτες των μπολσεβίκων γνώριζαν προφανώς τη σημασία και τη δύναμη της λογοτεχνίας.

Ο λογοκριτικός έλεγχος και τα συγκεκριμένα αποτελέσματά του σε δύο πολύ γνωστούς συγγραφείς περιγράφονται στο κομψό τομίδιο των εκδόσεων «Αγρα» της σειράς «Επιστολές». Το βιβλίο αποτελείται από τις επιστολές που έστειλαν στον Στάλιν οι δύο αυτοί συγγραφείς, από ακόμα μία της συζύγου του πρώτου, από ένα επιπλέον σημαντικό προδρομικό κείμενο του Ζαμιάτιν και τον εξαιρετικά κατατοπιστικό πρόλογο της μεταφράστριας Αλεξάνδρας Ιωαννίδου.

Οι δύο συγγραφείς, όταν στέλνουν τις επιστολές τους στον Στάλιν, έχουν ήδη καταγραφεί στην περιοχή της ρωσικής λογοτεχνίας. Ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, συγγραφέας του εμβληματικού μυθιστορήματος «Ο μετρ και η Μαργαρίτα», γεννήθηκε το 1891, σπούδασε ιατρική και εργάστηκε κυρίως σε εφημερίδες και στον χώρο του θεάτρου. Αρχισε να δημοσιεύει από τη δεκαετία του 1920.

Δεν προσχώρησε ποτέ στο σοβιετικό καθεστώς και η στάση του απέναντί του ήταν σχετικά αμφίσημη και πάντα κριτική. Στα γραπτά του σατίρισε διάφορες πλευρές της νέας σοβιετικής πραγματικότητας και τις αλλαγές που επέφερε η επανάσταση. Πολλές φορές η λογοκρισία ματαίωσε και μετά το 1930 απαγόρευσε οριστικά τις παραστάσεις των θεατρικών έργων του και την έκδοση των βιβλίων του. Πέθανε πρόωρα το 1940.

Ο Γεβγκένι Ζαμιάτιν γεννήθηκε το 1884, σπούδασε ναυπηγός-μηχανικός και είχε ενεργή επαναστατική δραστηριότητα με το κόμμα των μπολσεβίκων. Στη Ρωσία επέστρεψε το 1917 από την Αγγλία , όπου είχε καταφύγει, και ασχολήθηκε με τη συγγραφή και το θέατρο. Αν και υποστήριξε την επανάσταση, γρήγορα άρχισε να επικρίνει τις πρακτικές του νέου καθεστώτος και κυρίως την άσκηση λογοκρισίας και ελέγχου στους συγγραφείς. Στο τέλος της δεκαετίας του 1920 απαγορεύτηκε η έκδοση των έργων του. Το πιο γνωστό του μυθιστόρημα είναι το μελλοντολογικό και δυστοπικό «Εμείς», που αποτέλεσε και πηγή έμπνευσης του Χάξλεϊ, του Οργουελ και πολλών άλλων. Το 1931 δόθηκε στον Ζαμιάτιν η άδεια να φύγει από τη Σοβιετική Ενωση μαζί με τη γυναίκα του. Εγκαταστάθηκε και έζησε πάμφτωχος στο Παρίσι, όπου και πέθανε το 1937.

Ο Μπουλγκάκοφ και ο Ζαμιάτιν, παρά τις διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές τους, συνδέονταν μεταξύ τους με αμοιβαία εκτίμηση και φιλία. Η σύνδεσή τους γίνεται εντονότερη την περίοδο που στέλνουν τις επιστολές στον Στάλιν και ο ένας συμβουλεύει τον άλλο για το ύφος και το περιεχόμενό τους. Και οι δύο ζητούν από τον Στάλιν να παρέμβει προσωπικά, προκειμένου να τους επιτραπεί η έξοδος από τη χώρα. Ο Μπουλγκάκοφ από το 1929 μέχρι το 1934 στέλνει συνολικά πέντε επιστολές με το ίδιο αίτημα, χωρίς να δεχτεί ποτέ απάντηση. Στις επιστολές του μάλιστα διεκτραγωδεί τις περιπέτειές του με τους αρμόδιους κρατικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς για τη μετανάστευση. Δικαιολογεί το αίτημά του με την απαγόρευση τόσο των παραστάσεων των θεατρικών έργων του όσο και της έκδοσης των βιβλίων του.

Περιγράφει αναλυτικά το έργο του και τις μεθοδευμένες από τους κομματικούς μηχανισμούς καταδικαστικές κριτικές. Αναφέρεται βέβαια στη δυσκολία της επιβίωσής του και στην κατάσταση της υγείας του, αλλά προτάσσει την αδυναμία του να εργαστεί ως συγγραφέας και γι’ αυτό, με πραγματικό πόνο, ζητά να φύγει από τη χώρα, αφού δεν του επιτρέπεται να προσφέρει αυτό που μπορεί.

Ο Ζαμιάτιν δε, στην αρχή κιόλας της μοναδικής επιστολής του, αναφέρει στον Στάλιν ότι είναι καταδικασμένος στην εσχάτη των ποινών, αφού του έχουν στερήσει τη δυνατότητα να γράφει. Στη συνέχεια περιγράφει και αυτός τους μεθοδευμένους διωγμούς του και τις αρνητικές πολιτικά κριτικές του έργου του από τους ίδιους μηχανισμούς. Τονίζει ότι λόγω της προηγούμενης επαναστατικής του δράσης ίσως να μη γίνει δεκτός στο εξωτερικό, αλλά επιθυμεί να φύγει για να αρθεί η θανατική του καταδίκη ως συγγραφέα.

Στο κείμενό του, που φέρει τον τίτλο «Φοβάμαι» και είναι του 1921, περιγράφει την πνευματική κατάσταση τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια και καταγγέλλει την κομματική εθελοδουλία των λογοτεχνών. Διατυπώνει τη θέση ότι η αληθινή λογοτεχνία δεν γίνεται από διεκπεραιωτικούς υπαλλήλους, αλλά από δημιουργούς τρελούς, ερημίτες, ονειροπόλους, επαναστάτες και αμφισβητίες. Προβλέπει δε ότι, εάν παραμείνει ο φόβος του αιρετικού λόγου, τότε το μέλλον της ρωσικής λογοτεχνίας θα είναι μόνο το παρελθόν της.

Η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου στην προλογική μελέτη της αποδεικνύει ότι ο οργανωμένος ζόφος, που προκύπτει από τις αγωνιώδεις επιστολές των δύο συγγραφέων, είναι συστατικό στοιχείο της πολιτικής του νέου καθεστώτος στον χώρο των διανοουμένων. Εξηγεί ακόμα την προνεωτερική και διαχρονική τάση στη Ρωσία τής απευθείας επικοινωνίας με τον κάθε φορά Ηγέτη και καταγράφει και τις διάφορες απόψεις στο εσωτερικό του κόμματος για τον έλεγχο των συγγραφέων. Εντυπωσιάζει δε η αρκετά σκληρή θέση για την επιτήρηση των συγγραφέων του Τρότσκι το 1922, με την οποία μάλιστα ο Στάλιν διαφωνεί.

Η έκδοση συνολικά είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορικά και, εκτός από το δράμα των συγκεκριμένων συγγραφέων, αναδεικνύει την

«Μιὰ μειοψηφία ἡ ὁποία στηρίζει τὴν ἐξουσία της πάνω στὴ δράση μιᾶς μυστικῆς ἀστυνομίας εἶναι ἀναπόφευκτα ὠμή, καταπιεστικὴ καὶ σκοταδιστική»

16/07/2020 § Σχολιάστε

Μπέρτραντ Ράσσελ: Γιατί δεν είμαι κομμουνιστής

©Athens Review of Books 12/07/2020, Τεύχος 119 – ΙΟΥΛΙΟΣ – ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Σὲ σχέση μὲ ὁποιοδήποτε πολιτικὸ δόγμα πρέπει νὰ τίθενται δύο ἐρωτήματα: (1) Ἀληθεύουν οἱ θεωρητικές του παραδοχές; (2) Οἱ πρακτικὲς ἐφαρμογὲς τῆς πολιτικῆς του ἔχουν πιθανότητες νὰ αὐξήσουν τὴν ἀνθρώπινη εὐδαιμονία; Ἀπὸ τὴ σκοπιά μου, πιστεύω ὅτι οἱ θεωρητικὲς παραδοχὲς τοῦ κομμουνισμοῦ εἶναι ψευδεῖς καὶ πιστεύω ἐπίσης ὅτι οἱ πρακτικὲς καθοδηγητικές του ἀρχὲς εἶναι τέτοιες ποὺ θὰ προκαλέσουν μιὰν ἀνυπολόγιστη αὔξηση τῆς ἀνθρώπινης δυστυχίας.

Τὰ θεωρητικὰ δόγματα τοῦ κομμουνισμοῦ κατάγονται κατὰ κύριο λόγο ἀπὸ τὸν Μάρξ. Οἱ ἐνστάσεις μου κατὰ τοῦ Μὰρξ εἶναι δύο εἰδῶν: πρῶτον, ὅτι τελοῦσε ὑπὸ διανοητικὴ σύγχυση καί, δεύτερον, ὅτι ἡ σκέψη του ἐμπνεόταν σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸ μίσος. Τὸ δόγμα τῆς ὑπεραξίας, τὸ ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι ἀποδεικνύει τὴν ἐκμετάλλευση τῆς μισθωτῆς ἐργασίας ὑπὸ τὸν καπιταλισμό, παράγεται: (α) ἀπὸ τὴν κρυφὴ ἀποδοχὴ τῆς πληθυσμιακῆς θεωρίας τοῦ Μάλθους, τὴν ὁποία ὁ Μὰρξ καὶ ὅλοι οἱ μαθητές του ἀνοιχτὰ ἀπορρίπτουν καὶ (β) ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς θεωρίας τῆς ἀξίας τοῦ Ρικάρντο στοὺς μισθούς, ἀλλὰ ὄχι στὴν τιμὴ τῶν βιομηχανικῶν προϊόντων. Εἶναι ἀπολύτως ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ἀποτέλεσμα ὄχι ἐπειδὴ βρίσκεται σὲ συμφωνία μὲ τὰ ἀντικειμενικὰ δεδομένα, ἢ ἐπειδὴ ἔχει λογικὴ συνοχή, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὑπολογίζει ὅτι θὰ ἐξάψει τὴν ὀργὴ τῶν μισθωτῶν ἐργατῶν. Τὸ δόγμα τοῦ Μὰρξ ὅτι ὅλα τὰ ἱστορικὰ γεγονότα ἔχουν ὡς κινητήρια δύναμη τὴν ταξικὴ πάλη εἶναι μιὰ αὐθαίρετη καὶ ψευδὴς ἐπέκταση στὴν παγκόσμια ἱστορία ὁρισμένων χαρακτηριστικῶν ποὺ ξεχώριζαν στὴν Ἀγγλία καὶ τὴ Γαλλία πρὶν ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια. Ἡ πεποίθησή του ὅτι ὑπάρχει κάποια συμπαντικὴ δύναμη ποὺ ὀνομάζεται Διαλεκτικὸς Ὑλισμὸς καὶ κυβερνάει τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς βουλήσεις τῶν ἀνθρώπων εἶναι καθαρὴ μυθολογία. Τὰ θεωρητικά του σφάλματα ὅμως δὲν θὰ εἶχαν τόσο μεγάλη σημασία, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ γεγονὸς ὅτι ‒ὅπως ὁ Τερτυλλιανὸς καὶ ὁ Κάρλαϋλ‒ ἡ κύρια ἐπιθυμία του ἦταν νὰ δεῖ νὰ τιμωροῦνται οἱ ἐχθροί του, καὶ δὲν ἐνδιαφερόταν καθόλου τί θὰ πάθαιναν οἱ φίλοι του στὴν πορεία.

Τὸ δόγμα τοῦ Μὰρξ ἦταν ἤδη ἀρκετὰ κακό, ἀλλὰ οἱ τροποποιήσεις ποὺ ὑπέστη ἀπὸ τὸν Λένιν καὶ τὸν Στάλιν τὸ ἔκαναν πολὺ χειρότερο. Ὁ Μὰρξ δίδασκε ὅτι μετὰ τὴ νίκη τοῦ προλεταριάτου σὲ ἕναν ἐμφύλιο πόλεμο θὰ ἀκολουθοῦσε μιὰ ἐπαναστατικὴ μεταβατικὴ περίοδος καὶ ὅτι κατὰ τὴ διάρκεια τῆς περιόδου αὐτῆς τὸ προλεταριάτο κατὰ τὴ συνήθη πρακτικὴ μετὰ ἀπὸ ἕναν ἐμφύλιο θὰ ἀφαιροῦσε ἀπὸ τοὺς ἡττημένους ἐχθρούς του τὴν πολιτικὴ ἐξουσία. Ἡ περίοδος αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ δικτατορία τοῦ προλεταριάτου. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ προφητικὸ ὅραμα τοῦ Μὰρξ ἡ νίκη τοῦ προλεταριάτου θὰ ἐρχόταν μετὰ τὴν αὔξηση τοῦ προλεταριάτου ὥστε νὰ γίνει αὐτὸ ἡ τεράστια πλειοψηφία τοῦ πληθυσμοῦ. Συνεπῶς, ἡ δικτατορία τοῦ προλεταριάτου ὅπως τὴν κατανοοῦσε ὁ Μὰρξ δὲν ἦταν στὴν οὐσία της ἀντιδημοκρατική. Ὅμως, στὴ Ρωσία τοῦ 1917 τὸ προλεταριάτο ἦταν ἕνα μικρὸ ποσοστὸ τοῦ πληθυσμοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ μεγάλη πλειοψηφία ἦταν ἀγρότες. Θεσπίσθηκε τότε ὅτι τὸ κόμμα τῶν Μπολσεβίκων ἦταν τὸ τμῆμα τοῦ προλεταριάτου μὲ ταξικὴ συνείδηση καὶ ὅτι μιὰ μικρὴ ἐπιτροπὴ τῆς ἡγεσίας του ἦταν τὸ τμῆμα τοῦ κόμματος τῶν Μπολσεβίκων μὲ ταξικὴ συνείδηση. Κι ἔτσι ἡ δικτατορία τοῦ προλεταριάτου κατέληξε νὰ εἶναι ἡ δικτατορία μιᾶς μικρῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τελικὰ ἑνὸς ἀνθρώπου, τοῦ Στάλιν. Ὡς ὁ μοναδικὸς προλετάριος μὲ ταξικὴ συνείδηση ὁ Στάλιν καταδίκασε ἑκατομμύρια ἀγροτῶν σὲ θάνατο διὰ λιμοκτονίας καὶ ἑκατομμύρια ἄλλους σὲ καταναγκαστικὰ ἔργα σὲ στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Προχώρησε ἀκόμα παραπέρα καὶ διέταξε ὅτι οἱ νόμοι τῆς βιολογικῆς κληρονομικότητας θὰ εἶναι στὸ ἑξῆς διαφορετικοὶ ἀπ’ ὅ,τι ἦταν μέχρι τώρα, καὶ ὅτι τὸ κυτταρικὸ πλάσμα θὰ ὑπακούει τώρα στοὺς σοβιετικοὺς νόμους καὶ ὄχι σὲ ἐκείνους τοῦ ἀντιδραστικοῦ ἱερέα Μέντελ. Ἀδυνατῶ παντελῶς νὰ κατανοήσω πῶς συνέβη ὅτι κάποιοι ποὺ εἶναι καὶ νοήμονες καὶ ἀνθρωπιστὲς βρῆκαν κάτι νὰ θαυμάσουν στὸ ἀχανὲς στρατόπεδο δούλων ποὺ δημιούργησε ὁ Στάλιν.

Πάντα διαφωνοῦσα μὲ τὸν Μάρξ. Ἡ πρώτη ἐχθρικὴ κριτική μου γι’ αὐτὸν δημοσιεύθηκε τὸ 1896. Ὅμως ἡ ἀντίθεσή μου στὸν σύγχρονο κομμουνισμὸ πάει πολὺ βαθύτερα ἀπὸ τὴν ἀντίθεσή μου στὸν Μάρξ. Εἶναι ἡ ἐγκατάλειψη τῆς δημοκρατίας ποὺ βρίσκω ἰδιαίτερα καταστροφική. Μιὰ μειοψηφία ἡ ὁποία στηρίζει τὴν ἐξουσία της πάνω στὴ δράση μιᾶς μυστικῆς ἀστυνομίας εἶναι ἀναπόφευκτα ὠμή, καταπιεστικὴ καὶ σκοταδιστική. Οἱ κίνδυνοι μιᾶς ἀνεξέλεγκτης ἐξουσίας εἶχαν γενικῶς ἀναγνωρισθεῖ κατὰ τὸν δέκατο ὄγδοο καὶ δέκατο ἔνατο αἰώνα, ὅμως ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ θαμπώθηκαν ἀπὸ τὴ φαινομενικὴ ἐπιτυχία τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης ἔχουν ξεχάσει τὰ πάντα ποὺ μάθαμε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀπόλυτης μοναρχίας, καὶ ἔχουν ἐπιστρέψει στὰ χειρότερα στοιχεῖα τοῦ Μεσαίωνα κάτω ἀπὸ τὴν περίεργη παράκρουση ὅτι βρίσκονται στὴν πρωτοπορία τῆς προόδου.

πάρχουν σημάδια ὅτι τὸ σοβιετικὸ καθεστὼς θὰ γίνει στὴν πορεία τοῦ χρόνου πιὸ φιλελεύθερο. Ὅμως, ὅσο κι ἂν αὐτὸ εἶναι πιθανὸ δὲν εἶναι καθόλου βέβαιο. Ἐν τῷ μεταξύ, ὅλοι ὅσοι ἐκτιμοῦν ὄχι μόνο τὴν τέχνη καὶ τὴν ἐπιστήμη, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπάρκεια τῆς καθημερινῆς τους τροφῆς καθὼς καὶ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὸν φόβο ὅτι ἕνας ἀπρόσεκτος λόγος τῶν παιδιῶν τους στὸ δάσκαλό τους μπορεῖ νὰ τοὺς καταδικάσει σὲ καταναγκαστικὰ ἔργα στὴν παγωμένη ἐρημιὰ τῆς Σιβηρίας, πρέπει νὰ κάνουν ὅ,τι μποροῦν γιὰ νὰ διατηρηθεῖ στὶς χῶρες τους ἕνας τρόπος ζωῆς λιγότερο δουλικὸς καὶ μὲ μεγαλύτερη εὐημερία.

Ὑπάρχουν κάποιοι ποὺ καταπιεσμένοι ἀπὸ τὰ δεινὰ τοῦ κομμουνισμοῦ συμπεραίνουν ὅτι ὁ μόνος ἀποτελεσματικὸς τρόπος γιὰ νὰ καταπολεμηθοῦν τὰ δεινὰ αὐτὰ εἶναι μέσω ἑνὸς παγκοσμίου πολέμου. Πιστεύω ὅτι αὐτὸ εἶναι λάθος. Κάποια στιγμὴ μιὰ τέτοια πρακτικὴ ἐπιλογὴ ἴσως νὰ ἦταν δυνατή, ὅμως σήμερα ὁ πόλεμος ἔχει γίνει τόσο φρικτὸς καὶ ὁ κομμουνισμὸς ἔχει γίνει τόσο ἰσχυρὸς ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ προβλέψει τί θὰ ἔμενε ὄρθιο μετὰ ἀπὸ ἕνα παγκόσμιο πόλεμο, καὶ πάντως ὅ,τι κι ἂν ἐπιζοῦσε θὰ ἦταν τουλάχιστο τόσο κακὸ ὅσο ὁ σημερινὸς κομμουνισμός. Ἡ πρόβλεψη αὐτὴ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ποιὰ πλευρὰ θὰ ἔβγαινε νικήτρια ‒ ἂν ἔβγαινε καμία. Ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ τὶς ἀναπόφευκτες συνέπειες τῆς μαζικῆς καταστροφῆς ἀπὸ τὶς βόμβες ὑδρογόνου καὶ κοβαλτίου καὶ ἴσως ἀπὸ τὴν εὐφυὴ διασπορὰ ἰῶν γιὰ τὴν πρόκληση πανδημίας. Ὁ τρόπος γιὰ νὰ καταπολεμηθεῖ ὁ κομμουνισμὸς δὲν εἶναι ὁ πόλεμος. Αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀναγκαῖο, πέρα ἀπὸ τοὺς ἐξοπλισμοὺς ποὺ ἀπαιτοῦνται γιὰ νὰ ἀποτραπεῖ μιὰ ἐπίθεση κατὰ τῆς Δύσης ἀπὸ τὸν κομμουνισμό, εἶναι ἡ μείωση τῶν αἰτίων τῆς κοινωνικῆς δυσαρέσκειας στὰ λιγότερο εὐημεροῦντα τμήματα τοῦ μὴ κομμουνιστικοῦ κόσμου. Στὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς χῶρες τῆς Ἀσίας ὑπάρχει φρικτὴ φτώχεια ποὺ ἡ Δύση ἔχει ὑποχρέωση νὰ βοηθήσει γιὰ νὰ μειωθεῖ ἐφόσον ἔχει τὴ δύναμη νὰ τὸ κάνει. Ὑπάρχει ἐπίσης μεγάλη ὀργὴ ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ τὴν μακραίωνη καὶ ὑπερφίαλη κυριαρχία τῆς Δύσης στὴν Ἀσία. Αὐτὸ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθεῖ μὲ ἕνα συνδυασμὸ ἀπὸ κατανόηση καὶ ὑπομονὴ καθὼς καὶ ἀπὸ δραματικὲς πρωτοβουλίες ποὺ θὰ ἀποκηρύττουν καὶ τὰ τελευταῖα ἀπομεινάρια λευκῆς κυριαρχίας ποὺ ἐπιζοῦν στὴν Ἀσία. Ὁ κομμουνισμὸς εἶναι ἕνα δόγμα ποὺ τρέφεται ἀπὸ τὴ φτώχεια, τὸ μίσος καὶ τὴ σύγκρουση. Ἡ ἐξάπλωσή του μπορεῖ νὰ σταματήσει μόνο μὲ τὸν περιορισμὸ τῆς περιοχῆς τῆς φτώχειας καὶ τοῦ μίσους.

Μετάφραση: Περικλῆς Σ. Βαλλιᾶνος

 

Πηγή: Bertrand Russell, “Why I Am Not a Communist”, στὸ Portraits from Memory and Other Essays, Simon and Schuster, Νέα Ὑόρκη 1956, 229-233. Ἡ πρώτη ἔκδοσή του εἶχε τίτλο “Why I Opposed Communism” (Phoenix House, Ltd. 1954).

[Γι’ αυτό δέκα χρόνια μετά θα καταθέσεις στεφάνι. Δεν ξέρεις τι γίνεται, μπορεί και να το χάψουν ·

10/05/2020 § Σχολιάστε

φωτο: Eurokinissi (τροποποιημένη)

Αφού τους τρεις στη Μαρφίν δεν τους έκαψαν οι εξάδελφοι μπάχαλοι αλλά η τράπεζα, γιατί καταθέτεις στεφάνι;

Γι’ αυτό δέκα χρόνια μετά θα καταθέσεις στεφάνι. Δεν ξέρεις τι γίνεται, μπορεί και να το χάψουν. Το Σάββατο πρωί στις 9.30. Alone. Στη Μαρφίν.

Γράφει ο ©Λεωνίδας Καστανάς στην Athens Voice

Όταν ξεμύτισε ο ιός από τη Γιουχάν, έλεγες ότι δεν είναι παρά μια απλή γρίπη που χρησιμοποιεί το σύστημα για να σπείρει τον φόβο στους λαούς. Όταν άρχισε να σκοτώνει αβέρτα, έλεγες ότι είναι κατασκευασμένος στα υπόγεια της CIA για να μειώσει τον πληθυσμό του πλανήτη και να διασώσει τα ασφαλιστικά συστήματα του καπιταλισμού. Όταν η πατρίδα πήρε εγκαίρως τα κατάλληλα και σωτήρια μέτρα, έλεγες ότι το lockdown παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν η Ευρώπη έβγαζε τα φέρετρα με τις νταλίκες αλλά εμείς μέναμε σπίτι ασφαλείς, απαιτούσες να λήξουμε την καραντίνα ως υπερβολική. Τώρα που τα κρούσματα υποχωρούν και όλος ο κόσμος επανέρχεται στην κανονικότητα, δεν θέλεις να ανοίξουν τα σχολεία. Παρτάκια όμως στις πλατείες θέλεις. Γκαζόζα, δεν μας είπες, θέλεις;

Ενδιάμεσα, ζητούσες εδώ και τώρα επίταξη των ιδιωτικών κλινικών, την έπεφτες στον Τσιόδρα γιατί ήταν το επιστημονικό φρικιό της δεξιάς, ο Χαρδαλιάς σου θύμιζε χουντικό συνταγματάρχη και δυσφορούσες γιατί σου έκοψαν τα μπάνια στη θάλασσα τον Μάρτη μήνα. Σε άκουγα να λες ότι από τύχη σώθηκε η Ελλάδα, η Αλβανία έχει λιγότερους νεκρούς, η Μάρεβα βγάζει μεροκάματο από τις μάσκες, να κάνουμε περισσότερα τεστ όπως η Κορέα, να μοιράσει ο Μητσοτάκης το 50% του ΑΕΠ όπως η Γερμανία, να μην παίζονται τα τραγούδια σου στου Κούλη τα λημέρια, «ΟΧΙ» στην τηλεκπαίδευση, αφού δεν έχουν όλοι υπολογιστή, και «ΟΧΙ» στη βιντεοσκόπηση, γιατί παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Της πλάτης του μαθητή, του καθηγητή, ίσως και του πίνακα.

Και για να μη νομίζουμε ότι ξέχασες την επανάσταση, διαδήλωσες έξω από τον Ευαγγελισμό ενώ μέσα ψυχορραγούσαν άνθρωποι, έκανες ασκήσεις ακριβείας απέναντι από τη Βουλή των Ελλήνων για να τιμήσεις δήθεν την εργατική πρωτομαγιά, συγχρωτίστηκες ανέμελα στο Σύνταγμα για να μείνουν «τα βουνά ελεύθερα από τα αιολικά» και πας δειλά και πλαγίως να στήσεις κίνημα για το δικαίωμα της «οργισμένης» νεολαίας να πίνει μπίρες στις πλατείες. Όταν ο χάρος μας χτυπήσει δυνατά την πόρτα και αρχίζει να γράφει πάλι το κοντέρ, θα σηκώσεις το δάχτυλο για να δείξεις τον υπαίτιο. Φρόντισε να μη στέκεσαι μπροστά από καθρέφτη. Δέκα χρόνια μετά θα καταθέσεις στεφάνι. Το Σάββατο πρωί στις 9.30.

Όταν ξεκίνησε αυτή η τραγωδία, ήσουν σίγουρος ότι το τέλος της θα σε βρει νικητή. Μονά ζυγά δικά σου. Το πιθανότερο ήταν η πατρίδα να τα πάει ως συνήθως χάλια και να πεθαίνουν οι άνθρωποι σαν τις μύγες εν μέσω κατάρρευσης του νοσηλευτικού συστήματος της επάρατης δεξιάς. Διότι ο νεοφιλελευθερισμός βάζει τους αριθμούς επάνω από τον άνθρωπο. Δεν σου έκατσε. Ο φιλελεύθερος τρελάθηκε και έβαλε μπροστά τους γέρους και από πίσω όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους, ενώ ξέχασε τους αριθμούς.

Τώρα που όλος ο κόσμος υμνεί την Ελλάδα για τις επιλογές της, εσύ ο αριστερός θυμάσαι τους αριθμούς ελπίζοντας να στήσεις πανηγύρι πάνω στην ύφεση. Τους βάζεις μπροστά, αλλά μια ανησυχία την έχεις. Τελειώνει το lockdown, γυρίζει το κλειδί στη μηχανή, λες να πάρει μπρος η οικονομία; Λες να επιλέξουν οι παραθεριστές την Ελλάδα που δεν είχε πολλά θύματα; Λες να προλάβουν και η ζημιά να μην είναι τόσο μεγάλη; Και τι θα απογίνει η αριστερά που ποντάριζε στους αριθμούς; Στους αριθμούς των δημοσκοπήσεων βεβαίως. Γιατί αυτοί είναι που την απασχολούν και όχι οι αριθμοί της οικονομίας. Αυτή ανέκαθεν ήταν απλώς το μέσο. Δυστυχώς, αγάπη μου, μπορεί να μην είναι ούτε τα μονά αλλά ούτε και τα ζυγά δικά του. Γι’ αυτό δέκα χρόνια μετά θα καταθέσεις στεφάνι. Δεν ξέρεις τι γίνεται, μπορεί και να το χάψουν. Το Σάββατο πρωί στις 9.30. Alone.

Αυτή η λατρεία διασάλευσης της νομιμότητας, αυτός ο παντός καιρού κόντρα ρόλος, αυτή η απανθρωπιά πίσω από την ηχηρώς επαναλαμβανόμενη ανθρωπιά μπορεί να σου φαίνεται επαναστατική, αλλά σε εκθέτει. Γιατί σε αυτοαναιρεί. Είναι όπως η σχέση της αριστεράς με τα εκπαιδευτικά νομοσχέδια. Τα έχει καταγγείλει όλα, ακόμα και αυτά που αναιρούσαν όσα προηγούμενα είχε αρνηθεί. Ακόμα και αυτά που νομοθετούσε η ίδια ως κυβερνώσα. Διότι στον κόσμο της ως πολιτική δεν νοείται η θέση παρά μόνο η αντίθεση.

Αφού τους τρεις στη Μαρφίν δεν τους έκαψαν οι εξάδελφοι μπάχαλοι αλλά η τράπεζα, γιατί καταθέτεις στεφάνι; Να τιμήσεις ποιους και γιατί; Έχεις καταθέσει στεφάνι και γι’ άλλα θύματα πυρκαγιάς που οφείλονται σε αμέλειες; Μήπως και γι’ αυτά στο Μάτι; Αφού η ανεπίσημη αλλά ισχυρή άποψη του κινήματος είναι ότι τη φωτιά την έβαλαν προβοκάτορες του συστήματος, γιατί ζητάς από τον υπουργό της δεξιάς να βρει τους ενόχους; Και αν οι ένοχοι είναι οι ασφαλίτες, γιατί πέντε χρόνια που κυβερνούσες δεν τους έψαξες να κλείσει το θέμα και να μην τολμάει κανείς να σε σύρει σε κατάθεση στεφάνου; Το Σάββατο το πρωί στις 9.30. Με την τσίμπλα στο μάτι.

Είναι δυνατόν να στηθεί κίνημα πάνω στο δικαίωμα μιας χούφτας κακομαθημένων νεαρών για πάρτι με μπίρες στην πλατεία με την πανδημία σε εξέλιξη; Αντί να βγεις να τους ζητήσεις να διαλυθούν για να μη διασπείρουν τον ιό και θρηνήσουμε νέα θύματα, τους μπιζάρεις καταγγέλλοντας την επέμβαση της αστυνομίας; Και συγκρίνεις το μπάχαλο μιας υπαίθριας σύναξης με το συντεταγμένο και σταδιακό άνοιγμα των σχολείων. Πώς ανακατεύεις ανόμοια πράγματα και γιατί νομίζει ότι θα γίνεις πιστευτός; Πώς και γιατί στο όνομα μιας τυφλής επί παντός αντιπολίτευσης ξευτελίζεις την όποια αξιοπιστία σού απέμεινε στο 30% του εκλογικού σώματος;

Αλλά αν χαρακτηρίζει κάτι την αριστερά, είτε στη δογματική είτε στην εναλλακτική εκδοχή της, αυτό είναι ο διχασμός. Γι’ αυτό δεν κατανοεί την ομοψυχία, δεν αντιλαμβάνεται την αξία του εθνικού. Όλο το θεολογικό μαρξιστικό αφήγημα περί ενός άλλου κόσμου, αυτού του σοσιαλιστικού παραδείσου επιβάλλει τον ολοκληρωτικό πόλεμο για την επίτευξη του Σκοπού. Για την ανατροπή του παρόντος. Και επειδή η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι συμφεροντολόγοι και όχι αφελείς, τον Σκοπό αναλαμβάνει να υπηρετήσει το κόμμα – εκκλησία ως συλλογικός ζηλωτής. Αφού το κάθε αμαρτωλό μέλος χωριστά αρνείται να «αυτοκτονήσει», ας αναδείξουμε τη συλλογική ανευθυνότητα, μήπως και «αυτοκτονήσει» σύσσωμη η καπιταλιστική κοινωνία και κυριαρχήσουμε εμείς.

Έτσι τα μέλη της «εκκλησίας» φροντίζουν για την υγεία τη δική και των οικείων τους και διαδηλώνουν με προφυλάξεις, ενώ ταυτόχρονα προτρέπουν τους αφελείς σε πανηγύρια και συνωστισμούς για να δουν το σύστημα να αρρωσταίνει, να ηττάται και να καταρρέει. Ενώ τα μέλη της «εκκλησίας» φροντίζουν για τη μόρφωση των παιδιών τους εντός αυτού ή άλλου ακόμα πιο ανταγωνιστικού πλαισίου, την ίδια στιγμή προτρέπουν δάσκαλους και μαθητές σε απεργίες και καταλήψεις για να δουν το εκπαιδευτικό σύστημα να διαλύεται. Είναι όταν ο στρατευμένος ανθρωπισμός ξεγυμνώνεται και φαίνεται η μισανθρωπία του.

Ο αντισυστημικός καλλιτέχνης ζητά επιδότηση από το σάπιο σύστημα, ώστε να συνεχίσει να το ξεσκίζει με τα έργα του. Ο επαναστάτης ζητά από την «αστική δημοκρατία» περισσότερα δικαιώματα, ώστε να την ανατρέψει και να την κάνει «λαϊκή δικτατορία». Και αυτή ως υπόχρεος των αρχών της του τα παρέχει απλόχερα. Όταν όμως το 2015 του δόθηκε η ευκαιρία να το κάνει, φοβήθηκε τις κακουχίες και προτίμησε την ασφάλεια του ευρώ. Ο συμφεροντολόγος νίκησε τον επαναστάτη. Φαντάσου να μην.

Επειδή είναι κομμάτι δύσκολο να πολεμάς ό,τι αγαπάς, να αρνείσαι ό,τι αναζητάς, να καταστρέφεις συλλογικά ό,τι χτίζεις ιδιωτικά, κοινώς να ζεις μες τις ακραίες αντιφάσεις σου, στο τέλος χάνεις την αίσθηση της πραγματικότητας και εκτίθεσαι. Ή εμείς ή αυτοί. Μόνο που εσύ ανήκεις και στο «εμείς» και στο «αυτοί». Και γι’ αυτό υποστηρίζεις τα ίδια και τα αντίθετά τους. Αρκεί να φαίνεσαι πάντοτε ως αρνητής. Μέχρι που καταθέτεις και στεφάνι στη Μαρφίν. Απαρνούμενος τον εαυτό σου. Το Σαββάτο στις 9.30. Ακριβώς.

[αντισταθείτε με μια μπύρα στο χέρι ·

08/05/2020 § Σχολιάστε

Πολλοί εγχώριοι ριζοσπάστες αριστεροί, κατά δήλωση τους τουλάχιστον, την περίοδο της αντιμνημονιακής παρωδίας αποδέχθηκαν την τότε ανορθολογική ερμηνεία της κρίσης. Τώρα, οι ίδιοι ριζοσπάστες αριστεροί, εκθειάζουν και ερμηνεύουν ανορθολογικά την συμπεριφορά πολλών και κυρίως νέων, που αψηφούν τους κινδύνους της πανδημίας και τις εντολές των αρμοδίων οργάνων της πολιτείας και συμμετέχουν στις, αυτοσχέδιες η μη, βραδινές συγκεντρώσεις στις διάφορες πλατείες. Με έναν εφηβικό επαναστατικό λυρισμό και μια υπόρρητη αποδοχή και αναπαραγωγή των διαφόρων ανορθολογικών και συνωμοσιολογικών δοξασιών βλέπουν τις συμπεριφορές αυτές ως μια μορφή αντίστασης στο κράτος που προσπαθεί να πειθαρχήσει τις ζωές των πολιτών. Με μια «νεολαγνική» αντίληψη ότι οι νέοι έχουν μόνο δικαιώματα και όχι και υποχρεώσεις και ότι δεν οφείλουν να αναγνωρίζουν κάποια όρια στις κινήσεις τους ,παραβλέπουν τις ενδεχόμενες πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις στην διασπορά του κορωνοΪού. Αδιαφορούν προκλητικά ότι η «άσκηση» του δικαιώματος αυτού των νέων προσβάλλει ευθέως το δικαίωμα στην υγεία και στη ζωή των άλλων πολιτών. Εμπρός λοιπόν ριζοσπάστες, αντισταθείτε με μια μπύρα στο χέρι στην «πειθάρχηση» του κόσμου. Το ζήτημα όμως είναι να υπάρχει ο κόσμος ζωντανός!

*

[Του ©Κώστα Καρακώτια, από τον τοίχο της φίλης Λίλης Σφήκας Παπαγιαννάκη

 

Where Am I?

You are currently browsing the ζητήματα ελευθερίας category at αγριμολογος.