[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός — Βασίλι Γκρόσμαν, «Τα Πάντα Ρεί»
17/09/2019 § Σχολιάστε
–38.

Σοβιετική Ένωση, 1953. Ο Στάλιν πεθαίνει. Ο Ιβάν Γκριγκόριεβιτς απελευθερώνεται μετά από τριάντα χρόνια στα στρατόπεδα της Γκούλαγκ. Επιχειρώντας να ξαναβρεί τη χαμένη του ζωή, θα διαπιστώσει πως τα χρόνια του τρόμου έχουν βυθίσει τη σοβιετική κοινωνία σ’ ένα τέλμα υποτέλειας και παραίτησης, και πως πρέπει να παλέψει σκληρά για να επιβιώσει σ’ έναν ουσιαστικά άγνωστό του κόσμο.
Πιάνοντας το νήμα του αγώνα που δίνει ο Ιβάν, ο Βασίλι Γκρόσμαν μας δίνει ένα ακόμα βαθιά ανθρώπινο μυθιστόρημα, οδηγώντας μας για άλλη μια φορά στον λαβύρινθο της σοβιετικής κοινωνίας. Η απλή και συναρπαστική πένα του αφήνει τους ανθρώπους που περιστοιχίζουν τον κεντρικό του ήρωα να μιλήσουν για τις εμμονές και τις ενοχές τους. Ο επιστήμονας Νικολάι, που θυσίασε τη συνείδησή του στο βωμό της καριέρας, ο Πινέγκιν, που κατέδωσε τον Ιβάν, μια στρατιά πρώην πληροφοριοδοτών που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις αποτρόπαιες πράξεις τους, λέγοντας πως δούλευαν για το καλό της Σοβιετικής Ένωσης, η ερωμένη του Ιβάν, Άννα Σεργκέγεβνα, που θυμάται τον τρομερό λιμό του 1932, και τα εκατομμύρια των νεκρών Ουκρανών αγροτών, συνθέτουν έναν αλλόκοτο πίνακα των τραγικών συνεπειών του ολοκληρωτισμού.
Στο μυθιστόρημα Τα Πάντα Ρεί ο Βασίλι Γκρόσμαν βάζει ακόμα πιο βαθιά το νυστέρι της αμείλικτης κριτικής του, από την ίδια πάντα σκοπιά: το σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και την αδιαπραγμάτευτη πίστη στην ελευθερία.
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
«Τώρα οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα θα επιστρέψουν και οι δύο Ρωσίες –των φυλακισμένων και των δεσμοφυλάκων– θα συναντηθούν και θα αντιμετωπίσουν η μια την άλλη κατά πρόσωπο». Τα λόγια αυτά ανήκουν στην ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, με την ευκαιρία της τρίτης επετείου του θανάτου του Στάλιν.
Αυτή η οδυνηρή συνάντηση είναι το θέμα του μυθιστορήματος Τα Πάντα Ρει.
Ο Βασίλι Γκρόσμαν ξεκίνησε να το γράφει στα μέσα του 1955 –έναν χρόνο πριν την δήλωση της Αχμάτοβα– και εξακολούθησε να το επεξεργάζεται μέχρι τον θάνατό του, το 1964.
Στο μεταξύ, το αριστούργημά του Ζωή και Πεπρωμένο κατασχέθηκε από την Κα-Γκε-Μπε με την δικαιολογία πως «θέτει σε δημόσιο διάλογο την αναγκαιότητα ύπαρξης της Σοβιετικής Ένωσης».
Αυτό το γεγονός, μαζί με την ψυχολογική και σωματική κατάρρευση του συγγραφέα, καθόρισαν τη μοίρα του Τα Πάντα Ρει. Πρώτα-πρώτα έμεινε ατέλειωτο. Ύστερα, ξεκινά ξανά ένα «τυπικό» μυθιστόρημα και συνεχίζει σαν χρονικό, που παίρνει σύντομα δοκιμιακή μορφή. Φυσικά, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά της πέννας και της ανθρωπιστικής σκέψης του συγγραφέα. Και εδώ οι περιγραφές ανθρώπων και καταστάσεων διαθέτουν τον ρεαλισμό του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ. Και εδώ ο συγγραφέας κατανοεί τους πάντες και τα πάντα. Μοιάζει να έχει τα καλύτερα συναισθήματα ακόμα και για ανθρώπους που εμφανώς έρχονται σε σύγκρουση. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν «λαϊκό» λόγο, που τοποθετείται με σαφήνεια απέναντι στην Ιστορία και την Ψυχή. Και εδώ ο συγγραφέας εμφορείται από βαθιά ανθρωπιστικές ιδέες. Ο άνθρωπος από τη φύση του τείνει προς το καλό, αλλά η σκληρότητα της ζωής περιορίζει αυτή την καλή φύση σ’ έναν πυρήνα, που ωστόσο δεν είναι καθόλου αδύνατον να διευρυνθεί, σε συνθήκες ελευθερίας και συνεργασίας. Αυτή την ελευθερία αφαίρεσε ο Σταλινισμός από τη σοβιετική κοινωνία, αντικαθιστώντας το ήθος και τις αξίες μιας ένδοξης επανάστασης με μια διεστραμμένη θρησκεία. Για τον Γκρόσμαν ο Στάλιν δεν ήταν δικτάτορας, αλλά ιερέας και αυτό ακριβώς ήταν που έκανε τα έργα και τις ημέρες του αποτρόπαια. Δεν υποδούλωσε μόνο μια κοινωνία, αλλά προσπάθησε να την κάνει να πιστέψει πως την απελευθέρωσε. Οι άνθρωποι μπορεί να υποφέρουν, αλλά είναι πάντα έτοιμοι να ξεκινήσουν μια νέα ζωή, αφού ακόμα και στις πιο φρικτές συνθήκες δεν σταματούν να σκέφτονται τα απλά πράγματα της ζωής. Στην πραγματικότητα οι άνθρωποι θέλουν απλά να ευτυχήσουν. Το παράλογο με την Ιστορία είναι πως αυτό το τόσο απλό πράγμα το καταντά αφύσικα δύσκολο. Όμως εδώ, σ’ αυτό το έργο, το βάρος πέφτει στον φυλακισμένο ήρωά του, που απελευθερώνεται και επιστρέφει μετά από χρόνια σε έναν κόσμο εντελώς αλλαγμένο. Ίσως αυτό το «βάρος» να οφείλεται στο γεγονός πως ουσιαστικά ο ίδιος ο συγγραφέας ανήκε στην Ρωσία, που σιωπούσε, βλέποντας ζωές να καταστρέφονται από την εξουσία. Ίσως μια κρυφή ενοχή –όσο άδικη κι αν είναι στην περίπτωση του Γκρόσμαν– να τον βασάνιζε. Υπήρξε συγγραφέας που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καταπιάστηκε με την κριτική του συστήματος. Αλλά πριν από τον πόλεμο υπήρξε επίσης ένας «πιστός» Σοβιετικός πολίτης. Κι όμως ο συγγραφέας ταυτίζεται με τον ήρωά του. Ταυτίζεται τόσο, που θα έλεγε κανείς πως υπήρξε και ο ίδιος φυλακισμένος σε στρατόπεδο. Σαν να ήταν η «ελευθερία» που απολάμβανε μια άλλου είδους σκλαβιά.
Το Τα Πάντα Ρει ως έργο φορτώθηκε πολλά πράγματα. Έπρεπε να γίνει ένα μυθιστόρημα, έπρεπε να ασκήσει κοινωνική κριτική, έπρεπε να καταγράψει όσα τραγικά συνέβησαν, μετά την επανάσταση και έπρεπε να κάνει αυτοκριτική. Τόσοι στόχοι, από τους οποίους άλλοι ανήκουν στην λογοτεχνία και άλλοι όχι – χρειάζονταν αντοχές που ο Γκρόσμαν δεν διέθετε εκείνη την εποχή.
Παρ’ όλα αυτά το έργο παραμένει σημαντικό. Θα έλεγε κανείς πως μπορεί να διαβαστεί σαν ένα πεζό ποίημα, σαν ένα αφηγηματικό δοκίμιο ή σαν «λαϊκό» χρονικό.
Οπωσδήποτε γοητευτικό, καταιγιστικό, βαθιά ανθρώπινο και φιλοσοφημένο.
Μετάφραση ©Γιώργος Μπλάνας
*
Σημείωμα του Εκδότη
Έτσι έγινε προφανής, με τραγική σαφήνεια,
ένας ιερός νόμος της ζωής:
Η ανθρώπινη ελευθερία στέκει πάνω απ’ όλα.
Δεν υπάρχει σκοπός στον κόσμο,
για χάρη του οποίου είναι επιτρεπτό
να θυσιάζεται η ανθρώπινη ελευθερία.
ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ, λοιπόν, το κύκνειο άσμα που ο Βασίλι Γκρόσμαν δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Πρόλαβε, ωστόσο, να περιγράψει μια εποχή όπου όλα ήταν ρευστά, μια εποχή κοσμοϊστορικών αλλαγών και ραγδαίων κοινωνικών εξελίξεων – την εποχή της μετασταλινικής Ρωσίας. Τα πάντα ρει είναι ένα μυθιστόρημα που, κατά τα ειωθότα του Γκρόσμαν, είναι γεμάτο Ιστορία. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά άλλωστε, όταν το έργο του πλαισιώνεται από την εποχή των στρατοπέδων της Γκούλαγκ, του σταλινικού ελέγχου στους Σοβιετικούς επιστήμονες, της αντιεβραϊκής εκστρατείας των αρχών του ’50 και των πέντε εκατομμυρίων θυμάτων που άφησε πίσω του ο Μεγάλος Λιμός των ετών 1932-1933. Θα έλεγε κανείς, μάλιστα, πως η λογοτεχνική δύναμη της περιγραφής του Γκρόσμαν μπορεί να συγκριθεί με αυτή του Δάντη στη Θεία Κωμωδία.
Είναι εντυπωσιακό ότι ένας συγγραφέας είχε το σθένος να γράψει για τις πιο ζοφερές σελίδες της ιστορίας του 20ού αιώνα – το Στάλινγκραντ, το Ολοκαύτωμα και το Μεγάλο Λιμό. Η κινητήριος δύναμη του συγγραφέα παραμένει μυστήριο, αλλά ο ίδιος ο Γκρόσμαν παραπέμπει στη μνήμη της μητέρας του, την οποία δεν κατάφερε να πείσει να τον ακολουθήσει στη Μόσχα το 1941. Έτσι, για τους δύο ήρωές του Γκρόσμαν -Βίκτορ Στρουμ (Ζωή και Πεπρωμένο) και Ιβάν Γκριγκόριεβιτς (Τα πάντα ρει)-, η μητρική φιγούρα κατέχει εξέχουσα θέση, έστω και ως ανάμνηση, και επανέρχεται σε στιγμές έντονης συναισθηματικής φόρτισης.
Ο Γκρόσμαν γράφει μυθιστορήματα με την ευαισθησία ενός ποιητή. Γι’ αυτό και το Τα πάντα ρει, αν και είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο, φτάνει πολύ μακρύτερα από μια ιστορική καταγραφή. Γίνεται έργο πανανθρώπινο αλλά και πολύ προσωπικό, που διηγείται, με την ιδιαίτερη ποιητικότητά του, την ιστορία κάποιου και κάποιας και κάποιου άλλου και, τελικά, την Ιστορία μας. Ίσως γι’ αυτό δικαιούμαστε να πούμε ότι το βιβλίο αυτό είναι η τελευταία πολύτιμη προσφορά του Γκρόσμαν.
Κωνσταντίνος Ι. Γκοβόστης
Μετάφραση-Εισήγηση: Γιώργος Μπλάνας.
*
Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]
[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός — Η Έμμα Γκόλντμαν και το μασκάρεμα της τυραννίας
06/07/2019 § Σχολιάστε
–37.

Βιβλίο: Έμμα Γκόλντμαν • Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία. Δύο χρόνια στη Ρωσία (1920-1921) • Μτφρ.: Δέσποινα Κερεβάντη, Γιάννης Βαλούρδος • Δεύτερη έκδοση (ανατύπωση) • Εκδόσεις • Απόπειρα • Σελ. 288
Ύψωσε τη φωνή της ενάντια στην προδοσία της Ρωσικής Επανάστασης
Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις: 150 χρόνια από τη γέννηση της Εμμα Γκόλντμαν (1869-1940)
Ακριβώς εκατόν πενήντα χρόνια κλείνουν φέτος από τη γέννηση της Εμμα Γκόλντμαν και η επανακυκλοφορία στα ελληνικά του βιβλίου της «Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία» είναι μία πρώτης τάξης ευκαιρία να θυμηθούμε την προσωπικότητα και το έργο της πρωτοπόρας αναρχοκομμουνίστριας. Είχε γεννηθεί στις 27 Ιουνίου (με το παλιό ημερολόγιο) 1869 σε μία εβραϊκή οικογένεια που διατηρούσε πανδοχείο στο Κάουνας της Λιθουανίας.
Ομως ήδη από την προεφηβική της ηλικία θα ακολουθήσει τον δύσκολο δρόμο της μετανάστευσης, αφού σε ηλικία δεκατριών ετών θα βρεθεί στην Πετρούπολη, λόγω των κατασταλτικών μέτρων μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Β΄. Θα αναγκαστεί να εργαστεί σε εργοστάσιο, όπου θα έρθει σε επαφή με τις επαναστατικές ιδέες, ενώ η ανάγνωση του έργου «Τι να κάνουμε;» του Νικολάι Τσερνιέφσκι θα την οδηγήσει να επιλέξει τον δρόμο του αναρχισμού.
Και πάλι η βιοτική μέριμνα θα την υποχρεώσει να περάσει τον Ατλαντικό, με προορισμό την Αμερική. Στον Νέο Κόσμο θα τη χαράξει η εξέγερση που σημειώθηκε στις 4 Μαΐου του 1886 στην πλατεία Χέιμαρκετ του Σικάγου, όταν αναρχικοί διαδήλωσαν υπέρ των απεργών εργατών και συγκρούστηκαν με την αστυνομία. Τέσσερις από τους συλληφθέντες δικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και εκτελέστηκαν με απαγχονισμό. Από κει και πέρα, η Εμμα Γκόλντμαν θα ακολουθήσει τον μονόδρομο του ακτιβισμού και θα φυλακιστεί τρεις φορές, το 1901, το 1916 και το 1917. Θα μείνουμε στην τελευταία, γιατί μετά θα ακολουθήσει η απέλασή της στη Ρωσία.
Απέλαση στη Ρωσία
Την τελευταία φορά κατηγορείται ότι συμμετείχε σε διαδηλώσεις εναντίον του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με κυρίαρχο αίτημα τη μη στρατολόγηση. Ο ισχυρός άντρας της Υπηρεσίας Πληροφοριών Τζέι Εντγκαρ Χούβερ θα ζητήσει την απέλασή της στη Ρωσία, όπερ και εγένετο. «Οταν το δικαστήριο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, με δόλιες μεθοδεύσεις, μού στέρησε τα πολιτικά μου δικαιώματα και την αμερικάνικη υπηκοότητα που είχα τριάντα δύο χρόνια, παραιτήθηκα από το δικαίωμά μου να κάνω έφεση, έχοντας αποφασίσει να γυρίσω στη Ρωσία, για να βοηθήσω στο σπουδαίο έργο. Πίστευα με πάθος ότι οι Μπολσεβίκοι προωθούν την Επανάσταση και μοχθούν για λογαριασμό του λαού».
Οταν φτάνει στη Ρωσία, όπου θα παραμείνει περίπου δεκαπέντε μήνες, αν και δεν ανήκει ιδεολογικά στους μπολσεβίκους, η σοβιετική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να τη μεταστρέψει στο δικό της στρατόπεδο, με επινοημένες και σκηνοθετημένες συναντήσεις. Ωστόσο, αυτή δεν θα αντέξει την ψευδολογία και την υποκρισία, αν και τον πρώτο χρόνο προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι η επανάσταση κερδήθηκε με και υπέρ του λαού. «Παρατηρούσα, μελετούσα, ταξίδευα πολύ σε διαφορετικά μέρη της χώρας, άκουγα γνώμες, από όλο το πολιτικό φάσμα, φίλους και εχθρούς των Μπολσεβίκων… όλα με έπειθαν για τη φριχτή απάτη που τύφλωνε τα μάτια του κόσμου».
Αξιόπιστη έρευνα
Το χρονικό-μαρτυρία «Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία» κυκλοφόρησε ελλιπές το 1923 και τον επόμενο χρόνο τυπώθηκε άλλος ένας τόμος. Αν και το έργο έχει καθιερωθεί με αυτόν τον τίτλο λόγω επιλογής του εκδότη, η συγγραφέας του είχε επιλέξει να το τιτλοφορήσει -χωρίς μελοδραματισμούς και συναισθηματισμούς- «Τα δυο χρόνια μου στη Ρωσία». Η Εμμα Γκόλντμαν, αν και από τις πρώτες ημέρες συνειδητοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά σε αυτή τη νέα σοσιαλιστική χώρα, ωστόσο δεν φθάνει σε εύκολα συμπεράσματα, καθώς αναζητάει να βρει την αλήθεια και όχι να στρατοπεδεύσει δογματικά σ ένα συμπέρασμα.
Γι’ αυτό το κείμενό της διαβάζεται και ως μία αυτοβιογραφία περασμένη μέσα από το φίλτρο της αποτυχημένης Επανάστασης, κοιταγμένης όμως στον καθρέφτη μιας αξιόπιστης δημοσιογραφικής έρευνας, καθώς γνωρίζει από κοντά τον Λένιν, τον Ζηνόβιεφ, τον Λουνατσάρσκι, τον Κροπότκιν, την Κολοντάι, τον Γκόρκι, τον Τζον Ριντ. Με ευθυκρισία και γνώση, ακόμη κι αν δεν συμφωνεί, δεν καταδικάζει ευκόλως, αλλά κυρίως προσπαθεί να καταλάβει, εξου και εκπονεί ένα ζωντανό ψυχογράφημά τους.
Ναι, παραδέχεται ότι η Ρωσική Επανάσταση υπήρξε η λιγότερο βίαιη από όλες τις επαναστάσεις. Ομως τι να το κάνεις: «Οταν μια ασήμαντη μειοψηφία επιχειρεί να δημιουργήσει ένα απολυταρχικό κράτος, αναγκαστικά θα προσφύγει στην καταπίεση και την τρομοκρατία». Ο αντιρρητικός λόγος των κομμουνιστών στην κριτική της προβάλλει ως επιχείρημά του ότι η Ρωσία πολεμάει τα αφεντικά και είναι ανήθικο για έναν επαναστάτη να συνασπίζεται ενάντια στους εργάτες την ώρα της μάχης. Η Εμμα Γκόλντμαν δεν το αποδέχεται, καθώς το αντιμετωπίζει ως καθαρή δημαγωγία που μετέρχονται οι μπολσεβίκοι για να φιμώσουν την κριτική της.
Το μασκάρεμα της τυραννίας
«Δεν είναι αλήθεια ότι ο Ρωσικός λαός πολεμάει τα αφεντικά, η αλήθεια είναι το κράτος των Μπολσεβίκων-όπως έκαναν οι μπουρζουάδες βιομήχανοι- κρατάει με την απειλή των όπλων το λαό μακριά από την εξουσία. Οι Μπολσεβίκοι μασκαρεύουν την τυραννία τους με συνθήματα που συγκινούν τον κόσμο: έτσι κατάφεραν να τυφλώσουν τις μάζες. Ακριβώς επειδή είμαι επαναστάτρια αρνούμαι να συνεργαστώ με την άρχουσα τάξη, που στη Ρωσία ονομάζεται Κομμουνιστικό Κόμμα», ξεμασκαρεύει την μπολσεβίκικη ρητορική.
Βεβαίως και δεν κρύβει ότι τη μεταχειρίστηκαν προνομιακά και βεβαιώνει ότι αν είχε υπηρετήσει το καθεστώς θα είχε περάσει ακόμη καλύτερα. Εν τούτοις, δεν επιλέγει τη σιωπηλή συγκατάθεση. Γιατί, όπως λέει η ίδια, χωρίς να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της: «Αν δεν ύψωνα φωνή ενάντια στην προδοσία της Ρωσικής Επανάστασης θα γινόμουν συνένοχη.
Η Επανάσταση και η ευημερία των μαζών μέσα και έξω από τη Ρωσία είναι για μένα πολύ πιο σημαντικά από τις προσωπικές γνωριμίες με τους Κομμουνιστές. Δεν είναι δυνατόν να συσκοτίσουν το αίσθημα δικαίου, να με εμποδίσουν να μιλήσω στον κόσμο για αυτά τα δύο χρόνια που πέρασα στη Ρωσία». Η εν διωγμώ Εμμα Γκόλντμαν δεν χωρούσε ούτε στην Αμερική του άκρατου καπιταλισμού ούτε στη Ρωσία του ψευδεπίγραφου σοσιαλισμού.
*
[©Βασίλης Κ. Καλαμαράς/ Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος – Εφημερίδα των Συντακτών
*
Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]

