[ο Φουκώ και η συμπάθειά του στην θεοκρατική εξουσία των αγιατολάχ·

13/01/2026 § Σχολιάστε

Ζητήματα ελευθερίας

Αυτή η επιλογή τον οδήγησε σε μια στάση που ιστορικά αποδείχθηκε αφελής και ηθικά προβληματική

Η στάση του Μισέλ Φουκώ απέναντι στην Ιρανική Επανάσταση του 1978–79 αποτελεί μία από τις πιο αμφιλεγόμενες στιγμές της γαλλικής διανοητικής ιστορίας του ύστερου 20ού αιώνα. Σε αντίθεση με πολλούς συγχρόνους του, ο Φουκώ δεν προσέγγισε τα γεγονότα με τα παραδοσιακά σχήματα της μαρξιστικής ή φιλελεύθερης πολιτικής ανάλυσης. Είδε την εξέγερση εναντίον του Σάχη ως μια μοναδική ιστορική στιγμή, όπου ένα συλλογικό υποκείμενο συγκροτούνταν μέσα από μια «πολιτική πνευματικότητα» ριζικά διαφορετική από τη δυτική νεωτερικότητα. Αυτή η ερμηνεία τον οδήγησε σε μια στάση έντονης συμπάθειας προς το επαναστατικό κίνημα, ακόμη κι αν δεν διατύπωσε ρητή υποστήριξη προς την επικείμενη θεοκρατική εξουσία των αγιατολάχ.

Η θέση αυτή τον διαφοροποίησε έντονα από διανοούμενους όπως ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ, οι οποίοι, αν και είχαν ιστορικά υποστηρίξει αντιαποικιακά και επαναστατικά κινήματα, αντιμετώπισαν το Ιράν με μεγαλύτερη επιφύλαξη. Η ντε Μποβουάρ, ειδικά, αντέδρασε έντονα στις πρώτες ενδείξεις ισλαμικής πατριαρχικής καταστολής, ιδίως απέναντι στις γυναίκες, και εξέφρασε ανοιχτά την ανησυχία της για τον θεοκρατικό χαρακτήρα του νέου καθεστώτος. Για εκείνη, η απελευθέρωση δεν μπορούσε να διαχωριστεί από τα ατομικά δικαιώματα και την έμφυλη ισότητα – ένα κριτήριο που ο Φουκώ, στα ιρανικά του κείμενα, έτεινε να αναστείλει.

Ακόμη πιο αποστασιοποιημένος υπήρξε ο Ρεϊμόν Αρόν, ο οποίος αντιμετώπισε εξαρχής την Ιρανική Επανάσταση με κλασικά εργαλεία πολιτικής ανάλυσης. Ο Αρόν είδε στο ισλαμικό κίνημα μια μορφή ιδεολογικού ολοκληρωτισμού, συγγενή με άλλα αντιφιλελεύθερα καθεστώτα του 20ού αιώνα. Σε αντίθεση με τον Φουκώ, δεν γοητεύτηκε από τη «διαφορά» της ιρανικής εμπειρίας, αλλά τόνισε τη συνέχεια ανάμεσα στη θρησκευτική και την κοσμική αυταρχία. Η στάση του μπορεί να θεωρηθεί λιγότερο πρωτότυπη φιλοσοφικά, αλλά αποδείχθηκε πολιτικά πιο διορατική.

Στο ίδιο κριτικό πνεύμα κινήθηκε και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο οποίος άσκησε από νωρίς σφοδρή κριτική στον Φουκώ. Ο Καστοριάδης υποστήριξε ότι η εξιδανίκευση της «άλλης» πολιτικής εμπειρίας οδηγεί σε επικίνδυνο σχετικισμό και ότι η απόρριψη του Διαφωτισμού αφήνει απροστάτευτους τους ίδιους τους εξεγερμένους απέναντι σε νέες μορφές κυριαρχίας. Για τον Καστοριάδη, η ιρανική περίπτωση δεν αποτελούσε εναλλακτική στη δυτική νεωτερικότητα, αλλά τραγική επιβεβαίωση της ανάγκης για δημοκρατικούς θεσμούς και κοινωνική αυτονομία.

Η ιδιαιτερότητα του Φουκώ έγκειται στο ότι δεν έκανε λάθος επειδή “δεν ήξερε” τι θα ακολουθήσει, αλλά επειδή επέλεξε συνειδητά να αναστείλει την κανονιστική κρίση στο όνομα μιας φιλοσοφικής διερεύνησης της εξέγερσης ως εμπειρίας. Εκεί όπου άλλοι Γάλλοι διανοούμενοι έθεταν όρια – δικαιώματα, ελευθερίες, θεσμούς – ο Φουκώ ενδιαφερόταν για τη ρήξη, το γεγονός, τη στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι «δεν κυβερνιούνται πια με τον ίδιο τρόπο». Αυτή η επιλογή τον οδήγησε σε μια στάση που ιστορικά αποδείχθηκε αφελής και ηθικά προβληματική.

Συνολικά, η σύγκριση δείχνει ότι ο Φουκώ εκπροσωπεί την πιο ριζοσπαστική, αλλά και πιο επικίνδυνη εκδοχή της γαλλικής διανοητικής εμπλοκής με το Ιράν: μια στάση που προτίμησε να δει στην επανάσταση μια φιλοσοφική υπόσχεση, ενώ άλλοι είδαν – πιο ψυχρά, αλλά και πιο ρεαλιστικά – το πολιτικό της τίμημα.

✳︎

Διαβάστε όλα: [τα όνειρα καπνός]

[φωνές που έχουν ξεχάσει το όνομά τους·

01/01/2026 § Σχολιάστε

Ημιτελές Δώδεκα

photo ©stratos fountoulis

Θα έλεγε κανείς πως τα διαβάσματα, τα «ανώνυμα» πρόσωπα που δεν υπάρχουν παρά μόνο στη μνήμη του ίδιου του συγγραφέα/δημιουργού, λειτουργούν σαν υπόγειες παρουσίες: δεν κατονομάζονται, δεν εμφανίζονται ποτέ καθαρά, κι όμως διαμορφώνουν τη φωνή, το βλέμμα, ακόμη και τις σιωπές του έργου. Είναι σκιές που δεν ζητούν αναγνώριση, αλλά επιμένουν· μια εσωτερική βιβλιοθήκη από πρόσωπα, φράσεις και εμπειρίες που έχουν αφομοιωθεί τόσο βαθιά, ώστε παύουν να είναι «άλλοι» και γίνονται μέρος του ίδιου του λόγου. Ανασαίνουν ανάμεσα στις λέξεις. Είναι φωνές που έχουν ξεχάσει το όνομά τους, βλέμματα που πέρασαν και έμειναν, ίχνη μιας άλλης ζωής που έγινε μνήμη και μετά λόγος. Το έργο δεν γράφεται ποτέ μόνο από έναν — γράφεται από όλους όσοι χάθηκαν μέσα του. Όλα. Τα πάντα· σ’ ένα μεγάλο δημιούργημα αφομοιώνονται· μετασχηματίζονται. Το έργο γεννιέται σε έναν χώρο όπου η μνήμη προηγείται της πρόθεσης. Εκεί συσσωρεύονται διαβάσματα και πρόσωπα που δεν έχουν πια όνομα, ως ίχνη τρόπου: ένας ρυθμός σκέψης, μια χειρονομία λόγου, μια αδιόρατη στάση απέναντι στον κόσμο. Αυτές οι παρουσίες δεν λειτουργούν ως πηγές αλλά ως συνθήκες δυνατότητας του έργου. Η δημιουργία δεν αναπαράγει ό,τι θυμάται· μιλά από εκεί όπου η μνήμη έχει ήδη μετατραπεί σε μορφή.

 

[η γιορτινή χαρά ως προϊόν με αγοραία αξία·

23/12/2025 § Σχολιάστε

Ημιτελές Έντεκα

Η «χαρά των εορτών» συχνά πακετάρεται, προωθείται και πωλείται: μέσω διαφημίσεων, δώρων, εμπειριών, ακόμη και μέσω της πίεσης να νιώσουμε με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Η αγορά δεν πουλά μόνο αντικείμενα· πουλά συναισθήματα, προσδοκίες, ταυτότητες. Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα ή οποιαδήποτε γιορτή μετατρέπονται σε εποχικά προϊόντα με συγκεκριμένο αφήγημα: χαμόγελα, θαλπωρή, επιτυχία, «σωστές» στιγμές.

Η χαρά λοιπόν, στο πλαίσιο της σύγχρονης καταναλωτικής κουλτούρας, αντιμετωπίζεται ως προϊόν με αγοραία αξία. Δεν νοείται ως αυθόρμητη ή εσωτερική κατάσταση, αλλά ως αποτέλεσμα κατανάλωσης. Παρουσιάζεται ως κάτι που αποκτάται μέσω συγκεκριμένων αγαθών, υπηρεσιών και εμπειριών, τα οποία υπόσχονται τη συναισθηματική πληρότητα που υποτίθεται ότι λείπει.

Η αγορά κατασκευάζει πρότυπα χαράς: εικόνες ευτυχισμένων ανθρώπων, τυποποιημένες στιγμές απόλαυσης, επαναλαμβανόμενα αφηγήματα επιτυχίας. Η χαρά αποκτά μετρήσιμα χαρακτηριστικά, συνδέεται με εποχές, γεγονότα και κοινωνικούς ρόλους, και ενσωματώνεται σε κύκλους προσφοράς και ζήτησης. Καθίσταται προβλέψιμη, αναπαραγώγιμη και, κυρίως, πωλήσιμη.

Στο πλαίσιο αυτό, η χαρά λειτουργεί ως μηχανισμός κατανάλωσης: δεν πωλείται μόνο το αντικείμενο, αλλά η υπόσχεση του συναισθήματος. Η έλλειψη χαράς μετατρέπεται σε έλλειψη που απαιτεί αγορά για να καλυφθεί. Έτσι, η χαρά παύει να είναι εμπειρία και γίνεται δείκτης συμμόρφωσης σε ένα οικονομικό και πολιτισμικό πρότυπο.

Ως εμπορευματοποιημένο προϊόν, η χαρά υπόκειται στους ίδιους κανόνες με κάθε άλλο αγαθό: φθείρεται γρήγορα, απαιτεί συνεχή ανανέωση και αντικατάσταση, και χάνει την αξία της εκτός του πλαισίου που τη νομιμοποιεί η αγορά. Δεν βιώνεται· καταναλώνεται.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η χαρά καθαυτή είναι ψεύτικη ή ακυρώνεται. Σημαίνει ότι συνυπάρχουν δύο επίπεδα: 1)το εμπορευματοποιημένο (τι πρέπει να αγοράσω/κάνω για να είναι «σωστή» η γιορτή) και 2) το βιωματικό (τι έχει πραγματικά νόημα για μένα και τους άλλους)

Η ένταση προκύπτει όταν το πρώτο καταπίνει το δεύτερο. Όταν η χαρά γίνεται υποχρέωση ή μέτρο επιτυχίας.

Σήμερα, μέρες γιορτινές που είναι, και παρατηρώντας με μεγάλη προσοχή, τη συμπεριφορά του κόσμου γύρω μου, προτίμησα να ασχοληθώ με το πρώτο επίπεδο.

[όλα κατηγορίας «ημιτελές»

[η σχετικοποίηση των πάντων·

12/11/2025 § Σχολιάστε

©Helena Almeida, Pintura Habitada, 1975 / Galeria Francisco Fino, Lisboa

…το σημαντικότερο όλων ήταν το «ίχνος» των αλλαγών από το ένα χειρόγραφο στο άλλο, που είχε ως κίνητρο την αναζήτηση των πραγματικών γεγονότων

Η Τέχνη του ψεύδους

γράφει ο ©Βασίλης Νέδος >>Καθημερινή

Πριν από την εμφάνιση της τυπογραφίας, η ευθύνη της διατήρησης της γραπτής μνήμης περνούσε μέσα από τα χέρια των αντιγραφέων. Τα έργα κυρίως ανώνυμων συγγραφέων, που ήταν αντιγραμμένα και εν συνεχεία διανθισμένα ή διορθωμένα από τα χέρια δεκάδων –επίσης ανωνύμων– διεκπεραιωτών του γραπτού λόγου, πέρασαν αρκετοί αιώνες προτού η επιστήμη τα αντιμετωπίσει με τρόπο ουσιαστικό. Οχι μόνον ως φορείς πληροφορίας –εκ των πραγμάτων δύσκολο να διασταυρωθεί για τη γνησιότητά της– αλλά και ως γενικότερης κουλτούρας, αντίληψης, υλικού πολιτισμού και μορφής σκέψης.

Γενιές από λογής ειδικούς, ιστορικούς, παλαιογράφους ειδικά μετά τον εμπλουτισμό των κοινωνικών επιστημών, άρχισαν να αναζητούν ποιο μπορεί να είναι το νήμα ενός χρονικού που μπορεί, για παράδειγμα, να γράφτηκε τον 8ο ή τον 9ο αιώνα, αλλά το αντίγραφο το οποίο διασώθηκε και έφτασε ώς τις ημέρες μας να ήταν του 13ου, του 15ου ή και του 17ου αιώνα. Η μελέτη όλων αυτών των ειδικών οδήγησε σε πολλά συμπεράσματα. Ωστόσο, το σημαντικότερο όλων ήταν το «ίχνος» των αλλαγών από το ένα χειρόγραφο στο άλλο, που είχε ως κίνητρο την αναζήτηση των πραγματικών γεγονότων. Ονομάστηκε αυτή η μακραίωνη, υποσυνείδητη ενόρμηση από κάποιον ειδικό ως η απαρχή διαμόρφωσης της «τέχνης της Αλήθειας». Της ανάγκης, δηλαδή, μαζί με την προπαγάνδα του εκάστοτε ηγεμόνα, να αποτυπωθούν –κατά το δυνατόν– οι συνθήκες, τα γεγονότα.

Αποτέλεσε, φυσικά, αυτή η διαδικασία προπομπό της εμπειρικής γνώσης, της έρευνας, της επιστήμης. Τα τελευταία χρόνια, η έννοια της αλήθειας έχει σχετικοποιηθεί. Η άποψη κάποιου σε κάποια πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης για το ηλιακό σύστημα έχει μεγαλύτερη αξία από εκείνη ενός αστροφυσικού, που μπορεί να έχει σπαταλήσει τον βίο του για να μελετήσει το σύμπαν. Αλλά η άποψη αυτή έχει περισσότερα «likes», περισσότερες κοινοποιήσεις. Είναι, εν ολίγοις, πιο δημοφιλής. Αποτέλεσμα αυτής της στρεβλής αντίληψης της πραγματικότητας είναι, βεβαίως, η σχετικοποίηση των πάντων.

Και κάπου εκεί, στις ρωγμές ανάμεσα στην αλήθεια, στα γεγονότα και στην «ορθολογική» άποψη, βρίσκει τον τρόπο να φυτρώσει το ψεύδος. Για πρώτη φορά σε έδαφος τόσο εύφορο για κάθε τι κίβδηλο και ψευδές και τόσο αβασάνιστα παρατημένο από την κοινωνία, η οποία μοιάζει υπνωτισμένη. Η προπαγάνδα, οι επιχειρήσεις παραπληροφόρησης, οι «ψευδείς ειδήσεις» είναι ήδη φαινόμενα του παρελθόντος. Ολοι επικεντρώνονται στη βολική γωνία της προσωπικής αντίληψής τους για την πραγματικότητα και κάθε τι που τη διαταράσσει, εξοβελίζεται. Πιστεύουμε στα ψέματά μας. Και δεν υπάρχει κάτι περισσότερο επικίνδυνο από αυτό.

Where Am I?

You are currently browsing the σκέψεις category at αγριμολογος.