[μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1979 οι αγιατολάχ, κατέστειλαν βίαια την αριστερά·

28/03/2026 § Σχολιάστε

Ζητήματα ελευθερίας και ανορθολογισμός
και ορισμένα παράδοξα

Η επιστροφή του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί στο Ιράν, την 1η Φεβρουαρίου 1979

Ιστορική και ιδεολογική αντίφαση

Η σημερινή στάση ορισμένων αριστερών ή κομμουνιστικών παρατάξεων απέναντι στο καθεστώς του Ιράν φαίνεται να αγνοεί ή να υποβαθμίζει το γεγονός ότι μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1979, οι ισλαμιστές υπό τους αγιατολάχ όχι μόνο περιθωριοποίησαν αλλά και κατέστειλαν βίαια την ίδια την αριστερά. Οργανώσεις όπως το Τουντέχ και άλλες μαρξιστικές ομάδες αρχικά συμμάχησαν τακτικά με το επαναστατικό κύμα εναντίον του Σάχη, όμως πολύ γρήγορα βρέθηκαν στο στόχαστρο του νέου θεοκρατικού καθεστώτος, με διώξεις, φυλακίσεις και εκτελέσεις.

Παρ’ όλα αυτά, στη σύγχρονη γεωπολιτική σκηνή, μέρος της αριστεράς προσεγγίζει το Ιράν όχι μέσα από το πρίσμα της εσωτερικής του πολιτικής, αλλά ως αντίπαλο δέος στον δυτικό ιμπεριαλισμό και την αμερικανική επιρροή στη Μέση Ανατολή. η στάση αυτή δεν βασίζεται απαραίτητα σε ιδεολογική ταύτιση με το θεοκρατικό καθεστώς, αλλά σε μια αντι-ηγεμονική λογική που ιεραρχεί ως κύριο εχθρό τη Δύση και τους συμμάχους της.

Αυτό όμως οδηγεί συχνά σε επιλεκτική μνήμη ή σε μια μορφή πολιτικού πραγματισμού που αγνοεί τις ιστορικές διώξεις και τις βαθιές ιδεολογικές αντιθέσεις μεταξύ πολιτικού Ισλάμ και μαρξισμού.

Το αποτέλεσμα είναι μια θέση που, ενώ μπορεί να εξηγηθεί στο πλαίσιο της διεθνούς πολιτικής, παραμένει δύσκολο να συμφιλιωθεί με τις ίδιες τις αρχές που παραδοσιακά υπερασπίζεται τουλάχιστον, η μη σταλινική-κομμουνιστική, αριστερά, όπως η κοινωνική χειραφέτηση, η ελευθερία της έκφρασης και η αντίσταση στην καταπίεση κάθε μορφής εξουσίας.

[ανεξίτηλη αοριστία·

11/03/2026 § Σχολιάστε

Ημιτελές δεκατέσσερα

Jannis Kounellis, Installation

Η Γενοβέφα δεν έχει ψυχή. Το λέει με την οπτική ενός αποστασιοποιημένου παρατηρητή. Το λέει με ένα αόριστα ανεξίτηλο συμφραζόμενο, του οποίου η αοριστία, με τον καιρό, γίνεται πιο ανεξίτηλη από το ίδιο το συμφραζόμενο.

―«Δεν έχω ψυχή».

Ίσως έχει τα στοιχεία μιας ψυχής (όπως τη φαντάζεται ο κόσμος) —όπως ένας διαβητικός έχει τον μηχανισμό της πρόσληψης ινσουλίνης. Χωρίς την ινσουλίνη που απαιτείται για να γεμίσουν τα ανθρώπινα κύτταρα με την ενέργεια της ζωής.

Το έχει ακούσει (ή φαντάζεται πως το έχει ακούσει) από ανθρώπους που θα μπορούσαν να περιγραφούν ως κυρίες και κύριοι διαρκώς ανερχόμενων φιλοδοξιών, ότι τα μέχρι τώρα ανεξερεύνητα άκρα κάποιου μουσικού κομματιού ή ποιήματος ή πίνακα (εντός εισαγωγικών) τρέφουν την ψυχή τους —μια νότα, ένα δίστιχο, μια συγκέντρωση χρωμάτων, θολωμένα για την όραση (αν μπορεί να ονομαστεί έτσι) των ανθρώπινων όντων από τα καθημερινά. Λερωμένα από τη ζωή γυαλιά της ύπαρξης, ή σιγασμένα από τον μονότονο χτύπο των ατελείωτων ημερών μιας άχρωμης ρουτίνας. Όμως αισθητά. Σαν την έντονη άνθηση ενός λουλουδιού, με πέταλα τεντωμένα προς όλες τις κατευθύνσεις, για να δεχτούν οτιδήποτε και τα πάντα. […]

[όλα κατηγορίας «ημιτελές»

[έστω κάτι άπιαστο·

09/03/2026 § Σχολιάστε

Ημιτελές δεκατρία

©Miquel Barceló, Doble-eucaristia / Mixed technique 198 x 298cm

Υπάρχει ένας τάφος σκαμμένος μέσα στο σώμα μου. Ακριβώς στο κέντρο του στήθους. Ένα τέλεια σχηματισμένο ορθογώνιο πρίσμα. Δεν είναι βαθύς, ούτε μεγαλοπρεπής· είναι ένας μικρός, επίμονος λάκκος, σαν αυτούς που ανοίγουν στο χώμα τα νερά της βροχής. Εκεί μέσα δεν βρίσκεται σώμα αλλά κάτι πιο άυλο. Βαρύ. Λέξεις που δεν ειπώθηκαν. Βλέμματα που έμειναν μισά. Μορφή που κάποτε έμοιαζε με υπόσχεση· και τώρα είναι μόνο σκιά που επιμένει να θυμάται. Τι να θάψει κανείς εκεί. Ίσως μία σελίδα ποιήματος σκισμένη από βιβλίο. Ένα παλιό φυλαγμένο γράμμα. Μια φωτογραφία ίσως. Έστω κάτι άπιαστο. Κάτι που υπήρξε μόνο σε καθρέφτες και παράθυρα γύρω μου. […]

[όλα κατηγορίας «ημιτελές»

[μικρός, τότε που χάζευα τις αράχνες·

22/02/2026 § Σχολιάστε

Δειλινό. Ο αέρας γαληνεύει. Ο κόσμος χαμηλώνει τη φωνή του. Η αράχνη ξεκινά το λεπτό της έργο. Η υφάντρα της σιωπής. Διαλέγει γωνιά — ανάμεσα σε δύο κλαδιά. Κάτω από ένα γείσο. Όπου οι διαδρομές εντόμων διασταυρώνονται με τη μοίρα τους.

Αφήνει μια πρώτη κλωστή να φύγει από μέσα της. Ασημένιο νήμα αιωρείται διστακτικά να βρει στήριγμα. Είναι η αρχή μιας γέφυρας. Ενός αόρατου περάσματος στο κενό. Περνά πάνω της. Τη δυναμώνει. Την εμπιστεύεται. Κάθε βήμα της μετρημένο. Γνωρίζει. Η ακρίβεια είναι επιβίωση.

Αργά αργά, ο σκελετός του ιστού απλώνεται. Ακτίνες ξεκινούν από ένα αδιόρατο ακόμη κέντρο. Σκέψεις γεννιούνται πριν πάρουν σχήμα. Με υπομονή τελετουργική. Αρχίζει η ύφανση της σπείρας — κύκλο τον κύκλο, γύρο τον γύρο — το κενό μεταμορφώνεται σε σχέδιο.

Το δίχτυ της δεν είναι απλώς παγίδα. Είναι αρχιτεκτονική από μετάξι. Μουσική από δονήσεις. Κάθε κλωστή τρέμει στο παραμικρό άγγιγμα. Μεταφέροντας μηνύματα. Μόνο εκείνη μπορεί να τα διαβάσει. Και όταν όλα πια είναι έτοιμα, η αράχνη στέκεται στο κέντρο του κόσμου που δημιούργησε. Ακίνητη και άγρυπνη.

Και μέσα στη νύχτα που πυκνώνει. Ένα ανεπαίσθητο ρίγος διαπερνά το μετάξι. Όχι ήχος — δόνηση. Όχι κραυγή — ψίθυρος. Παγιδευμένος σε κύκλους αόρατους. Η αράχνη δεν βλέπει· αφουγκράζεται με τα πόδια της. Διαβάζει το μήνυμα που τρέχει πάνω στις κλωστές. ‘Οπως νερό πάνω σε χορδή.

Κινείται αργά. Με βεβαιότητα αρχαία. Καμία βιασύνη. Στο σύμπαν της· υπάρχει μόνο ακρίβεια. Κάθε βήμα την φέρνει πιο κοντά. Στο σημείο το σχέδιο συναντά την τύχη. Το δίχτυ τεντώνεται. Αντέχει. Αγκαλιάζει.

Κι όταν η ταραχή κοπάσει, ο ιστός ξαναβρίσκει τη σιωπή. Στο κέντρο του, η δημιουργός του παραμένει ακίνητη. Στοχάζεται το εύθραυστο μεγαλείο της τέχνης της. Γιατί το έργο της δεν είναι μόνο ανάγκη — είναι επιμονή απέναντι στο χάος. Μια νίκη τάξης στον αέρα.

Το έργο της δεν είναι αιώνιο. Η σκόνη. Ο άνεμος. Ο χρόνος· το φθείρουν. Μετα από λίγες μέρες, θα το μαζέψει. Θα το πάρει πίσω μέσα της· για να το ξανακάνει νήμα. Και αύριο, αν ο άνεμος το σκίσει ή η βροχή το βαραίνει, θα αρχίσει πάλι από την αρχή. Με το ίδιο μετάξι. Την ίδια υπομονή. Την ίδια αόρατη γνώση πως ό,τι γκρεμίζεται μπορεί να υφανθεί ξανά — πως από το κενό γεννιέται πάντα, αθόρυβα, ένα θαύμα από μετάξι…

*

ΥΓ: Μικρός χάζευα τις αράχνες. Καθόμουν με τις ώρες και τις παρατηρούσα, πώς έπλεκαν τον ιστό τους, με τι απίστευτη υπομονή και ακρίβεια. Μου φαινόντουσαν τόσο παράξενες. Σχεδόν μαγικές — τόσο μικρές αλλά τόσο ικανές. Δεν τις φοβόμουν· αντίθετα, με γοήτευε το πόσο ήσυχα και συγκεντρωμένα πλάσματα ήταν.

Where Am I?

You are currently browsing the σκέψεις category at αγριμολογος.