[διαδρομή ανάμεσα σε θραύσματα·
08/02/2026 § Σχολιάστε
Ημιτελές Δώδεκα

©Miquel Barceló, Pebres i anous, 2013 Mixed media on linen 53,5 x 65 cm
Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, δηλαδή μια θαμπή επιφάνεια από γυαλί και μνήμη. Σκέφτηκε πως «δεν αντικρίζει κανείς σήμερα ολόκληρη τη μορφή του, κι ούτε κινείται με ολόκληρη τη μορφή του». Η φράση τού ήρθε σαν απόηχος, όχι από βιβλίο, αλλά από στόμα που είχε πάψει να υπάρχει. Το είδωλο απέναντί του ήταν αποσπασματικό: το ένα μάτι καθαρό, το άλλο βυθισμένο σε σκιά· το στόμα έτοιμο να μιλήσει. Ίσως έτσι να ήταν πάντα ο άνθρωπος, σκέφτηκε· θραύσματα που προσποιούνται ενότητα.
Η πόλη πίσω του ανέπνεε βαριά. Οι δρόμοι φλέβες γεμάτες βιασύνη, παράθυρα με μάτια που κοιτούσαν χωρίς να βλέπουν. Κάθε του βήμα άφηνε πίσω ένα κομμάτι του εαυτού του. Διαλυόταν σε μικρές, αθέατες απώλειες. Δεν ήξερε αν αυτό που κρατούσε μέσα του ήταν πυρήνας ή απλώς συνήθεια. Η μνήμη, πάντα ύπουλη· επιλεκτική, επέστρεφε εικόνες αλλοιωμένες: ένα χέρι λερωμένο με μελάνι. Μια φωνή που υποσχόταν διάρκεια. Ένα όνομα γραμμένο και σβησμένο.
Στάση λεωφορείου. Εκεί όπου άνθρωποι μοιράζονται τη σιωπή. Παρατηρούσε πρόσωπα: κανένα δεν φαινόταν πλήρες, όλα έμοιαζαν σαν πρόχειρα σκίτσα, έτοιμα να διορθωθούν ή να σκιστούν. Αναρωτήθηκε αν η ολότητα ήταν μύθος που επινοήθηκε για να αντέχουμε την ασυνέχεια. Ίσως η ταυτότητα δεν είναι παρά μια συμφωνία ανάμεσα σε όσα θυμόμαστε και σε όσα ξεχνάμε επιμελώς.
Στο λεωφορείο. Τα τζάμια καθρέφτιζαν τον κόσμο διπλό: μέσα-έξω, παρόν-παρελθόν. Στο τρεμούλιασμα της διαδρομής, ένιωσε για λίγο ότι όλα του τα κομμάτια πλησίαζαν το ένα το άλλο, σαν να δοκίμαζαν να κουμπώσουν· να συνυπάρξουν χωρίς να αλληλοαναιρούνται.
Δεν χρειάζεται να αντικρίσει κανείς ολόκληρη τη μορφή του για να συνεχίσει. Αρκεί να αναγνωρίζει τα κενά, να τα περπατά με προσοχή· να τα αφήνει να αναπνέουν. Η ολότητα, αν υπάρχει, δεν κατοικεί στο βλέμμα. Κατοικεί στη διαδρομή ανάμεσα στα θραύσματα…
◉
[όλα κατηγορίας «ημιτελές»
[ο Φουκώ και η συμπάθειά του στην θεοκρατική εξουσία των αγιατολάχ·
13/01/2026 § Σχολιάστε
Ζητήματα ελευθερίας

Αυτή η επιλογή τον οδήγησε σε μια στάση που ιστορικά αποδείχθηκε αφελής και ηθικά προβληματική
Η στάση του Μισέλ Φουκώ απέναντι στην Ιρανική Επανάσταση του 1978–79 αποτελεί μία από τις πιο αμφιλεγόμενες στιγμές της γαλλικής διανοητικής ιστορίας του ύστερου 20ού αιώνα. Σε αντίθεση με πολλούς συγχρόνους του, ο Φουκώ δεν προσέγγισε τα γεγονότα με τα παραδοσιακά σχήματα της μαρξιστικής ή φιλελεύθερης πολιτικής ανάλυσης. Είδε την εξέγερση εναντίον του Σάχη ως μια μοναδική ιστορική στιγμή, όπου ένα συλλογικό υποκείμενο συγκροτούνταν μέσα από μια «πολιτική πνευματικότητα» ριζικά διαφορετική από τη δυτική νεωτερικότητα. Αυτή η ερμηνεία τον οδήγησε σε μια στάση έντονης συμπάθειας προς το επαναστατικό κίνημα, ακόμη κι αν δεν διατύπωσε ρητή υποστήριξη προς την επικείμενη θεοκρατική εξουσία των αγιατολάχ.
Η θέση αυτή τον διαφοροποίησε έντονα από διανοούμενους όπως ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ, οι οποίοι, αν και είχαν ιστορικά υποστηρίξει αντιαποικιακά και επαναστατικά κινήματα, αντιμετώπισαν το Ιράν με μεγαλύτερη επιφύλαξη. Η ντε Μποβουάρ, ειδικά, αντέδρασε έντονα στις πρώτες ενδείξεις ισλαμικής πατριαρχικής καταστολής, ιδίως απέναντι στις γυναίκες, και εξέφρασε ανοιχτά την ανησυχία της για τον θεοκρατικό χαρακτήρα του νέου καθεστώτος. Για εκείνη, η απελευθέρωση δεν μπορούσε να διαχωριστεί από τα ατομικά δικαιώματα και την έμφυλη ισότητα – ένα κριτήριο που ο Φουκώ, στα ιρανικά του κείμενα, έτεινε να αναστείλει.
Ακόμη πιο αποστασιοποιημένος υπήρξε ο Ρεϊμόν Αρόν, ο οποίος αντιμετώπισε εξαρχής την Ιρανική Επανάσταση με κλασικά εργαλεία πολιτικής ανάλυσης. Ο Αρόν είδε στο ισλαμικό κίνημα μια μορφή ιδεολογικού ολοκληρωτισμού, συγγενή με άλλα αντιφιλελεύθερα καθεστώτα του 20ού αιώνα. Σε αντίθεση με τον Φουκώ, δεν γοητεύτηκε από τη «διαφορά» της ιρανικής εμπειρίας, αλλά τόνισε τη συνέχεια ανάμεσα στη θρησκευτική και την κοσμική αυταρχία. Η στάση του μπορεί να θεωρηθεί λιγότερο πρωτότυπη φιλοσοφικά, αλλά αποδείχθηκε πολιτικά πιο διορατική.
Στο ίδιο κριτικό πνεύμα κινήθηκε και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο οποίος άσκησε από νωρίς σφοδρή κριτική στον Φουκώ. Ο Καστοριάδης υποστήριξε ότι η εξιδανίκευση της «άλλης» πολιτικής εμπειρίας οδηγεί σε επικίνδυνο σχετικισμό και ότι η απόρριψη του Διαφωτισμού αφήνει απροστάτευτους τους ίδιους τους εξεγερμένους απέναντι σε νέες μορφές κυριαρχίας. Για τον Καστοριάδη, η ιρανική περίπτωση δεν αποτελούσε εναλλακτική στη δυτική νεωτερικότητα, αλλά τραγική επιβεβαίωση της ανάγκης για δημοκρατικούς θεσμούς και κοινωνική αυτονομία.
Η ιδιαιτερότητα του Φουκώ έγκειται στο ότι δεν έκανε λάθος επειδή “δεν ήξερε” τι θα ακολουθήσει, αλλά επειδή επέλεξε συνειδητά να αναστείλει την κανονιστική κρίση στο όνομα μιας φιλοσοφικής διερεύνησης της εξέγερσης ως εμπειρίας. Εκεί όπου άλλοι Γάλλοι διανοούμενοι έθεταν όρια – δικαιώματα, ελευθερίες, θεσμούς – ο Φουκώ ενδιαφερόταν για τη ρήξη, το γεγονός, τη στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι «δεν κυβερνιούνται πια με τον ίδιο τρόπο». Αυτή η επιλογή τον οδήγησε σε μια στάση που ιστορικά αποδείχθηκε αφελής και ηθικά προβληματική.
Συνολικά, η σύγκριση δείχνει ότι ο Φουκώ εκπροσωπεί την πιο ριζοσπαστική, αλλά και πιο επικίνδυνη εκδοχή της γαλλικής διανοητικής εμπλοκής με το Ιράν: μια στάση που προτίμησε να δει στην επανάσταση μια φιλοσοφική υπόσχεση, ενώ άλλοι είδαν – πιο ψυχρά, αλλά και πιο ρεαλιστικά – το πολιτικό της τίμημα.
✳︎
Διαβάστε όλα: [τα όνειρα καπνός]
◉
[φωνές που έχουν ξεχάσει το όνομά τους·
01/01/2026 § Σχολιάστε
Ημιτελές Δώδεκα

photo ©stratos fountoulis
Θα έλεγε κανείς πως τα διαβάσματα, τα «ανώνυμα» πρόσωπα που δεν υπάρχουν παρά μόνο στη μνήμη του ίδιου του συγγραφέα/δημιουργού, λειτουργούν σαν υπόγειες παρουσίες: δεν κατονομάζονται, δεν εμφανίζονται ποτέ καθαρά, κι όμως διαμορφώνουν τη φωνή, το βλέμμα, ακόμη και τις σιωπές του έργου. Είναι σκιές που δεν ζητούν αναγνώριση, αλλά επιμένουν· μια εσωτερική βιβλιοθήκη από πρόσωπα, φράσεις και εμπειρίες που έχουν αφομοιωθεί τόσο βαθιά, ώστε παύουν να είναι «άλλοι» και γίνονται μέρος του ίδιου του λόγου. Ανασαίνουν ανάμεσα στις λέξεις. Είναι φωνές που έχουν ξεχάσει το όνομά τους, βλέμματα που πέρασαν και έμειναν, ίχνη μιας άλλης ζωής που έγινε μνήμη και μετά λόγος. Το έργο δεν γράφεται ποτέ μόνο από έναν — γράφεται από όλους όσοι χάθηκαν μέσα του. Όλα. Τα πάντα· σ’ ένα μεγάλο δημιούργημα αφομοιώνονται· μετασχηματίζονται. Το έργο γεννιέται σε έναν χώρο όπου η μνήμη προηγείται της πρόθεσης. Εκεί συσσωρεύονται διαβάσματα και πρόσωπα που δεν έχουν πια όνομα, ως ίχνη τρόπου: ένας ρυθμός σκέψης, μια χειρονομία λόγου, μια αδιόρατη στάση απέναντι στον κόσμο. Αυτές οι παρουσίες δεν λειτουργούν ως πηγές αλλά ως συνθήκες δυνατότητας του έργου. Η δημιουργία δεν αναπαράγει ό,τι θυμάται· μιλά από εκεί όπου η μνήμη έχει ήδη μετατραπεί σε μορφή.
◉
[η γιορτινή χαρά ως προϊόν με αγοραία αξία·
23/12/2025 § Σχολιάστε
Ημιτελές Έντεκα

Η «χαρά των εορτών» συχνά πακετάρεται, προωθείται και πωλείται: μέσω διαφημίσεων, δώρων, εμπειριών, ακόμη και μέσω της πίεσης να νιώσουμε με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Η αγορά δεν πουλά μόνο αντικείμενα· πουλά συναισθήματα, προσδοκίες, ταυτότητες. Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα ή οποιαδήποτε γιορτή μετατρέπονται σε εποχικά προϊόντα με συγκεκριμένο αφήγημα: χαμόγελα, θαλπωρή, επιτυχία, «σωστές» στιγμές.
Η χαρά λοιπόν, στο πλαίσιο της σύγχρονης καταναλωτικής κουλτούρας, αντιμετωπίζεται ως προϊόν με αγοραία αξία. Δεν νοείται ως αυθόρμητη ή εσωτερική κατάσταση, αλλά ως αποτέλεσμα κατανάλωσης. Παρουσιάζεται ως κάτι που αποκτάται μέσω συγκεκριμένων αγαθών, υπηρεσιών και εμπειριών, τα οποία υπόσχονται τη συναισθηματική πληρότητα που υποτίθεται ότι λείπει.
Η αγορά κατασκευάζει πρότυπα χαράς: εικόνες ευτυχισμένων ανθρώπων, τυποποιημένες στιγμές απόλαυσης, επαναλαμβανόμενα αφηγήματα επιτυχίας. Η χαρά αποκτά μετρήσιμα χαρακτηριστικά, συνδέεται με εποχές, γεγονότα και κοινωνικούς ρόλους, και ενσωματώνεται σε κύκλους προσφοράς και ζήτησης. Καθίσταται προβλέψιμη, αναπαραγώγιμη και, κυρίως, πωλήσιμη.
Στο πλαίσιο αυτό, η χαρά λειτουργεί ως μηχανισμός κατανάλωσης: δεν πωλείται μόνο το αντικείμενο, αλλά η υπόσχεση του συναισθήματος. Η έλλειψη χαράς μετατρέπεται σε έλλειψη που απαιτεί αγορά για να καλυφθεί. Έτσι, η χαρά παύει να είναι εμπειρία και γίνεται δείκτης συμμόρφωσης σε ένα οικονομικό και πολιτισμικό πρότυπο.
Ως εμπορευματοποιημένο προϊόν, η χαρά υπόκειται στους ίδιους κανόνες με κάθε άλλο αγαθό: φθείρεται γρήγορα, απαιτεί συνεχή ανανέωση και αντικατάσταση, και χάνει την αξία της εκτός του πλαισίου που τη νομιμοποιεί η αγορά. Δεν βιώνεται· καταναλώνεται.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η χαρά καθαυτή είναι ψεύτικη ή ακυρώνεται. Σημαίνει ότι συνυπάρχουν δύο επίπεδα: 1)το εμπορευματοποιημένο (τι πρέπει να αγοράσω/κάνω για να είναι «σωστή» η γιορτή) και 2) το βιωματικό (τι έχει πραγματικά νόημα για μένα και τους άλλους)
Η ένταση προκύπτει όταν το πρώτο καταπίνει το δεύτερο. Όταν η χαρά γίνεται υποχρέωση ή μέτρο επιτυχίας.
Σήμερα, μέρες γιορτινές που είναι, και παρατηρώντας με μεγάλη προσοχή, τη συμπεριφορά του κόσμου γύρω μου, προτίμησα να ασχοληθώ με το πρώτο επίπεδο.
◉
[όλα κατηγορίας «ημιτελές»