καρέκλες

19/10/2016 § Σχολιάστε

έκανε και η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο

myga-kwlo

shitΟ Δημήτρης Τσακίρης, διοικητής του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ): «Όποιος αδυνατεί να καταβάλει τις εισφορές σε συνδυασμό με την υπέρογκη φορολογία και το θεωρεί πατριωτικό, ας πάρει την οικογένειά του και ας πάει στη Βουλγαρία»…

*

«ἵνα δευτέραν χάριν ἔχητε»

09/10/2016 § Σχολιάστε

a-loga10-9-16

Ναι, ο Θεός έχει, ο Θεός πάντα έχει, ο Θεός έχει αενάως, και αν κάνεις λάθος και πας εκεί που ξαναέχει, αν κάνεις λάθος και πας στο καλύτερο εκεί που έχει, διά νά έχης δευτέραν χάριν, γιατί αποφάσισες ότι υπάρχει και άσπρη ζάχαρη προορισμένη για σένα, και απλώς ο προηγούμενος μπακάλης δεν την είχε ή δεν ήξερε που την είχε ή έλεγε ψέματα ότι δεν την έχει ή δεν ξέρει που την έχει, κι εσύ τώρα έπαψες να πηγαίνεις στο κακό μπακάλικο και ήρθες στο καλό, για να πλαγιάσεις και να κοιμηθείς επιτέλους εν ειρήνη και ασφαλεία, την έβαψες.

Ναι, αυτό είναι ο ψυχαναλυτής, ο ψυχαναλυτής ζει από την ψευδαίσθηση του ανθρώπου ότι θα ζήσει και δεύτερη ζωή, δεύτερη επίγεια όχι επουράνια, ναι, ο ψυχαναλυτής ζει από την αυτιστική ιδέα του ανθρώπου ότι η αιωνιότητα τον κοιτάζει, ότι έχει βγάλει τα χέρια από την τσέπη και τον περιμένει να κάνει με την ησυχία του τα εκατό βήματα έως τη θάλασσα ή έως την ξηρά, ανάλογα το είδος, ενώ τα ζώα δεν το έχουν αυτό το βάσανο, όχι, ξέρουν, ας πούμε οι πιγκουίνοι ξέρουν πως ή θα φτάσουν και θα σκαρφαλώσουν όπως στα βράχια ή θα τους ο παιχνιδιάρης θαλάσσιος λέων.

Στοπ.
 *

[Απόσπασμα από: ©Μαρία Λαϊνά, Το Νόημα, εκδόσεις Καστανιώτη 2007]

*

η φωτογραφία είναι του ©αγριμολόγου, και πάρθηκε Οκτώβρη του 2007, στο όμορφο χωριό του Hoeilaart, λίγο έξω από τις Βρυξέλλες…

plaisir: Simone

22/09/2016 § Σχολιάστε

Simone Weil, 1909-1943

simone-weil22-9-16

«Αν δεν μπορούν να βρεθούν για το σκοπό αυτό άνθρωποι που ν’ αγαπούν την αλήθεια«.

Η ανάγκη αλήθειας είναι ιερότερη οποιασδήποτε άλλης. Κι όμως δεν αναφέρεται ποτέ. Φοβόμαστε να διαβάσουμε, όταν αντιλαμβανόμαστε καμιά φορά πόσο πολλά και τεράστια ψεύδη εκτίθενται χωρίς αιδώ, ακόμα και στα βιβλία των πιο διάσημων συγγραφέων. Διαβάζουμε λοιπόν, όπως θα πίναμε το αμφιβόλου ποιότητας νερό ενός πηγαδιού.

Υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται οχτώ ώρες την ημέρα και καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια να διαβάσουν το βράδυ για να μορφωθούν. Δεν μπορούν να καταγίνονται με επαληθεύσεις στις μεγάλες βιβλιοθήκες. Έτσι πιστεύουν τυφλά σε ό,τι λέει το βιβλίο. Κανείς δεν έχει λοιπόν το δικαίωμα να τους δίνει ψέματα για τροφή. Τι νόημα έχει να επικαλείται κανείς την καλή πίστη των συγγραφέων; Αυτοί δεν εργάζονται σωματικά οχτώ ώρες την ημέρα. Η κοινωνία τους τρέφει για να έχουν την ευχέρεια και να κάνουν τον κόπο να αποφεύγουν τα λάθη. Έναν ελεγκτή που γίνεται αίτιος ενός εκτροχιασμού, δε θα τον έβλεπαν με καλό μάτι αν έκανε επίκληση της καλής του πίστης.

Κατά μείζονα λόγο είναι επονείδιστο να ανεχόμαστε την ύπαρξη εφημερίδων για τις οποίες όλοι γνωρίζουν ότι κανένας συνεργάτης τους δε θα μπορούσε να παραμείνει στη θέση του αν δε δεχόταν να παραποιεί ορισμένες φορές εν γνώσει του την αλήθεια.

Το κοινό δεν έχει εμπιστοσύνη στις εφημερίδες, αλλά η δυσπιστία του δεν το προστατεύει. Γνωρίζοντας σε γενικές γραμμές ότι μια εφημερίδα περιέχει αλήθειες και ψέματα, κατανέμει τις πληροφορίες που παρέχονται στις δύο αυτές κατηγορίες τυχαία, ανάλογα με τις προτιμήσεις του. Έτσι όμως οδηγείται σε λάθη.

Όλοι γνωρίζουν ότι, όταν η δημοσιογραφία ταυτίζεται με το οργανωμένο ψεύδος, αποτελεί έγκλημα. Αλλά πιστεύουν ότι πρόκειται για ένα έγκλημα το οποίο δε χρήζει τιμωρίας. Τι μπορεί να εμποδίζει την τιμωρία μιας δραστηριότητας άπαξ και έχει αναγνωριστεί ως εγκληματική; Από πού μπορεί να προέρχεται αυτή η περίεργη άποψη των μη κολάσιμων εγκλημάτων; Πρόκειται για μία από τις πιο τερατώδεις παραμορφώσεις των νομικών κανόνων.

Μήπως είναι καιρός να αναγνωρίσουμε ότι οποιοδήποτε προφανές έγκλημα είναι κολάσιμο, και ότι είμαστε αποφασισμένοι, όταν παρουσιαστεί η ευκαιρία, να τιμωρούμε όλα τα εγκλήματα; […]

Σ’ αυτό το σύστημα, θα επιτρεπόταν σε όποιον εντοπίζει ένα λάθος που θα μπορούσε να αποφευχθεί σ’ ένα δημοσιευμένο κείμενο ή σε μια ραδιοφωνική εκπομπή, να προσφύγει στα δικαστήρια. […]

Ποιος όμως εγγυάται την αμεροληψία των δικαστών; θα αντιτάξουν κάποιοι. Η μόνη εγγύηση, εκτός από την πλήρη ανεξαρτησία τους, είναι να προέρχονται από πολύ διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, να είναι εκ φύσεως προικισμένοι με ευρύτητα αντίληψης, διαυγή και σαφή, και να είναι καταρτισμένοι σε μία σχολή όπου θα λαμβάνουν μία παιδεία όχι νομική, αλλά πριν απ’ όλα πνευματική, και δευτερευόντως διανοητική. Πρέπει να συνηθίσουν να αγαπούν την αλήθεια.

Δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να ικανοποιηθεί η ανάγκη για αλήθεια ενός λαού, αν δεν μπορούν να βρεθούν για το σκοπό αυτό άνθρωποι που ν’ αγαπούν την αλήθεια.

SIMONE WEIL: ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΡΙΖΕΣ, εκδόσεις Κέδρος, μετάφραση Μαρία Μαλαφέκα via Politeianet.gr

‘στορίες

21/09/2016 § Σχολιάστε

10.

velada21-9-16

Βελάδα: Ανδρικόν πολιτικόν ένδυμα, φερόμενον εις εορτάς, χορούς, επισήμους δεξιώσεις κλπ., το άλλως ονομαζόμενον φράκο ή ρεδιγκόταν. Κωμικός λαϊκός τύπος λίαν προσφιλής είναι «ο πολιτικός, ο γιατρός και ο δάσκαλος με τη βελάδα» και εις τούτον συχναί είναι οι μεταμφιέσεις κατά τας αποκρέω.

Βελάδα και ημίψηλο σαν αυτά που περιγράφουν ο Μπαλζάκ και ο Ντοστογέφσκι, αυτά που φορούν οι ταπεινοί δημόσιοι υπάλληλοι με βαθμό Γραφέα Β’ των μυθιστορημάτων τους: τριμμένα από τον χρόνο, να γυαλίζουν από το συνεχές βούρτσισμα, που τοποθετούνται προσεκτικά στον «καλόγερο» όταν μπαίνουμε στο κρύο σπίτι. Ειδικά η βελάδα στη δουλειά προφυλάγεται με «μανίκια», σωλήνες από μαύρο ύφασμα με λάστιχα στις άκρες που προσαρμόζονται στα μανίκια της βελάδας για να μη φθείρονται από τη συνεχή επαφή με το γραφείο και να μην πιτσιλίζονται από το μελάνι. [1]

Από τη βελάδα, ευτυχώς η κοινωνική εξέλιξη, μας έχει απαλλάξει. Το τέλος της είναι οριστικό.

Παλιό το φαινόμενο του «Τέλους», γενικώς. Αν θυμάστε το σύνθημα «τέλος στον κινηματογράφο του μπαμπά» της Νουβέλ Βαγκ με τις αλυσιδωτές αντιδράσεις και οι τομές ή «Η τομή» και τα κίνητρά της στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 και ΄60 του 20ου αι. Δεν πήγαν περίπατο όλα αυτά, κάτι ανανεώθηκε, κάτι δημιουργήθηκε το οποίο θυμόμαστε με σχετική (για τους παλιότερους) νοσταλγία από έργα των Τρυφώ, Γκοντάρ, Ρομέρ, Σαμπρόλ κ.α. Όμως το απροσδόκητο ήταν η όλη διαδικασία που οδηγούσε σε αδιέξοδο διότι παράλειψαν οι πρωταγωνιστές της –δεν ήταν δουλειά τους- αλλά έχει σημασία ότι· κάποιες αντινομίες της τέχνης του συγκεκριμένου είδους, στην περίπτωσή μας, ο κινηματογράφος που παρουσιάζεται ως να δείχνει το τέλος του εαυτού του και που αφορά τον ίδιο… Όμως η κοινωνία καταλυτικά παρουσιάζει τις αντιφάσεις του αιώνα που τον γέννησε· και αυτό, δεν γίνεται να αφορά μόνο το συγκεκριμένο είδος (κινηματογράφο), αλλά την τέχνη γενικότερα που ήδη·  το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, μέσω κυρίως των πλαστικών τεχνών (ζωγραφική)· είχε εξαπολύσει την «κατάλυση της καλλιτεχνικής γλώσσας» και το γενικό σμπαράλιασμα «των πλαστικών μορφών».

Όλα αυτά πέρασαν πια, στην ιστορία. Όμως «το Τέλος» επανέρχεται για να ξανασβήσει και· αχνογελά κανείς, ενίοτε και ειρωνικά, με τα διάφορα προαναγγελθέντα των διάφορων Φουκουγιάμα περί του τέλους της Ιστορίας,

Παλιά, μάλλον αρχαία πλέον, τα φαινόμενα του «Τέλους». Θυμίζουν το μελάνι που ξοδεύτηκε (άδικα ή μη –όπως το βλέπει κανείς) για θεωρίες τέλους ή και καταστροφής ή τα «οριστικά» μανιφέστα στη φιλοσοφία αλλά και στην τέχνη, των Μαρξ, Μπρετόν, Κορμπυζιέ κ.α., έως και στα άλλα «οριστικά» ερωτήματα, του «γιατί να γράφουμε».

Ναι, «γιατί να γράφουμε»· αφού ( μετά το «αφού» οι… στοχασμοί ξετυλίγονται και μας λιγώνουν από την ατέλειωτη βιβλιογραφία που πλαισιώνονται)

*

[1] «Το Βήμα» 03.01.2014

*

[διαβάστε όλες τις ‘στορίες]

Where Am I?

You are currently browsing the σκέψεις category at αγριμολογος.