[ μ η ·
10/12/2017 § Σχολιάστε
Μην ασκείτε κριτική σε δημόσια πρόσωπα
ειδικά σε λίαν εμφανίσιμους τραγουδιστές, που τόσο θαυμάζονται.

Η Διοτίμα άρχισε δηλώνοντας πως η Παράλληλη Δράση ήταν κυριολεκτικά ανεπανάληπτη ευκαιρία να πραγματοποιηθεί αυτό που όλοι θεωρούν ως σπουδαιότερο και μέγιστο. «Πρέπει και θέλουμε να πραγματοποιήσουμε μία πολύ μεγάλη ιδέα. Μας δίνεται μια ευκαιρία και δεν επιτρέπεται να τη χάσουμε. Πρέπει να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων!»
Ο Ούλριχ ρώτησε με αφέλεια: «Έχετε κάτι συγκεκριμένο κατά νου;»
Όχι, η Διοτίμα δεν είχε τίποτε συγκεκριμένο κατά νου. Πώς θα μπορούσε άλλωστε! Κανένας από εκείνους που μιλάνε περί του σπουδαιότατου και μεγίστου στον κόσμο δεν νομίζει πως υπάρχει πραγματικά. Αλλά με ποια παράξενη ιδιότητα του κόσμου ταυτίζεται αυτό; Όλοι καταλήγουν στο ότι το ένα είναι μεγαλύτερο, σπουδαιότερο ή ακόμη ωραιότερο ή πιο λυπηρό από το άλλο, δηλαδή σε μια ιεράρχηση και ένα συγκριτικό βαθμό – δεν υπάρχει λοιπόν εδώ καμία κορυφή και κανένας υπερθετικός; Ωστόσο, αν επιστήσεις σ’ αυτό το φαινόμενο την προσοχή ενός, καθώς ετοιμάζεται να μιλήσει για το σπουδαιότατο και μέγιστο, τότε του γεννάται η καχυποψία πως έχει να κάνει με αναίσθητο και διόλου ρεαλιστή άνθρωπο. Αυτό συνέβη στη Διοτίμα, και έτσι είχε μιλήσει ο Ούλριχ.
Η Διοτίμα, ως γυναίκα της οποίας το πνεύμα θαύμαζαν, θεώρησε την αντίρρηση του Ούλριχ ασεβή. Χαμογέλασε σε λίγο και απάντησε: «Υπάρχουν τόσο πολλά μεγάλα και καλά απραγματοποίητα ακόμη, ώστε η εκλογή δεν θα είναι εύκολη[…]»
[Ρόμπερτ Μούζιλ, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, μτφρ: Τούλα Σιέτη, εκδόσεις Οδυσσέας 1992]
Η λογοτεχνία, τα έχει πει σχεδόν ό λ α.
[ουρανός γκριζόμαυρος·
03/12/2017 § Σχολιάστε
Jaime Gil de Biedma (Barcelona, 1929–1990)

Για την κακή χρονιά
Δεκέμβρης είναι αυτή η εικόνα
της βροχής που πέφτει με βουητό τρένου
και μυρίζει καρβουνόσκονη και χωράφι.
Δεκέμβρης, είν’ ένας κήπος, είναι πλατεία
βουλιαγμένη στην πόλη
στο τέρμα μιας νύχτας,
κι η φευγαλέα οπτασία κάποιων στοών.
Και τα τεράστια μάτια
– κάρβουνα σε μεγέθυνση –
στο σκούρο πρόσωπο ενός κοριτσιού
που τρέμει σαν σπουργίτης μουσκεμένος.
Κρατάει στο χέρι κάτι κόκκινα παπούτσια,
κομψά, ολοκαίνουργια, σαν ξωτικό πτηνό.
Ο ουρανός γκριζόμαυρος
και ροζ στις παρυφές του,
το φώς των φαναριών, χλωμό απολειφάδι.
Κάτω απ’ τη μπόρα, κλαίγοντας, εγώ διασχίζω,
χαμερπής σαν κουρέλι, βρεμένος μέχρι τα κέρατά μου.
*
Απόδοση από τα Ισπανικά: Τάσος Δενέγρης (1934-2009)
[να σεβόσαστε το μυαλό που έχει σχήμα σαν μυζήθρα και σας ταΐζει μ’ όμορφες αρλούμπες·
23/11/2017 § Σχολιάστε
François Rabelais (1494 – 1553)

«Τα ίδια μπορεί να πει ένας τιποτένιος για τα βιβλία μου. Σκατά στα μούτρα του! Η μυρουδιά του κρασιού, ω! πόσο πιο ορεκτική, γελαζούμενη, τραβηχτική είναι, πιο επουράνια και γλυκιά από τη λαδίλα! Κι άλλο τόσο θα το είχα δόξα και τιμή μου να λεγόταν για την αφεντιά μου πως σε κρασί ξόδεψα περισσότερα παρά σε λάδι, όπως έκανε ο Δημοσθένης, που γι’ αυτόν λεγόταν πως ξόδευε περισσότερο για λάδι παρά για κρασί. Για μένα δεν είναι άλλο από δόξα και τιμή να λέει ο κόσμος και να διαλαλεί πως είμαι μάγκας καλός και φιλαράκος φίνος, και ως εκ τούτου καλόδεχτος σε όλες τις καλές παρέες από Πανταγκρυελιστές, ενώ κάποιος γκρινιάρης κατηγόρησε το Δημοσθένη πως οι Λόγοι του έζεχναν σαν την πατσαβούρα ενός βρομιάρη και λιγδή λαδά. Γι’ αυτό πιάστε να ερμηνεύσετε όλες τις πράξεις και τις κουβέντες μου από την τελειότερη πλευρά. Πάντα να σεβόσαστε το μυαλό που έχει σχήμα σαν μυζήθρα και σας ταΐζει μ’ ετούτες τις όμορφες αρλούμπες κι όσο μπορείτε κρατάτε με πάντα κεφάτο.
Ώρα λοιπόν να διασκεδάσετε, αγάπες μου, και χαρωπά να διαβάσετε τα παρακάτω, για πλήρη ευφροσύνη του κορμιού κι ωφέλεια των νεφρών! Ακούστε, όμως, γαϊδουρόπουτσες (που κουτσαμάρα να σας βρει από κακιά πληγή):
Θυμηθείτε Να πιείτε στην υγειά μου πότε πότε Και θα σας το ανταποδώσω το κέρασμα λίαν προσεχώς!»
[Απόσπασμα από τον πρόλογο του Φρανσουά Ραμπελέ στο βιβλίο του
Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, μεταφραστής Άγνωστος, χρονολογία έκδοσης Άγνωστη]
«Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ‘ξερα τι κάθαρμα ήσουν»
19/11/2017 § Σχολιάστε
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο)
Επιτύμβιον
Πέθανες — κι έγινες και συ: ο καλός.
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.
Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ‘ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα.
Κοιμού εν ειρήνη δε θα ‘ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Δε θα ‘σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.
Μανόλης Αναγνωστάκης


