[Γιατί, Γιώργο μου, γιατί;

07/05/2017 § Σχολιάστε

Ο Ερρίκος Μπελιές (1950-2016) καυτηριάζει

Διεθνείς Έλληνες ποιητές

Φαίνεται ότι ορισμένοι ποιητές τό ‘καναν μόδα τώρα τελευταία να μπουκώνουν τα βιβλία τους με στίχους ξενόγλωσσους, προκειμένου να δείξουν την ευρυμάθειά τους. Ας δούμε ένα παράδειγμα:

Αγάπη

Την πήρα από το χέρι και τραβήξαμε
κατά το μονοπάτι με τις μαργαρίτες
«among the daisies» που λέει ο Gotwith
της είπα «Σ’αγαπώ πολύ» και
κείνη «Μα κι εγώ το ίδιο»
γιατί «les mêmes, toujours les mêmes»
το είπες πριν από μένα Jacques Quibrin
όλοι οι ποιητές τα ίδια λένε
όταν πρόκειται γι’ αγάπη, love ή amour.

Ναι, μέσα σ’όλη την πνευματική ανασουρδουμπουλιά μας μάθαμε και να σκεφτόμαστε πολύγλωσσα, να ορίζουμε ότι το ποιητικό μας πάθος είναι παγκοσμίου βεληνεκούς και δεν μας αρκεί τώρα πια η απόδοση της ιδέας μας στη δική μας γλώσσα.

Δύο φαίνεται να είναι τα αίτια: ή η γλώσσα μας φτώχυνε τόσο που δεν εκφράζει την ιδέα του δημιουργού, ή -και το πιθανότερο- ο δημιουργός θέλει με κάθε τρόπο να επιδείξει την -όποια- ευρυμάθειά του.

Και αυτό το δεύτερο μου θυμίζει το ευτράπελο που μου διηγήθηκε ο φίλος ποιητής Γιάννης Γκούμας: Πριν από χρόνια, στην Αστόρια της νέας Υόρκης, μια πλενοπιατού θρηνούσε το ξόδι του άντρα της και γύρω Έλληνες -της πολυθρύλητης «διασποράς»- αλλά και γείτονες Αμερικάνοι που είχαν σπεύσει να τη συντρέξουν. Η οιμωγή της χήρας: «Γιώργο μου, γιατί, γιατί να πεθάνεις; Γιατί, Γιώργο μου, γιατί; And for those who don’t understand Greek: Why, my George, why?».

[Ερρίκος Μπελιές, περιοδικό «λέξη» τ.57, Σεπτέμβρης 1986]

[κ’ ύστερα φύγαμε άπραχτοι προς άλλο αραξοβόλι·

01/05/2017 § Σχολιάστε

Κωστής Παλαμάς (1859 – 1943)


Νύχτα θα ξεκινούσαμε, θ’ αφήναμε την πόλη,
—-στο λόφο θ’ ανεβαίναμε, από τη θάλασσα όλη,
—-στη δόξα του όλη όλο τον ήλιο ολόχυτο να ιδούμε·
—-των πρωτοπλάστων πρόσμενε η χαρά να τη χαρούμε.
Μα ο ύπνος μάς εγέλασε, και αργήσαμε στην πόλη,
—-κ’ ύστερα φύγαμε άπραχτοι προς άλλο αραξοβόλι.
—-Όλα τού ήλιου τα όνειρα, σας ωνειρεύτηκα· όμως
—-όπου ξυπνήσω, ανήλιαγος πάντα στη νύχτα ο δρόμος.

Η ασάλευτη ζωή, 1904

[Ώ μερακλωμένη μου φάλαινα Διονύση·

28/04/2017 § Σχολιάστε



Το Ερουρέμ της θεια-Αχτίτσας

Ώ γαλάζια κι άσπρη φάλαινα, τραγουδάς και πλέχεις, μποτζάρεις κι αφροκοπάς σαν νεογέννητο νησί, ξαπολάς αερόστατα αιθεροδρόμια κι εξακοντίζεις θερμοπίδακες ουρανομήκεις που πέφτουν πίσωθέ σου ψιλή γιαπωνέζικη βροχή, τρελή χορεύεις ταραντέλα μέσα στους ιριδισμούς, καρφίτσες κι οδοντογλυφίδες στα πλευρά σου των φρονίμων τα κοντάρια, α! πως οργώνεις την ανταρκτική με αυλάκια τραγουδιών,
Ώ εμπορική αμαξοστοιχία φορτωμένη τίγκα με όλα τα καλά, χαλάς τον κόσμο τρέχοντας στις πλατωσιές και στα τουνέλια, «ελάτε μωρές κακόμοιροι και μαραζιάδες κι εξηντοβελόνηδες, πάρτε βουτύρατα και γάλατα και στάρια και κρασιά, όλα τα φέρνει το τραίνο το καλό, ανοίχτε μόνο τις ποδιές και τις καρδιές να τις γεμίσω, κανένας νηστικός κι αγλύκαντος και ατραγούδιστος, γιούργια οι επιστήμονες κι οι κουζουλοί, οι φάλτσοι κι οι ανεμικοί κι οι κόθορνοι»,
Ώ κουρσάρικο φίσκα στα μαλαματικά δίχως να βουλιάζεις, και στο πλωρό κατάρτι σημαία του αίματος ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ, και τα σεντούκια το βλησίδι ξεκλείδωτα κι απλά στο μουράγιο, «πάρτε από το κούρσος του θανάτου, η πλερωμή μονάχα ένα ν α ι , το ΝΑΙ, μωρές αδέρφια, το γλυκύ και πράον, άιντε και ξεφορτώστε με να σαλπάρω με τον μελωδικό βοριά»,
Ώ καμηλιέρη των ραχατλίδικων τροχιοδρόμων της Αλεξάντρειας, βαστάς κιθάρα και χαρτί με απανωγραμμένο τον χρησμό των ιερέων της ερήμου πως πάντα είμαστε παιδιά οι Έλληνες, για τούτο και πηδάς επί κοντώ, Ρωβύρε μου κατακτητή, απ’ της γκαμήλας τα καπούλια στην τιμονιέρα του τετρακινητήριου,
Ώ τραγουδοποιές, αγγόνι παππούδων ευκλεών που δέ στέργαν τα κίτρινα χαμόγελα και μπουμπούνιζαν ορθοδόξως την οργή τους: «άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων – οι κερατάδες! – την εικόνα σου την σεπτήν», φιλόμηρε και ραψωδικέ με τα χρυσά τ’ αγόρια σου και τα σεμνά κορίτσια,
Ώ μανιασμένε της Ελληνίδος φωνής αγαπητικέ, παιανίζεις με κροκάλες, δέντρα, λιοντάρια κι ό,τι κατεβάζουν τα ελληνικά καταράχια στην πανδέγμονα θάλασσα,
Ώ υπερωκεάνειον νικηφόρον και χαροποιόν τραγουδάς και πλέχεις, ακαταδάμαστον απ’ την επιφοράν των ανέμων πλέχεις και τραγουδάς, ψάλτης της Πόλης, καλλικέλαδος, ομόπλουν σκάφος της θεσσαλονικιάς πυρφόρου νάβας πλέχεις και τι γλυκά καλαντίζεις
Ώ αρχικαλαντάρη μου,
Γειά χαραντάν λοιπόν και πλέχε, παίζε, τραγούδα και μη φοβάσαι κιούρτους κι αγκίστρια για γώβους
Ώ μερακλωμένη μου φάλαινα Διονύση.

[Λαόνικος Διονυσίου, περ. λέξη, τ.61 Γενάρης ’87]

[our house·

18/04/2017 § Σχολιάστε

Crosby, Stills, Nash & Young

 

Our House

I’ll light the fire
You put the flowers in the vase that you bought today
Staring at the fire for hours and hours while I listen to you
Play your love songs all night long for me, only for me

Come to me now and rest your head for just five minutes, everything is good
Such a cozy room, the windows are illuminated by the
Sunshine through them, fiery gems for you, only for you

Our house is a very, very, very fine house with two cats in the yard
Life used to be so hard
Now everything is easy ’cause of you
And our la, la, la, la, la, la, la, la, la

Our house is a very, very, very fine house with two cats in the yard
Life used to be so hard
Now everything is easy ’cause of you
And our

I’ll light the fire while you place the flowers in the vase that you bought today

[Songwriters: ©Graham Nash
Our House lyrics © Sony/ATV Music Publishing LLC, Spirit Music Group]

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.