[Η ύβρις μιας γεμάτης σελίδας·
05/06/2017 § Σχολιάστε
Του Λουκά Λιάκου

Δεν είμαι κάποιος και εσύ δοκίμασες να πεις κάτι τόσο μάταιο; Να κάνεις όσα αφόρητα μας διέλυαν πάντα; Όλος ο θάνατος είναι βαλμένος μέσα στη ζωή. Όλος. Κι αυτή είναι΄μια βιαστική παρηγοριά· όλα συμβαίνουν. Μέσα σε ένα περίγραμμα, ένα κάδρο όπου κανείς δε μένει αδιάφορος και κανείς δεν εξηγεί -σαν από συνεννόηση- το επικίνδυνο όλων όσων έγιναν και αφήνεται, να γνωρίζεται σαν κάποιο μελλοντικό υποτιθέμενο αντίτυπο όσων -εάν και εφόσον- πρόκειται να γίνουν. Σκέψου κάποιον, χωρίς να τον έχεις δει, χωρίς να τον έχεις γνωρίσει. Σκέψου το μοναδικό του στοιχείο: Φόβος. Σκέψου το φόβο, δε μπορώ να θυμηθώ μιαν άλλη λέξη με περισσότερη επιτυχία κι εντύπωση· για τα χρόνια που θα ‘ρθουν, για τα χρόνια που ‘χουν περάσει. Κάπου υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν έχουμε φανταστεί κι είναι μετουσιωμένος, όλος σε μια πρόσκληση χρόνων και χρόνων, κι όλο κάπου πάει κι όλο κάπου είναι και μας περιμένει. Χρειάζεται ωστόσο, να μας λείπει η απόφαση. Δεν είμαι κάποιος. Το λες και ξέρεις ήδη πολλά· όταν αγνοείς όσα περιττά βρίσκεις σε ένα κάδρο που έχει την ορμή γυρισμού και το δικαίωμα να ταιριάξεις· μέσα του, την εικόνα σου μπροστά στη θάλασσα, με μια ορισμένη δική σου βαθύτερη σκέψη. Εσύ, με τα μαλλιά και τα ρούχα σου έγχρωμα ή ασπρόμαυρα σαν τις ταινίες που βλέπεις κι οι φίλοι πριν φύγεις, ν’ ανοίγουν τις μεγάλες αγκαλιές· να ‘ναι η μόνη λύση; Χαμογελώντας απρόσωπα είναι τόσο απλό να ξαναγυρνούμε εκεί, να παρασυρόμαστε μια και για πάντα στον άλλον, που κανείς μας δε ξέρει, κάνοντας σαν από τεχνική και συνέχεια, μια βόλτα γύρω από έναν κύκλο ανθρώπων που αρθρώνουν προσπάθεια μόνο, όχι κατόρθωμα. Ο εχθρός ο δικός μου παριστάνει, δεν είναι· το λευκό άδειο χαρτί μα η ύβρις μιας γεμάτης σελίδας που σηκώνεται σαν ετοιμοθάνατος και απειλεί να γίνει ο πρόλογος στο άγραφο της τελευταίας εικόνας. Εκείνες οι εικόνες μέσα μου των λέξεων είναι που καταρρέουν χωρίς να τις πω, χωρίς να καταρρέουν. Μια μουσική χωρίς να κινούμαι, ένας σιωπηλός πόλεμος χωρίς καν να σηκωθώ από την ίδια συζήτηση. Κι όλο αυτό διαρκεί και λίγο ενδιαφέρει και ξεχνιέται και δε χρειάζεται να ζωγραφιστεί και δεν ωφελεί να ξέρω· πως φέρομαι σαν να μην έχω καταλάβει ότι όλος ο θάνατος, όλη η ζωή που μιλάω είμαι εγώ, «ο ένας του άλλου» που βρίσκομαι καθαρά τόσο, και τόσο συγκεκριμένα στο αόριστο κάλεσμα του ενός και μόνο ανθρώπου, του τόσο δικού μου, και ταυτόχρονα ξένου.
*
©Λουκάς Λιάκος στις Στάχτες 30.06.2015
[ένα γυαλιστερό νόμισμα·
04/06/2017 § Σχολιάστε
Ε. Χ. Γονατάς (1924-2006)

Οι θεόρατες πόρτες των σπιτιών αυτού του έρημου δρόμου είναι πλυμένες μονάχα οι μισές. Άλλες από τη μέση και πάνω και άλλες από τη μέση και κάτω. Στις πρώτες μπορούσα να ξεχωρίζω τα ξύλινα και γύψινα ανάγλυφα που πλαισίωναν τους χάλκινους αριθμούς: άνθη, δέντρα, καρπούς, άσεμνες ερωτικές σκηνές με πρωταγωνιστή τον Βάκχο.
Πήδηξα στο σαραβαλιασμένο λεωφορείο που πέρασε με ανοιχτές πόρτες από μπροστά μου, τρίζοντας απελπιστικά, και κάθισα δίπλα στον αμίλητο οδηγό. Ένα γέρος με σουβλερό μούσι, που εκτελούσε χρέη εισπράκτορα, μου ζήτησε να καταβάλω το εισιτήριό μου.
“Που πηγαίνεις;”, ρώτησε.
“Στο Πουθενά”, του είπα.
“Τότε πληρώνεις αυξημένο εισιτήριο. Παππού, σκάσε ένα ασημένιο πεντόφραγκο”.
Έβγαλα από την τσέπη μου ένα γυαλιστερό νόμισμα, κι αφού το έτριψα λίγο στα δάχτυλα και βεβαιώθηκα πως ήταν αυτό ακριβώς που ζητούσε, του το έβαλα στην παλάμη.
*
[Ε.Χ. Γονατάς, Τρεις δεκάρες και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Στιγμή]
[εξαίσια τα χαμηλόφωνα·
03/06/2017 § Σχολιάστε
Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)
Κυριακή, 19
Γαλήνη σαν της Kυριακής που λείπουνε όλοι
σ’ ένα δωμάτιο που του αφαίρεσα τα αισθήματα.
Πλανιέται κάποια πιθανότητα θανάτου
υπέροχου με σκαλιστές επάνω στο γυαλί ορχιδέες.
Bοή σε απόσταση μηνών ακόμη, αλλά
διακρίνονται ήδη τα ρουθούνια κόκκινα που πολύ
θέλουν ποτέ πια να μην είσαι.

Πέμπτη, 9
Θα ‘ναι κάποιο από κείνα τα σπίτια στον κισσό
τα κλειστά κι ακατοίκητα που ‘λυσε το λουρί
από τ’ αποτρόπαια γεγονότα μέσα του
Kαι νιώθεις τώρα ν’ αμολιούνται πάνω σου τα ουρλιά-
—σματα
κείνες τις πρώτες δαγκωνιές από την εποχή του Aδάμ
τις μασέλες του γέροντα που τολμούσε ακόμη ν’ αγα-
—πάει
και φυσούσε ακούραστος τις μυστικές φιλύρες του
κάποια νύχτα ευπαθή του Aπρίλη.
Aυτά που πάνε τώρα να σε γονατίσουν
πάνε πάλι να σε κυλήσουν στα αίματα.

[από το Hμερολόγιο ενός αθέατου Aπριλίου, ύψιλον/βιβλία 1984]
[καθαρός λόγος·
27/05/2017 § 1 σχόλιο
Immanuel Kant (1724-1804)

Ο Λόγος, σε όλα του τα επιχειρήματα, πρέπει να υποβάλλεται στην κριτική και δεν μπορεί με καμιά απαγόρευση να επιφέρει ζημιά στην ελευθερία αυτής της ίδιας, χωρίς να ζημιώνει τον ίδιο τον εαυτό του και να επισύρει μιαν επιβλαβή επάνω του υποψία. Εδώ λοιπόν δεν υπάρχει τίποτε τόσο ιερό, που θα επιτρεπόταν να γλιτώσει από την εξεταστική και διεργαστική αυτή διερεύνηση, που δεν γνωρίζει κανένα κύρος του προσώπου. Στην ελευθερία αυτή βασίζεται μάλιστα και η ύπαρξη του Λόγου, που δεν έχει κανένα δικτατορικό κύρος, αλλ’ η απόφανσή του δεν είναι πάντα τίποτε άλλο παρά η σύμπνοια ελευθέρων πολιτών, εκ των οποίων ο καθείς οφείλει να δύναται να εκφράζει χωρίς επιφύλαξη τις αμφιβολίες του και μάλιστα το βέτο του [Ιμμάνουελ Καντ, ‘Η κριτική του καθαρού λόγου’]
Αντιθέτως:
1. Ο υμνητής του ναζισμού Μάρτιν Χάϊντεγκερ: » Η σκέψη αρχίζει μόνον όταν συνειδητοποιήσουμε ότι ο Λόγος, τον οποίο εξυμνούν επί αιώνες, είναι ο πιο αμείλικτος εχθρός της σκέψης» («Ο λόγος του Νίτσε: ‘Ο Θεός είναι νεκρός'»)
2. Και ο πολύς, ο θεοποιημένος από τους εθνικούς μας αριστερούς ‘διανοητές’, μεταμοντέρνος και ολοκληρωτικών αντιλήψεων Μισέλ Φουκώ: «Πώς μπορεί κανείς να μην είναι φασίστας, ακόμη και (ή μάλλον ιδίως) όταν πιστεύει ότι είναι επαναστάτης αγωνιστής; Πώς μπορούμε να αποκαθάρουμε το λόγο μας και τις πράξεις μας, τις καρδιές μας και τις απολαύσεις μας από τον φασισμό; Πώς μπορούμε να ξεριζώσουμε τον φασισμό που έχει βαθιές ρίζες στη συμπεριφοράς μας;» (Πρόλογος στον Αντί-Οιδίποδα)
[Richard Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού, εκδόσεις Πόλις 2007]
