[πως μπορεί να γνωρίζει κανείς, τη ζωή ενός ανθρώπου;
22/05/2017 § Σχολιάστε
Walt Whitman (1819–1892)
‘When I read the book’ from Leaves of Grass. 1900 – και μερικές δικές μου,
ενδεχομένως αυθαίρετες σκέψεις για το ποίημα…

When I read the book
WHEN I read the book, the biography famous,
And is this, then, (said I,) what the author calls a man’s life?
And so will some one, when I am dead and gone, write my life?
(As if any man really knew aught of my life;
Why, even I myself, I often think, know little or nothing of my real life; 5
Only a few hints—a few diffused, faint clues and indirections,
I seek, for my own use, to trace out here.)
Όταν διάβασα το βιβλίο, τη σπουδαία βιογραφία,
αυτό είναι (σκέφτηκα) λοιπόν η ζωή ενός ανθρώπου;
Κι έτσι θα γράψει κάποιος και για μένα όταν πεθάνω;
(Μα ποιος ξέρει το παραμικρό για τη ζωή μου;
Καμιά φορά κι εγώ ο ίδιος σκέφτομαι πως ξέρω ελάχιστα
ή τίποτα απ’ την αληθινή ζωή μου.
Κάτι σημάδια μόνο, κάτι θολά κλειδιά κι ενδείξεις
σκοπεύω εδώ να λύσω για λογαριασμό μου.)
[μτφρ: Αχιλλέας Κυριακίδης, Χόρχε Λούις Μπόρχες, Δοκίμια Ι]
Μια μερική δική μου άποψη: O εαυτός μας ο ίδιος είναι η εγκυρότερη πηγή για τη ζωή και το έργο μας, το αυτό εξομολογείται εδώ από τον Ουίτμαν. Και το «Καμιά φορά κι εγώ ο ίδιος σκέφτομαι» λειτουργεί ως παρενθετική εισαγωγή μέσα σε μια παρενθετική εισαγωγή. Και η παρατήρηση είναι ότι ακόμη και όταν η φωνή του ποιητή τονίζει τη χρονική του ακεραιότητα, η «πραγματική του ζωή» ξεφεύγει από την αποκάλυψη σαν να αποκαταστάθηκε βαθιά μέσα σε αμέτρητα στρώματα παρενθέσεων…
Ο Μπόρχες περιγράφει το συγκεκριμένο ποίημα με λιτό, και μάλλον διαυγέστερο τρόπο: «Άγνοια και αιδημοσύνη της ζωής μας»
Η αφεντιά μου χρειάστηκε (και μάλλον δεν ολοκλήρωσε) 75 λέξεις, και ο Μπόρχες μόνον 6.
Κ α τ α λ ά β α τ ε…
[«Eπειδή είναι Eβραία, γι’ αυτό»
20/05/2017 § Σχολιάστε
Σταύρος Kουγιουμτζής (1932–2005)
Ρόζα
Λίγο πιο κάτω από μας έμενε η Pόζα με τη μητέρα της. Mια νέα ώς δεκαοχτώ χρονώ. Ήταν μελαχρινή με μαύρα μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω. Eίχε και μια χωρίστρα στη μέση.
Ένα απόγευμα, καθώς έπαιζα με τ’ άλλα παιδιά, με πλησίασε, μου χάιδεψε τα μαλλιά, με φίλησε στο μάγουλο και μου είπε: «Θά ’ρθεις να πάμε μια βόλτα;». Eγώ πέταξα από τη χαρά μου. Tην έπιασα από το χέρι και, καθώς προχωρούσαμε, άρχισα να της μιλώ για διάφορα πράγματα. Για τα παιχνίδια μου, για το ποδηλατάκι μου, πως έχω μεγαλώσει και του χρόνου, που θα μπω στα επτά, θα πάω σχολείο.
H Pόζα μ’ άκουγε αφηρημένη. Mπορεί και να μη με άκουγε. Όμως, μ’ αυτά και μ’ αυτά, βγήκαμε έξω από το συνοικισμό, προς τα χωράφια. Eκεί τη Pόζα την έπιασε μια ανησυχία. Kάτι σαν απογοήτευση. Για μια στιγμή που θέλησα να πω πάλι κάτι, με σταμάτησε νευριασμένη. «Mα πάψε πια, επιτέλους». Ύστερα απ’ αυτό έμεινα αμίλητος. H Pόζα κοίταζε διαρκώς το ρολόι της. H ώρα περνούσε και στο πρόσωπό της διαγράφονταν μια πίκρα.
Γυρίσαμε πίσω και σε λίγο με φώναξε η μητέρα μου. «Έλα μέσα, νύχτωσε, φτάνει πια το παιχνίδι».
Πέρασαν μερικές μέρες χωρίς να δω τη Pόζα.
Θυμάμαι πως δεν είχα και πολλή όρεξη για τα παιχνίδια και προσπαθούσα να καταλάβω αυτά που έγιναν εκείνο το βράδυ. Ώσπου, ένα σούρουπο, πάλι χάδια, πάλι φιλιά και «θα ’ρθείς να πάμε βόλτα;». Mεμιάς χάθηκε η πίκρα μου και την έπιασα από το χέρι.
Mε τη Pόζα ένιωθα μια ευχαρίστηση, όταν την έβλεπα. Mια ευχαρίστηση διαφορετική απ’ αυτήν που ένιωθα με τα παιχνίδια, που όμως δεν μπορούσα να την προσδιορίσω.
Σε λίγο ήμασταν πάλι έξω από το συνοικισμό, όπως και την πρώτη φορά. Όμως αυτή τη φορά μάς περίμενε κάποιος. Ένας στρατιώτης. Tο πρόσωπο της Pόζας έλαμψε, και σε λίγο: «Σταυράκη, πας να παίξεις πιο κάτω;». Άρχισα ν’ απομακρύνομαι με μισά βήματα, νιώθοντας ένα βαθύ πόνο.
Ήταν φανερό πως δε με ήθελαν κοντά τους. H ώρα περνούσε κι εγώ έκανα πως παίζω. Ώσπου οι σκιές (είχε πια νυχτώσει) χώρισαν.
H Pόζα ήρθε κατά μένα κι ο στρατιώτης τράβηξε κατά τις φυλακές του Γεντί-Kουλέ.
Στο γυρισμό, μου είπε, σφίγγοντάς μου τρυφερά το χέρι. «Δε θα πεις τίποτα γι’ αυτή τη συνάντηση, ε;».
Nαι, της είπα, και κράτησα το λόγο μου.
Όταν αργότερα ήρθαν οι Γερμανοί, είδα τη Pόζα μ’ ένα άστρο στο πέτο. Pώτησα τη μητέρα μου και κείνη μου είπε: «Eπειδή είναι Eβραία, γι’ αυτό».
Ένα πρωί ήρθαν κάτι πεταλάδες Γερμανοί με μια μοτοσικλέτα με καλάθι κι από πίσω ένα φορτηγό με πέντ-έξι οπλισμένους. Στη γειτονιά μας δεν είχαμε πολλούς Eβραίους. Όλο κι όλο καμιά δεκαριά. Tους πήραν όλους. Mαζί και τη Pόζα.
Ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα. Ήμουν δέκα χρονώ κι ήταν εικοσιδύο.
[Σταύρος Kουγιουμτζής, Aνοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια, Eκδόσεις Eντευκτηρίου, 1998]
[ποτέ ό,τι είναι έξω από το μέτρο Tης·
16/05/2017 § Σχολιάστε
William Shakespeare
(απόσπασμα από) Amlet, μετάφραση Γιώργου Χειμωνά

Να αρθρώνετε καθαρά παρακαλώ, όπως είπα εγώ τα λόγια μου και σας έδειξα πως ν’ ακουμπούν μόλις στην γλώσσα σας οι λέξεις. Όμως αν το στόμα σας έμαθε μόνο να μασάει και όχι να μιλά όπως στους περισσότερους ανθρώπους και σε πολλούς από τους ηθοποιούς μας, καλύτερα τα λόγια να τα πει ο διορισμένος κράχτης. Ούτε να πριονίζετε τον αέρα με τα χέρια σας. Σε όλα να έχετε ένα κράτημα. Να κρατιέστε γερά στον χείμαρρο, την τρικυμία, τον χαλασμό – αν έτσι νιώθετε -του πάθους σας. Να δίνετε σε όλα αυτά μια απαλότητα. Το πάθος βγαίνει πιο δυνατό άμα το αδυνατίζεις. Μου πιάνεται η ψυχή να ακούω έναν τριχωτό ρωμαλέο τύπο περιχυμένο πούδρες να κατασπαράζει ένα πάθος. Να το δαγκώνει με λύσσα. Να ξεκουφαίνει τους εξώστες όπου ποτέ δεν φτάνει κανένα νόημα, μονάχα οι πόζες κι η βουή. Μου έρχεται να μαστιγώσω όλους αυτούς που μ’ έναν γελοίο οίστρο υπερπαίζουν και κάνουν τον Ηρώδη πιο Ηρώδη. Παρακαλώ αυτά να λείψουν.
Ούτε να πάτε στο άλλο άκρο και να παίζετε τάχα λιτά. Αδιάκοπα ελέγχετε το παίξιμό σας. Να βρίσκετε πάντα το φυσικό δέσιμο της δράσης με τον λόγο. Κυρίως αυτό, μην απομακρύνεσθε από τους απλούς τρόπους της φύσης. Η Τέχνη δεν ανέχθηκε ποτέ ό,τι είναι έξω από το μέτρο της και πάντα το θέατρο σήκωνε ψηλά έναν καθρέφτη για να κοιτάζει η Φύση. Αντανακλά την Αρετή και όχι τον ενάρετο, το πέσιμο, όχι τον πεσμένο. Εκεί αναγνωρίζει ο καιρός την πραγματική ηλικία του και εμπιστεύεται το είδωλο της μορφής του. Το πάρα πολύ ή το πολύ λίγο θα κάνει ίσως τους αδιάφορους να γελάσουν, οι δίκαιοι όμως θα λυπηθούν. Αυτήν την Δικαιοσύνη για την Τέχνη να επιζητάτε. Ας είναι κι από έναν. Τους άλλους, όλους αφήστε τους – κι ας είναι οι πιο πολλοί.
[…] Ο Άμλετ […] μπορεί να είναι ένα έργο πολιτικό ή φιλοσοφικό ή ποιητικό ή όλα μαζί ή τίποτε από αυτά, πλήρες ή ατελές, συγκλονιστικό ή αποτυχημένο -όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε, όπως και να τον μεταχειρισθούμε, να αμελήσουμε αυτή την ταραγμένη όσο και έντονα αισθητή σχέση του με το απόλυτο […]. Το κεντρικό, θαρρώ, ερώτημα του Άμλετ «να ζεις ή να μη ζεις», που συμπυκνώνει (και θα έλεγα ακυρώνει, αναβάλλει) όλη του την αγωνία, υποκρύπτει ένα άλλο πιο θεμελιώδες, πολύ πιο αγωνιώδες -θα το ώριζα πρακτικό- ερώτημα: πώς να ζεις. Ο Άμλετ δεν έχει, δεν θα βρει ποτέ, τρόπο να ζήσει, από την έναρξη ως τη λήξη του δράματος, γιατί «καμμιά χρήση του κόσμου δεν είναι καλή». […] (Γ. Χειμωνάς, από τον πρόλογο της έκδοσης)
[μ’ ένα χαμόγελο που μέσα του γκρεμίζονταν ο κόσμος·
15/05/2017 § Σχολιάστε
Μιχάλης Κατσαρός (περ. 1921 – 1998)

1
Πολλοί μιλούν. Μην τους αφίσεις έτσι
στα δυο ποτάμια μόνους τους –
δεν ξέρουν τι κάνουν.
Φρόντισε και γι’ αυτούς παρακαλώ
που σε κυττάζουν έκπληκτοι
φρόντισε πια να καταλάβουν
πόσο υπόφερες όλες τις νύχτες
πριν και μετά από την εκστρατεία
2
Καθώς θα κατεβαίνεις στο διάδρομο
πρόσεξε αυτή την πόρτα
είναι η τρίτη δεξιά.
Καθώς όμως γυρίζεις μην κυττάξεις
όχι να μην κυττάξεις πίσω
ούτε την πόρτα ούτε το διάδρομο
ούτε και στον καθρέπτη
3
Πως μπόρεσες – πως μπόρεσες
να φτάσεις μέχρι τη στιγμή
και να σταθείς εκεί στην ηρεμία
και να σταθείς μ’ ένα χαμόγελο
που μέσα του γκρεμίζονταν ο κόσμος.
[από Στάχτες 01.02.2015]

