[κάτι παλιές φωτογραφίες…

10/05/2017 § Σχολιάστε

Ανέστης Ευαγγέλου (Θεσσαλονίκη, 1937-1994)

Καμιά φορά τα βράδια, όταν ησυχάζουν οι θόρυβοι κι οι δικοί μου κοιμούνται στα διπλανά δωμάτια, δεν ξέρω τι με σπρώχνει να σκαλίζω παλιές φωτογραφίες και προπαντός να στέκω στις δικές σας. Είναι βέβαια και οι άλλοι, αγαπημένοι κι αυτοί καθώς εσείς, δεν λέω όμως, να, πως να το πω, υπάρχει ο τρόπος, δεν χρειάζονται γι’ αυτούς φωτογραφίες. Μπορώ να τους ξυπνήσω, καθώς χαμογελούν αχνά μέσα στον ύπνο τους, και να τους αγκαλιάσω σφιχτά για να βεβαιωθώ· μπορώ να τους μιλήσω, ν’ ακούσω τη φωνή τους, να μυρίσω την ιδιαίτερη μυρωδιά που αναδίνει το σώμα τους και έχει ποτίσει όλα τους τα ρούχα. Όμως με σας; Που τέτοιες δυνατότητες. Σήμερα, βέβαια υπάρχουν τα μέσα, για τη φωνή τουλάχιστον. Παίρνεις ένα μαγνητόφωνο κι εγγράφεις τη φωνή, και την έχεις πρόχειρη όταν τη χρειαστείς. Την εποχή εκείνη, ωστόσο, πού να βρεθεί τέτοιο πράμα – μόλις που είχαν αρχίσει να εισάγονται τα διαβολικά αυτά μηχανήματα απ’ το εξωτερικό, και ήταν πανάκριβα.

[Ανέστης Ευαγγέλου, Το ξενοδοχείο και το σπίτι, Νεφέλη, 1985]

[περιπέτειες μικρών επιθυμιών·

09/05/2017 § Σχολιάστε

Νανά Ησαΐα (1934-2003)

Γράφω και πάλι προσπαθώντας να βρεθώ σ’ έναν κάποιο χώρο έκφρασης. Οι διασπαστικές μέρες και ώρες συνεχίζονται. Σαν κάποιος ολόκληρος τρόπος ζωής να έχει χαθεί. Όλες οι τελευταίες εμπειρίες μου είναι αυτές, ακριβώς, ως προς τις οποίες τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί στον κόσμο. Μια δυσκολία γραφής ακόμα κι εδώ. Το μυαλό μου δεν μπορεί να διατυπώσει τ’ απλούστερα των πραγμάτων. Και μέσα στις σκόρπιες μου σκέψεις και πράξεις, μοιραία, κάτι μέσα μου λέει πως κάθε είδους όνειρο έχει πια χαθεί και πια δεν μένει παρά ν’ ακολουθήσει μια μορφή ζωής που μόνο εκμεταλλεύεται ό,τι το όποιο όνειρο κάποτε είχε υποδείξει. Μοιραία ρωτάει κανείς: είναι αυτή μια μεταβατική εποχή ή μια εποχή που θα κρατήσει για πάντα; Θα χάσει κάθε αίσθηση περιπέτειας ή ζωή; Και θα χάσει εκείνη τη μεγάλη στιγμή, που συμβαίνει όταν δεν την περιμένει κανείς, δηλώνοντας μιαν άλλη αίσθηση της ζωής μας; Είναι σχεδόν σαν τα στοιχεία που τη συνθέτουν – η συγκίνηση, η διαύγεια, η διάθεση της θεατρικής σκηνής και του ρόλου, οι περιπέτειες των μικρών επιθυμιών – να έχουν εξαλειφθεί. Και μένει τι; Κάτι το πολύ ήρεμο στο παρόν που, ωστόσο, τρέμει στο μέλλον. (29 Οκτωβρίου 1981)

[Νανά Ησαΐα, Άλλη, Ωκεανίδα/Θεωρία, 1983]

[Γιατί, Γιώργο μου, γιατί;

07/05/2017 § Σχολιάστε

Ο Ερρίκος Μπελιές (1950-2016) καυτηριάζει

Διεθνείς Έλληνες ποιητές

Φαίνεται ότι ορισμένοι ποιητές τό ‘καναν μόδα τώρα τελευταία να μπουκώνουν τα βιβλία τους με στίχους ξενόγλωσσους, προκειμένου να δείξουν την ευρυμάθειά τους. Ας δούμε ένα παράδειγμα:

Αγάπη

Την πήρα από το χέρι και τραβήξαμε
κατά το μονοπάτι με τις μαργαρίτες
«among the daisies» που λέει ο Gotwith
της είπα «Σ’αγαπώ πολύ» και
κείνη «Μα κι εγώ το ίδιο»
γιατί «les mêmes, toujours les mêmes»
το είπες πριν από μένα Jacques Quibrin
όλοι οι ποιητές τα ίδια λένε
όταν πρόκειται γι’ αγάπη, love ή amour.

Ναι, μέσα σ’όλη την πνευματική ανασουρδουμπουλιά μας μάθαμε και να σκεφτόμαστε πολύγλωσσα, να ορίζουμε ότι το ποιητικό μας πάθος είναι παγκοσμίου βεληνεκούς και δεν μας αρκεί τώρα πια η απόδοση της ιδέας μας στη δική μας γλώσσα.

Δύο φαίνεται να είναι τα αίτια: ή η γλώσσα μας φτώχυνε τόσο που δεν εκφράζει την ιδέα του δημιουργού, ή -και το πιθανότερο- ο δημιουργός θέλει με κάθε τρόπο να επιδείξει την -όποια- ευρυμάθειά του.

Και αυτό το δεύτερο μου θυμίζει το ευτράπελο που μου διηγήθηκε ο φίλος ποιητής Γιάννης Γκούμας: Πριν από χρόνια, στην Αστόρια της νέας Υόρκης, μια πλενοπιατού θρηνούσε το ξόδι του άντρα της και γύρω Έλληνες -της πολυθρύλητης «διασποράς»- αλλά και γείτονες Αμερικάνοι που είχαν σπεύσει να τη συντρέξουν. Η οιμωγή της χήρας: «Γιώργο μου, γιατί, γιατί να πεθάνεις; Γιατί, Γιώργο μου, γιατί; And for those who don’t understand Greek: Why, my George, why?».

[Ερρίκος Μπελιές, περιοδικό «λέξη» τ.57, Σεπτέμβρης 1986]

[κ’ ύστερα φύγαμε άπραχτοι προς άλλο αραξοβόλι·

01/05/2017 § Σχολιάστε

Κωστής Παλαμάς (1859 – 1943)


Νύχτα θα ξεκινούσαμε, θ’ αφήναμε την πόλη,
—-στο λόφο θ’ ανεβαίναμε, από τη θάλασσα όλη,
—-στη δόξα του όλη όλο τον ήλιο ολόχυτο να ιδούμε·
—-των πρωτοπλάστων πρόσμενε η χαρά να τη χαρούμε.
Μα ο ύπνος μάς εγέλασε, και αργήσαμε στην πόλη,
—-κ’ ύστερα φύγαμε άπραχτοι προς άλλο αραξοβόλι.
—-Όλα τού ήλιου τα όνειρα, σας ωνειρεύτηκα· όμως
—-όπου ξυπνήσω, ανήλιαγος πάντα στη νύχτα ο δρόμος.

Η ασάλευτη ζωή, 1904

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.