[για να χάσει στο τέλος, όλες τις αυταπάτες·

17/04/2017 § Σχολιάστε

Ανέστης Ευαγγέλου (1937-1994)

Ωδή σε μια γερασμένη μέδουσα

Στα βρώμικα νερά του λιμανιού
μια μέδουσα επιζεί
————————Αγκομαχώντας,
με το δυσκίνητο και πλαδαρό κορμί της,
που έχασε το γαλάζιο του και γέμισε
φριχτά σημάδια του αναπόφευκτου,
βούλες του γένους της καταραμένες,
κινείται αργά μέσ’ από τα κόπρανα
μέσ’ από προφυλαχτικά και πετρελαιοκηλίδες.

Εδώ γεννήθηκε, εδώ μεγάλωσε, εδώ έκανε
τα μαγικά ταξίδια της νεότητας
στα πέρατα του κόσμου: στον κυματοθραύστη.
Εδώ ερωτεύθηκε κι ανάστησε με τον καιρό
παιδιά κι εγγόνια για να χάσει στο τέλος,
όλες τις αυταπάτες της, μία μία,
για θάλασσες τάχα πιο καθαρές που κάπου
– δεν μπορεί – πρέπει να υπάρχουν.

Κάθε πρωί τη βλέπω δακρυσμένος,
την προσκυνώ
και τη χαϊδεύω με το βλέμμα.
Είναι γριά, είναι άσχημη και μόνη πια
μέσα στο πλαδαρό κορμί της· όμως επιμένει.
Μές στον μεγάλο υπόνομο του κόσμου
συντηρεί το είδος.

[Σχετικά με το ποιος είμαι, όσα είπα αρκούν·

15/04/2017 § Σχολιάστε

Czesław Miłosz (1911 Λιθουανία – 2004 Πολωνία)

Ελληνικό πορτρέτο

Τα γένια μου πυκνά, τα βλέφαρά μου σχεδόν καλύπτουν
Τα μάτια, όπως συμβαίνει με όσους γνωρίζουν την αξία
Των ορατών πραγμάτων. Μένω σιωπηλός καθώς αρμόζει
Σε άνθρωπο που έμαθε ότι η ανθρώπινη καρδιά
Περιέχει περισσότερα απ’ όσα οι λέξεις. Άφησα πίσω
Τον γενέθλιο τόπο μου, το σπίτι, τη θέση στο Δημόσιο.
Όχι ότι αποζητούσα το κέρδος ή την περιπέτεια.
Δεν μου είναι ξένο το κατάστρωμα ενός πλοίου.
Το κοινό μου πρόσωπο, πρόσωπο φοροεισπράκτορα,
Εμπόρου ή στρατιώτη, δεν ξεχωρίζει το πλήθος.
Ούτε αρνούμαι να αποδώσω τον οφειλόμενο σεβασμό
Στους τοπικούς θεούς. Και τρώω ό,τι τρώνε οι άλλοι.
Σχετικά με το ποιος είμαι, όσα είπα αρκούν.

*
[μετάφραση: ©Χάρης Βλαβιανός, Athens Review of Books, τ.17, Απρίλιος 2011]

[σ’ ένα παγκάκι αθάνατοι·

14/04/2017 § Σχολιάστε

Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)
«θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει»

Εσπερινός της Αγάπης

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

.

[Από τη συλλογή “Άνθρωπος μόνος” -εκδ. Κέδρος 2009]

Από τις Στάχτες 10 Απριλίου, 2015

[ απαθής χειροκροτούσε·

13/04/2017 § Σχολιάστε

Ορέστης Λάσκος (1907-1992)
Αφιερωμένο στη Μεγάλη Παράσταση των ημερών

Η Παράσταση

Mυστηριωδώς, με γράμματα πελώρια, και μοιραίως,
τοιχοκολήθηκαν παντού στην πολιτεία αφίς.
Στη μέση γράφανε «ZΩH» και κάτωθεν αυτής:
«Έργο σουρεαλιστικόν … αγνώστου συγγραφέως».

Kαι στο μεγάλο Θέατρο πούχ’ εντελώς γεμίσει
μπρός σε θεατές που αυλάκωναν της αγωνίας τα τικ,
άρχισεν η Παράστασις η τόσον εξαντρίκ,
που θάταν προτιμότερον ποτές να μή ‘χε αρχίσει.

Γιατί αν κι’ οι πρωταγωνιστές παίζαν με μπρίο στ’ αλήθεια,
και το μπουλούκι δίπλα τους παράστεκε καλό,
όμως το έργον ήτανε τόσο φριχτά σαχλό
που ασυναισθήτως ένοιωθες μιαν αηδία στα στήθεια.

Στην πρώτη πράξη, ένα αμυδρό γέλιο -αν δεν αμφιβάλλω-
στις άλλες ένα βογγητό σπαραχτικά γοερό,
και στην στερνήν ένα χλωμό σκοτάδι ζοφερό,
κι’ ύστερ’ απότομα μια μαύρη αυλαία, και τίποτ’ άλλο.

Kι’ έτσι ο καθείς σφυρίζοντας και βρίζοντας, πετούσε
τα μαξιλάρια στη σκηνή φριχτός καταστροφεύς.
Kαι μόνος, σ’ ένα σκοτεινό θεωρείον, ο Συγγραφεύς
καπνίζοντας το πούρο του απαθής … χειροκροτούσε.

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.