[μυρουδιά καμένου ξύλου στο κορμί·

27/03/2017 § Σχολιάστε

Γιατί μου παρασταίνετε τον ήλιο, ποιον ήλιο παρασταίνετε σ’ αυτήν εδώ την πίσσα;

Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί τριγύρω και κάποιος πολύ θυμωμένος εφώναξε όλα μπορεί να συμβούν όταν η γλώσσα σας δεν έχει φράχτες. Τι φράχτες θές να πείς; τον ρώτησα. Δεν ξέρω. Φράχτες! Φράχτες!

Λίγον καιρό μετά από τη γραφή, το ποίημα που είχε φτιάξει για τη θάλασσα, ήταν γεμάτο βρώμικα νερά και πεθαμένα ψάρια.

Το μάτι αυτουνού του αγνώστου με κοιτάζει, με παραμονεύει ακοίμητο. Και δεν μπορώ να γράψω τίποτα, να διαβάσω τίποτα. Το μάτι του μπαίνει μέσα στο δικό μου το μάτι κι ανάβει το φακό του, ψάχνει, κατεβαίνει τις σκάλες ψάχνει μέσα στο σκοτάδι, σκαλίζει, ψάχνει.

Βρισκόμαστε στο χώρο της σιωπής. Είτε μιλήσεις, είτε όχι, ούτε θ’ αποκαλύψει ούτε θα προσθέσεις τίποτα σε τούτη την επίγεια κόλαση. Καλύτερα λοιπόν να μην μιλήσεις. Και τι θα πεις εσύ ο νεκρός, με τόσα χώματα στη γλώσσα;

Μια νύχτα χωρίς επίδοξους πράκτορες, χωρίς φλεγόμενα πουλιά, χωρίς αστυνομία. Παντού περίπτερα ανοιχτά μ’ εφημερίδες – παραρτήματα. Ο αέρας έχει σταματήσει απότομα κι έτσι μπορείς να πας έναν περίπατο. Ύστερα να γυρίσεις σπίτι σου, ν’ ανοίξεις το παράθυρο, να γράψεις τώρα κάπου 500 ποιήματα. Και το πρωί άλλα τόσα.

Χρόνια πολλά ήτανε στον πόλεμο, σε κάθε πόλεμο. Κι έτυχε τότε και κοιμήθηκε σε κάτι σπίτια που ήταν ακατοίκητα και που του αφήκανε μια μυρουδιά καμένου ξύλου στο κορμί, μια μυρουδιά – πως να το πω – καμένου θανάτου.

Μα τι θα πει καμένος θάνατος, δε σε καταλαβαίνω. Σταμάτα πια τη μεταφυσική. Βαρέθηκα.

[Τάκης Σινόπουλος,  Ο χάρτης, εκδόσεις Κέδρος -Αθήνα 1977]

Στάχτες, από το αρχείο Μαρτίου 2015

[Αρχές απόλυτες, άρα ψεύτικες·

24/03/2017 § Σχολιάστε

Μικρό μάθημα ορθολογικής αξιοπρέπειας
από τον Fernando Pessoa

Πώς να παραμείνω σοβαρός μπροστά σ’ αυτό το επιχείρημα που βρίσκεται στη βάση του έργου του Λεοπάρντι: «Είμαι ντροπαλός με τις γυναίκες, άρα δεν υπάρχει Θεός»; Πώς να μην απορρίψω το συμπέρασμα του Αντέρο: «Πονάω που δεν υπάρχει γυναίκα ικανή να μ’ αγαπήσει, άρα ο πόνος είναι πανανθρώπινος»; Είναι δυνατόν να δεχτώ χωρίς κάποια ακούσια περιφρόνηση τη στάση του Βινιύ: «Δεν αγαπιέμαι όπως θα ήθελα, άρα η γυναίκα είναι ένα πλάσμα ευτελές, πρόστυχο και ποταπό, σε αντίθεση με την ευγένεια και την καλοσύνη του άντρα;» Αρχές απόλυτες, άρα ψεύτικες· γελοίες, άρα αντιαισθητικές. Εξάλλου, σπάνια θα βρει κανείς ένα έργο που να προκαλεί το γέλιο στο κοινό εφόσον διαθέτει απόλυτη αυτοπεποίθηση και αξιοπρέπεια. Είτε διαθέτει μια ποιότητα που επιβάλλεται στις μάζες, ακόμα κι αν δεν την καταλαβαίνουν, είναι ένα χάρισμα που τους διαφεύγει, κι έτσι αυτές οι ίδιες μάζες δεν λοιδορούν, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν βλέπουν. Ο λαός δεν λοιδορεί την Κριτική του Καθαρού Λόγου[*].

Η αξιοπρέπεια της νοημοσύνης συνίσταται στην αναγνώριση ότι η τελευταία είναι περιορισμένη, και ότι το σύμπαν βρίσκεται έξω από αυτήν. Πρέπει να παραδεχτούμε, είτε το θέλουμε είτε όχι, ότι οι φυσικοί νόμοι δεν υποκύπτουν στις επιθυμίες μας, ότι ο κόσμος υπάρχει ανεξάρτητα από τη δική μας βούληση, ότι η δυστυχία μας δεν αποδεικνύει τίποτα σχετικά με την ηθική κατάσταση των ουράνιων σωμάτων, ή απλώς των ανθρώπων που περνούν κάτω από τα παράθυρά μας: ιδού η αληθινή χρήση της λογικής και η ορθολογική αξιοπρέπεια της ψυχής.
__________
[*]Έργο του Γερμανού φιλόσοφου Immanuel Kant.

[Fernando Pessoa, Η αγωγή του Στωϊκού, μετάφραση: Βασίλης Πουλάκος, εκδόσεις Ροές, 2006]

[αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά·

21/03/2017 § Σχολιάστε

Καίσαρ Εμμανουήλ (1902-1970)

Το Γαλάζιο Kιόσκι

Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.

Γύρω απ’ αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ ωριμασμένους ήλιους.

Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
που επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
θρυμματισμένη απ’ τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ’ την αιφνίδια
μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.

*

[από τα Ποιήματα, Eρμής 2001 –Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού]

[A City’s Death By Fire·

20/03/2017 § Σχολιάστε

Obituary: Nobel prize winner 1992, the poet Derek Walcott
(23 January 1930 – 17 March 2017)

After that hot gospeller has levelled all but the churched sky,
I wrote the tale by tallow of a city’s death by fire;
Under a candle’s eye, that smoked in tears, I
Wanted to tell, in more than wax, of faiths that were snapped like wire.
All day I walked abroad among the rubbled tales,
Shocked at each wall that stood on the street like a liar;
Loud was the bird-rocked sky, and all the clouds were bales
Torn open by looting, and white, in spite of the fire.
By the smoking sea, where Christ walked, I asked, why
Should a man wax tears, when his wooden world fails?
In town, leaves were paper, but the hills were a flock of faiths;
To a boy who walked all day, each leaf was a green breath
Rebuilding a love I thought was dead as nails,
Blessing the death and the baptism by fire.

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.