[φωνάζανε οι γρύλοι·

01/06/2025 § Σχολιάστε

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990)

Ιούνιος μήνας

Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι
ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.

Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
Ένα πουλί ξύπνησε.
Το ποτάμι κυλούσε.

Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση
σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του
κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους
όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του.

[αίσθημα αιφνίδιας ανάτασης ·

31/05/2025 § Σχολιάστε

Ezra Pound, Ἀπὸ τὶς διακηρύξεις τοῦ Εἰκονισμοῦ κ.α
“Εικονα” έιναι ο,τι παρουσιάζει τὸ πνευματικὸ καὶ συναισθηματικὸ σύμπλεγμα μιᾶς χρονικῆς στιγμῆς.
Χρησιμοποιῶ τὸν ὄρο “σύμπλεγμα” περισσότερο μὲ τὴν τεχνικὴ ἔννοια ποὺ τοῦ ἔδωσαν νεότεροι ψυχολόγοι, ὅπως ὁ Χάρτ, μολονότι ἴσως δὲν συμφωνῶ ἀπολύτως μαζί τους.
Εἶναι ἡ ἀκαριαία παρουσίαση ἑνὸς τέτοιου “συμπλέγματος” ποὺ παρέχει τὸ αἴσθημα τῆς αἰφνίδιας ἀπελευθέρωσης· ἐκεῖνο τὸ αἴσθημα ἐλευθερίας ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου· ἐκεῖνο τὸ αἴσθημα τῆς αἰφνίδιας ἀνάτασης, ποὺ βιώνουμε ἐμπρὸς στὰ κορυφαῖα ἔργα τῆς τέχνης.
Εἶναι προτιμότερο νὰ δημιουργήσει κανεὶς μιὰ Εἰκόνα σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ παρὰ νὰ γράψει ὀγκώδη ἔργα.
Ὅλ’ αὐτά, πάντως, ἴσως μερικοὶ τὰ θεωρήσουν συζητήσιμα. Ἐπείγουσα ἀνάγκη εἶναι νὰ φτιάξουμε ΕΝΑΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΑΠΟ ΜΗ γιὰ ὅσους ξεκινοῦν νὰ γράφουν στίχους. Δὲν μπορῶ νὰ τὰ στριμώξω ὅλ’ αὐτὰ σ’ ἕναν μωσαϊκὸ δεκάλογο. Γιὰ ἀρχή, ἂς ἀναλογιστοῦμε τὶς τρεῖς προϋποθέσεις (τὰ αἰτήματα τῆς ἄμεσης μεταχείρισης, τῆς λεκτικῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ἀκολούθησης τῆς μουσικῆς φράσης) ὄχι ὡς δόγμα –ποτὲ μὴν ἐκλαμβάνεις κάτι ὡς δόγμα– ἀλλὰ ὡς τὸ πόρισμα ἑνὸς μακροῦ στοχασμοῦ, ποὺ κι ἂν ἀκόμη εἶναι στοχασμὸς κάποιου ἄλλου, εἶναι ἐνδεχομένως ἀξιοπρόσεκτος.
Μὴ δίνεις σημασία στὴν κριτικὴ ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἔχουν γράψει ποτὲ οἱ ἴδιοι κάτι ἀξιόλογο. Συλλογίσου τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸ ἀληθινὸ ἔργο τῶν Ἑλλήνων λυρικῶν καὶ δραματουργῶν καὶ στὶς θεωρίες ποὺ σκαρφίστηκαν οἱ Ἑλληνολατίνοι γραμματικοὶ γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴ μετρική τους.
A Few Don’ts by an Imagiste, 1913
***

Ἄλμπα
Δροσερὴ σὰν τὰ ὠχρὰ φύλλα
τῆς καμπανούλας
Κεῖται πλάϊ μου τὸ σούρουπο.

*

Τσ’άι Τσὶ’
Τὰ πέταλα πέφτουν στὸ σιντριβάνι,
πορτοκαλόχρωμα φύλλα τριανταφυλλιᾶς,
Ἡ ὤχρα τους γαντζώνεται στὴν πέτρα.

*

Τὸ παράπονο τῆς πολύχρυσης σκάλας
Τὰ πολύχρυσα σκαλοπάτια ἄσπρισαν ἤδη ἀπ’ τὴν πάχνη,
Εἶναι τόσο ἀργὰ ποὺ ἡ πάχνη μουσκεύει τὶς τούλινες κάλτσες
μου,
Καὶ κατεβάζω τὴν κρυστάλλινη κουρτίνα
Καὶ ἀτενίζω τὸ φεγγάρι μέσα ἀπὸ τὸ διαυγὲς φθινόπωρο.

***
Μετάφραση: Ράνια Καραχάλιου

©Από «Τα Τετράδια του Ελπήνορα, Τεύχος 1, Χειμώνας 2009-10» – Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος –Σπουδαστήριο Ελληνικής Ποίησης. 

[με το βάσανο μιας μόνο γραμμής ·

29/05/2025 § Σχολιάστε

Γιάννης Γκούμας (1940-2022)

Σε ρε μπεμόλ

Πολύ πριν μάθει την αλφάβητο
προσάρμοσε δάκρυα και στα επτά φωνήεντα
και με στεφάνια μηδενικών ζωής
έτρωγε τον ήλιο στα δέκα νύχια του.
Το πρόσωπό του δεν γνώριζε άλλα πρόσωπα,
μόνο το αντισηπτικό χείλος της ευτυχίας·
τη φροντίδα που εκφυλίζεται σε λέξεις.
Σε λίγο δεν είχε από που να κατέβει
και που να ανέβει.
Υπήρχε αυτή η πλευρά και η άλλη,
κι αυτός με το βάσανο μιας μόνο γραμμής.
Σκεπτόταν πάντα έτσι όπως κανείς δεν ακούει.
Οποτεδήποτε απολάμβανε αυτό που ήθελε,
και όπου μπορούσε,
ήταν δακτυλοδεικτούμενος σαν να τον πυροβολούσαν
ή ένας αποκαλυπτικός αστερίσκος τον έσερνε
σε υποσημειώσεις ενοχής.

Επειδή γνώριζε τον εαυτό του από όσα έλεγε ο κόσμος,
είχε την ανάγκη να μεταμορφωθεί σε κάποιον άλλον·
να έχει περιθώρια επιλογής για το τι μπορούσε να
κάνει·
ν’ απαντήσει σ’ ερωτήσεις «τι κάνετε;»
και ν’ ανταποδώσει ρωτώντας «πως είστε;»

Όταν έφτασε η μεγαλύτερη μέρα της ζωής του,
δεν ήξερε τι να κάνει
–δεν είχε ιδέα που τελειώνει το σώμα
και που αρχίζει η θαλπωρή –
αν η ψυχή ήθελε αγάπη
ή το σώμα ένα άλλο σώμα
για να επανακτήσει όλη του την έκσταση.
(Ακόμα δεν ξέρει
αν με το να κολλάει σαν αφρός
στην επιφάνεια της μνήμης
μπορεί να τα καταφέρει διαρκώς
χωρίς βοήθεια κανενός.)

Και η αυγή στάγδην μεταμορφώθηκε σε σκοτάδι
και η εξώπορτα, μετά από τόση αναμονή,
δεν ήταν πλέον από ξύλο.
Και το σήμερα έχει γίνει μακρινό παρελθόν,
γι’ αυτό και το πρόσωπό του δεν συγχρονίζεται
με τις ματιές σας.
goumas-antho-poiein***
[Γιάννης Γκούμας, Ανθολογία 1985-2012, εκδόσεις Ποιείν

Στάχτες: Αρχείο 14/08/2012 >>>

 

[η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή ·

27/05/2025 § Σχολιάστε

Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.

ΠΙΝΔΑΡΟΣ

A.

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ’ αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος· ένας απλός παλμός.

Β.
Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό·
λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια…
Ω μην ταράξεις… πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό

ξεκίνημά της… τ’ άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί…
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ʼσουν εσύ που θα ʼφερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν’ ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ’ ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδι αυλού…

Η νύχτα να ʼταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

Γ.

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη·
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ’ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

»Με του ματιού τ’ αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ’ αστέρια.

»Την ακοή μου ως να ʼσμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου…»

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ’ ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ’ αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

…Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς…

Δ.

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ’ ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές…

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μία ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

.

Ε.
Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ʼναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ’ ανοιχτά

τριαντάφυλλα… Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας… Ο κόσμος είναι απλός.

Στροφή, 1931

[Στάχτες-Αρχείο 27/07/2012

 

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.