[αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά·
21/03/2017 § Σχολιάστε
Καίσαρ Εμμανουήλ (1902-1970)

Το Γαλάζιο Kιόσκι
Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.
Γύρω απ’ αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ ωριμασμένους ήλιους.
Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
που επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.
Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.
Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
θρυμματισμένη απ’ τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ’ την αιφνίδια
μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.
*
[από τα Ποιήματα, Eρμής 2001 –Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού]
[A City’s Death By Fire·
20/03/2017 § Σχολιάστε
Obituary: Nobel prize winner 1992, the poet Derek Walcott
(23 January 1930 – 17 March 2017)

After that hot gospeller has levelled all but the churched sky,
I wrote the tale by tallow of a city’s death by fire;
Under a candle’s eye, that smoked in tears, I
Wanted to tell, in more than wax, of faiths that were snapped like wire.
All day I walked abroad among the rubbled tales,
Shocked at each wall that stood on the street like a liar;
Loud was the bird-rocked sky, and all the clouds were bales
Torn open by looting, and white, in spite of the fire.
By the smoking sea, where Christ walked, I asked, why
Should a man wax tears, when his wooden world fails?
In town, leaves were paper, but the hills were a flock of faiths;
To a boy who walked all day, each leaf was a green breath
Rebuilding a love I thought was dead as nails,
Blessing the death and the baptism by fire.
[το όμοιο ζώου βήμα των σκέψεών της·
19/03/2017 § Σχολιάστε
Robert Musil (1880-1942)

‘And now as tears subside
I find it all so amusing’
Frankie [*]
Ολόγυρα κοιμόντουσαν άνθρωποι ξένοι. Η Κλαουντίνε ένιωσε μιαν αιφνίδια, αφάνταστη κάψα, θα μπορούσε μάλιστα να ‘χε στριγκλίσει σιγανά – εκεί που στεκόταν, μόνη άγρυπνη μες στη νύχτα, ενώ ο ύπατος ίσκιος της τόσο περίεργης ακόμα και για την ίδια πράξη της τρύπωσε αθόρυβα κάτω από τους τέσσερεις τοίχους του εσωτερικού κόσμου της που ‘χε αρχίσει να ξαναλάμπει. Ξαφνικό σκέφτηκε: κι αν ερχόταν τώρα και δοκίμαζε να κάνει ό,τι πραγματικά ήθελε…
Πως είχε τρομάξει δεν το ‘ξερε. Σφαίρα καυτή κύλησε κάτι από πάνω της, έφυγε· για μερικά λεπτά δεν υπήρχε τίποτε άλλο έξω απ’ αυτόν τον παράδοξο πανικό, πίσω απ’ τον οποίο είχε στήσει καρτέρι ο στενός διάδρομος, ο σιωπηλός και ολόισιος σαν καμουτσιά. Ύστερα αποπειράθηκε να φανταστεί τον άντρα. Δεν το κατόρθωσε· απλώς ένιωσε το προσεχτικά προτεταμένο, το όμοιο ζώου βήμα των σκέψεών της.
[Ρόμπερτ Μούζιλ, Δεσμοί, σ.43 -μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής, εκδόσεις Νεφέλη 1986]
[*] From «My Way» Sung by Frank Sinatra. Lyrics by: Dupri, Jermaine/Seal, Manuel Lonnie/Raymond, Usher
[μύρισε Άνοιξη·
15/03/2017 § Σχολιάστε
Γεώργιος Σουρής (2 Φεβρουαρίου 1853 – 26 Αυγούστου 1919)

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά ‘χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που ‘χει
στο ‘να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.
Δυστυχία σου, Ελλάς, με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα, τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;
