Ode To The West Wind

15/09/2016 § Σχολιάστε

by Percy Bysshe Shelley

shelley15-9-16

(a part of) Portrait of Shelley, by Alfred Clint (1819)

I

O wild West Wind, thou breath of Autumn’s being,
Thou, from whose unseen presence the leaves dead
Are driven, like ghosts from an enchanter fleeing,

Yellow, and black, and pale, and hectic red,
Pestilence-stricken multitudes: O thou,
Who chariotest to their dark wintry bed

The winged seeds, where they lie cold and low,
Each like a corpse within its grave, until
Thine azure sister of the Spring shall blow

Her clarion o’er the dreaming earth, and fill
(Driving sweet buds like flocks to feed in air)
With living hues and odors plain and hill:

Wild Spirit, which art moving everywhere;
Destroyer and preserver; hear, oh, hear!

II

Thou on whose stream, ‘mid the steep sky’s commotion,
Loose clouds like earth’s decaying leaves are shed,
Shook from the tangled boughs of Heaven and Ocean,

Angels of rain and lightning: there are spread
On the blue surface of thine aery surge,
Like the bright hair uplifted from the head

Of some fierce Maenad, even from the dim verge
Of the horizon to the zenith’s height,
The locks of the approaching storm. Thou dirge

Of the dying year, to which this closing night
Will be the dome of a vast sepulchre,
Vaulted with all thy congregated might

Of vapors, from whose solid atmosphere
Black rain, and fire, and hail will burst: oh, hear!

III

Thou who didst waken from his summer dreams
The blue Mediterranean, where he lay,
Lulled by the coil of his crystalline streams,

Beside a pumice isle in Baiae’s bay,
And saw in sleep old palaces and towers
Quivering within the wave’s intenser day,

All overgrown with azure moss and flowers
So sweet, the sense faints picturing them! Thou
For whose path the Atlantic’s level powers

Cleave themselves into chasms, while far below
The sea-blooms and the oozy woods which wear
The sapless foliage of the ocean, know

Thy voice, and suddenly grow gray with fear,
And tremble and despoil themselves: oh, hear!

IV

If I were a dead leaf thou mightest bear;
If I were a swift cloud to fly with thee;
A wave to pant beneath thy power, and share

The impulse of thy strength, only less free
Than thou, O uncontrollable! If even
I were as in my boyhood, and could be

The comrade of thy wanderings over Heaven,
As then, when to outstrip thy skiey speed
Scarce seemed a vision; I would ne’er have striven

As thus with thee in prayer in my sore need.
Oh, lift me as a wave, a leaf, a cloud!
I fall upon the thorns of life! I bleed!

A heavy weight of hours has chained and bowed
One too like thee: tameless, and swift, and proud.

V

Make me thy lyre, even as the forest is:
What if my leaves are falling like its own!
The tumult of thy mighty harmonies

Will take from both a deep, autumnal tone,
Sweet though in sadness. Be thou, Spirit fierce,
My spirit! Be thou me, impetuous one!

Drive my dead thoughts over the universe
Like withered leaves to quicken a new birth!
And, by the incantation of this verse,

Scatter, as from an unextinguished hearth
Ashes and sparks, my words among mankind!
Be through my lips to unawakened earth

The trumpet of a prophecy! O Wind,
If Winter comes, can Spring be far behind?

Κοιτούσα όπως κοιμότανε, το γόνατό της να γωνιάζει το σεντόνι

24/08/2016 § Σχολιάστε

Γιάννης Ρίτσος

ritsos24.8.16

Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι

Είναι ορισμένοι στίχοι – κάποτε ολόκληρα ποιήματα –
που μήτε εγώ δεν ξέρω τι σημαίνουν.Αυτό πού δεν ξέρω
ακόμη με κρατάει. Κι εσύ έχεις δίκιο να ρωτάς.
Μα μη ρωτάς.
Δεν ξέρω σου λέω.
Δυο παράλληλα φυτά από το ίδιο κέντρο.Ο ήχος του νερού
πού πέφτει τον χειμώνα, απ΄ το ξεχειλισμένο λούκι
η ο ήχος μιας σταγόνας καθώς πέφτει
από ένα τριαντάφυλλο στον ποτισμένο κήπο
αργά – αργά ένα Ανοιξιάτικο απόβραδο
σαν τον λυγμό ενός πουλιού. Δεν ξέρω
τι σημαίνει αυτός ο ήχος –ωστόσο εγώ τον παραδέχομαι.
Τα άλλα πού ξέρω στα εξηγώ. Δεν τα αμελώ.
Όμως κι αυτά προσθέτουν στη ζωή μας. Κοιτούσα
όπως κοιμότανε, το γόνατό της να γωνιάζει το σεντόνι-
Δεν ήταν μόνο ο έρωτας. Αυτή η γωνία
είναι η κορυφογραμμή της τρυφερότητας, και το άρωμα
του σεντονιού, του λευκού και της άνοιξης, συμπλήρωναν
εκείνο το ανεξήγητο πού ζήτησα, άσκοπα και πάλι, να στο εξηγήσω.

*

Περί μίσους (που ουδέποτε ένιωσα)

08/08/2016 § Σχολιάστε

stapledon8.8.16
nTBBo7b8c
Μιλάς σάμπως το μίσος να ήταν ορθολογικό, σάμπως οι άνθρωποι μισούν μόνο εκείνο που έχουν λόγο να μισήσουν. Αν θέλεις να καταλάβεις τη σύγχρονη Ευρώπη και τον κόσμο, πρέπει να θυμάσαι τρία πράγματα που είναι στην πραγματικότητα πολύ διαφορετικά, αν και είναι μπλεγμένα μεταξύ τους.
Πρώτα υπάρχει αυτή η καθολική σχεδόν ανάγκη να μισείς κάτι, λογικά ή παράλογα, να βρεις κάτι να του φορτώσεις τα δικά σου αμαρτήματα, και μετά να το συντρίψεις. Σε υγιή μυαλά (ακόμα και στο δικό σας γένος), η ανάγκη αυτή για μίσος παίζει μικρό ρόλο. Όμως σχεδόν όλα τα μυαλά είναι τρομερά νοσηρά, και γι’ αυτό πρέπει να έχουν κάτι να μισούν. Κατά το πλείστον, απλώς μισούν τους γειτόνους, ή τις γυναίκες, ή τους άντρες τους, ή τους γονείς, ή τα παιδιά τους. Αισθάνονται όμως πολύ ανώτερο είδος ζωηρής συγκίνησης μισώντας ξένους. Τελικά ένα έθνος δεν είναι παρά μια εταιρεία μίσους των ξένων, ένα είδος ανώτερης λέσχης μίσους.
Το δεύτερο που πρέπει να θυμάσαι είναι το αυτονόητο της οικονομικής αταξίας. Εκείνοι που διαθέτουν οικονομική δύναμη προσπαθούν να κατευθύνουν τον κόσμο για δικό τους όφελος. Πρόσφατα, πολύ ή λίγο το πέτυχαν, τώρα όμως αυτός ο ρόλος τους έχει ξεπεράσει, και όπως όλοι ξέρουμε τα πράγματα πάνε κατά διαβόλου. Αυτό δίνει μια νέα διέξοδο στο μίσος. Οι φτωχοί, πολύ δικαιολογημένα μισούν τους πλούσιους, που δημιούργησαν αυτή την κατάσταση και δεν μπορούν να τη διορθώσουν. Οι πλούσιοι φοβούνται και επομένως μισούν με μεγάλη διάθεση τους φτωχούς. Εκείνο, που δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί ο κόσμος, είναι το ότι αν δεν υπήρχε αυτή η βαθιά ριζωμένη ανάγκη για μίσος σε κάθε μυαλό, το κοινωνικό πρόβλημα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί έξυπνα, και ίσως να λυνόταν.
Τέλος είναι ο τρίτος παράγοντας, δηλαδή η αίσθηση ότι υπάρχει κάτι το τελείως στραβό με το σημερινό αποκλειστικά επιστημονικό πολιτισμό. Μ’ αυτό δεν εννοώ ότι διανοητικά ο κόσμος έχει αμφιβολίες για την επιστήμη. Είναι πολύ βαθύτερο απ’ αυτό. Απλώς διαπιστώνουν ότι δεν είναι αρκετός για να γεμίσει τη ζωή και δε λειτουργεί πρακτικά. Κάπου έχει χαλαρώσει μια βίδα του ή πέθανε κάποιο ζωτικής σημασίας μέρος του.
(…) Τα πλήθη που δεν μπορούν ν’ αποδεχτούν το χριστιανικό αφιόνι έχουν τρομερή ανάγκη από κάτι, αν και δεν ξέρουν τι είναι εκείνο, ούτε καν ότι το χρειάζονται. Κι αυτή η μεγάλη τους ανάγκη ανακατεύεται με την ανάγκη να μισούν και αν ανήκουν στη μέση τάξη, ανακατεύεται επίσης με το φόβο τους για κοινωνική επανάσταση. Και αυτός ο φόβος, μαζί με την ανάγκη να μισούν μπορεί ν’ αξιοποιηθούν και να τα εκμεταλλευτεί ο κάθε παλιάνθρωπος, για να εξυπηρετήσει δικά του συμφέροντα, ή ο κάθε ικανός άνθρωπος που φλέγεται από την επιθυμία να κουμαντάρει.

*
[OLAF STAPLEDON: Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΤΖΩΝ via politeianet.gr]

σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει

06/08/2016 § Σχολιάστε

Κ.Π. Καβάφης

Kavafis6.8.16

Φωνές

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.

*

[Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984]

*

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.