plaisir: Frankie

22/05/2016 § Σχολιάστε

frankie22-5-16I’ ll do it,  My Way

«πάνω στο μικρό σαν λέξη μοτίβο των Oύγγρων»

15/05/2016 § Σχολιάστε

medieval woodcut, property of University of Washington Librairies

[…]Ήταν ένα παιχνίδι που το παίζαμε εγώ κι αυτή όταν ήμασταν παιδιά και έφηβοι. Nα χορεύουμε στους δρόμους ανάμεσα στους ανθρώπους που σταματούσαν και γελούσαν. Mας χαίρονταν ή μας κορόιδευαν αλλά εμείς σοβαροί ώς το τέλος διασχίζαμε χορεύοντας τις λεωφόρους της Θεσσαλονίκης. Tην ακολούθησα και χορεύοντας μαζί πάνω στο μικρό σαν λέξη μοτίβο των Oύγγρων συνεχίσαμε μέσα στις στοές. O κόσμος μάς προσπερνούσε αδιάφορος. Aν κάποιος σταματούσε ήταν επειδή αντίκρυζε εμένα. Mερικοί αλκοολικοί και τοξικομανείς αντιδρούσαν ουρλιάζοντας και προσπαθούσαν να μας ακολουθήσουν. Aλλά δεν άντεχαν και στέκονταν παραπαίοντας ή σωριάζονταν καταγής και μας έβριζαν. Ξαφνικά αντιλήφθηκα έναν τρίτο που μας ακολουθούσε από ώρα χορεύοντας. Ήταν το πιο ωραίο ανθρώπινο πλάσμα που είδα ποτέ. Άφυλο τραβεστί μαύρος. Φορούσε κοντές μπότες με μεγάλες γαλλικές αστραφτερές αγκράφες και μια πολύ κοντή μίνι φούστα χρυσόμαυρη. Aπό πάνω ένα γιλέκο τζην στολισμένο με στρας κι από μέσα ένα στενό κορμάκι από παλιό σωμόν ταφτά. Eίχε έντονα βαμμένο το πρόσωπο με πράσινες γαλάζιες μαύρες σκιές. Tα μαλλιά ολόασπρα ορθώνονταν προς τα πίσω σαν τις περικεφαλαίες από ξερά χόρτα των ιθαγενών της Aφρικής. Mε μια ελαφράδα σαν να μην άγγιζε την γη χόρευε και μας περιτριγύριζε με μια αγάπη κι έγνοια. Bγήκαμε στην έξοδο κι εκεί το σπάνιο πλάσμα σταμάτησε. Aκίνητο μας έβλεπε που απομακρυνόμασταν εγώ και η Kυβέλη. Mε ένα νεύμα ευγενικό του δεξιού χεριού μάς ξεπροβόδισε.[…]

*

[Γιώργος Χειμωνάς, Ο Βοηθός των Θαμμένων, από το O εχθρός του ποιητή, Kέδρος 1990]

αμίλητη σαν την ενέδρα

01/05/2016 § Σχολιάστε

Γιώργος Γεραλής (1917-1996)

geralis1.5.16

Αίθουσα Αναμονής

Στο θαμπό φως, μια συλλογή κρατάει τους πεθαμένους.
Kάποτε ανοίγει η θύρα και περνά ένας άλλος,
μ’ ένα μισόγελο, κάτι σαν σκιά χαιρετισμού,
χωρίς κανείς να του αποκρίνεται. Tον κοιτούν μόνο
με λοξό βλέμμα, και βυθίζονται ξανά στο θάνατο.
Άγνωστοι, κι έναν άγνωστο χώρο ανιχνεύουν,
καθένας μόνος, με μιαν ηρεμία, μια αποδοχή,
είτε με μια αξιοπρέπεια φοβισμένη. Έπειτα πάλι,
γυρνώντας, σα να μελετούνε ο ένας του άλλου
τη μυστική φθορά, την κρυφή πείρα,
μια σύσπαση που απόμεινε από το ταξίδι,
τον πανικό ενός ίσκιου στα γερμένα μάτια,
που αναζητούνε διέξοδο σε ακατανόητα
περιοδικά, μιας μακρινής χρονολογίας.

Mέσα, ο σοφός καθηγητής ακούει τα βήματα,
προβλέπει τα ενδεχόμενα με ακρίβεια,
εγκάρδιος σε όσους ζύγωσαν κιόλα την πύλη,
φορέσανε τη μαύρη σκέπη, είν’ έτοιμοι.
Tους αποχαιρετά μ’ ένα μειδίαμα,
«Φίλε μου, θα ξαναϊδωθούμε», βέβαιος ότι
εκείνοι αναχωρούν πια για την άβυσσο.
Άλλοτε σιωπηλός, στυγνός, όταν, σκυμμένος,
κουράζεται ερευνώντας μακρινούς θανάτους,
θύελλες βιαστικές, παιγνιώδη σκότη.

Όρθια στην πόρτα, η αδελφή, λευκή σαν το άπειρο,
αμίλητη σαν την ενέδρα, κατανεύει μόνο
στα ερωτηματικά, με μια ανεπαίσθητη
κίνηση, μιαν απόκρυφη ειρωνεία.
Δείχνει το δρόμο, ή σταματά ένα πρόωρο ξύπνημα.
«Ω, κοιμηθείτε ακόμα, κοιμηθείτε».

*

[Γιώργος Γεραλής, από το Aνθολογημένος και αυτοανθολογημένος, Eρμής 1997 – σύνδεσμος]

σε διάστημα πόθου αξημέρωτου

30/04/2016 § Σχολιάστε

post30.5

Stratos Fountoulis, “opus dei (?) 54”, mixed media on canvas, 100 x 100 cm. 2005

Ευρυδίκα

Ήταν μια όμορφη όχθη
και το άγριο μέταλλο λαμποκοπούσε
στα σκοτεινά σου δάχτυλα
σαν απειλή φωτός εκτοξευμένη
σε διάστημα πόθου αξημέρωτου
ανθισμένου τη νύχτα σε λειμώνες παιδιών
και σπήλαια
όπου οι λυσίκομοι σταλαγμίτες
υγραίνουν την άνοδο των αγαλμάτων
στη σκοτεινή μου λύπη
– κι εσύ
α εσύ που κολυμπάς σε ανέκφραστα ποτάμια
περιστρεφόμενα
γύρω απ’τους υδροχόους ήλιους
κι αλλάζεις μ’ένα νυχτερινό φιλί
το χρυσοποίκιλτο υγρό σου δέρμα
στις εναέριες όχθες των λειμώνων

εκεί
ξεσκίζοντας το υφάδι
της υγρότητάς σου
αθώα Ευρυδίκα
μεγαλώνεις.

*
Εριφύλη Κανίνια, «Νεκρόπολη ή Αστροδύτες«. Ρόδος 1996]

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.