Μπόρχες: Θεωρώ τη θεολογία ως έκφανση της φανταστικής λογοτεχνίας
20/03/2016 § Σχολιάστε
Εξαιρετικά αφιερωμένο στο: «Καλή Σαρακοστή»
Μπόρχες: Σκέφτομαι πως ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας μπορεί να ξεκίνησε με τρόπο τετριμμένο, από την ψιλοκουβέντα των καφενείων, από τέτοια πράγματα. Τι λέτε κι εσείς:
Σάμπατο: Με συγχωρείτε, αλλά έχω μείνει στο απόφθεγμα που αναφέρατε προηγουμένως. Ας μην ξεχνάμε τις φρικαλεότητες που έλαβαν χώρα εν ονόματι του Ευαγγελίου. Και τις βαναυσότητες που διέπραξε ο Στάλιν στο όνομα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.
Μπόρχες: Τι παράξενο! Τίποτε απ’αυτά δε συνέβη, λόγου χάρη, με το βουδισμό.
Σάμπατο: (Σκεφτικός) Πείτε μου, Μπόρχες, στ’ αλήθεια σάς ενδιαφέρει ο βουδισμός; Ως θρησκεία θέλω να πω. Ή μήπως σας απασχολεί μόνο ως λογοτεχνικό φαινόμενο;
Μπόρχες: Μου φαίνεται κάπως λιγότερο απίθανος από το χριστιανισμό. (Γελάνε) Ίσως και να πιστεύω στο κάρμα. Αλλά ότι υπάρχει παράδεισος ή κόλαση δεν το πιστεύω.
Σάμπατο: Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρχουν, θα πρέπει να ‘ναι δύο οικήματα με εντελώς απροσδόκητους ενοίκους.
Για μια στιγμή, τα γέλια μπερδεύονται με τα λόγια. Οι δυο τους διασκεδάζουν.
Μπαρόνε: Και ποια η γνώμη σας για τον Θεό, Μπόρχες;
Μπόρχες: (Σε εμφανώς ειρωνικό τόνο) Πρόκειται για την κορυφαία επινόηση της φανταστικής λογοτεχνίας. Τα γεννήματα της φαντασίας του Γουέλς, του Κάφκα ή του Πόε ωχριούν μπροστά στο επινόημα της θεολογίας. Η ιδέα ενός τέλειου, παντοδύναμου όντος είναι κατεξοχήν φανταστική.
[…]
Σάμπατο: Πείτε μου όμως, Μπόρχες, αφού δεν πιστεύετε στον Θεό, γιατί γράφετε τόσες ιστορίες θεολογικού χαρακτήρα;
Μπόρχες: Θεωρώ τη θεολογία ως έκφανση της φανταστικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για την εντελέστερη μορφή του είδους. […] Και, προπάντων, για ένα βιβλίο όπως το Summa Teologika(*). Πρόκειται για ένα φανταστικό έργο πολύ ανώτερο από εκείνα του Γουέλς. (Χαμογελάει)
__________
(*) Πρόκειται για το γνωστότερο έργο (1266-1273) του θεολόγου και αγίου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Θωμά Ακινάτη (1225-1274).
[Μπόρχες-Σάμπατο, Διάλογοι, μτφρ:Δήμητρα Παπαβασιλείου, πρόλογος: Ορλάντο Μπαρόνε, εκδόσεις Printa]
[ψηλόλιγνη λεξούλα γιασεμί·
19/03/2016 § Σχολιάστε
Μυχιοθήκη

Στο δικό σου στόμα η αλήθεια είν’ ελάχιστη, μι-
—–κραίνει
κι ας ξέρει πως το σβήσιμο είν’ εκείνο
που κάνει το άναμμα να υπάρχει
κι ας την ξέρεις απ’ το εύοσμο σώμα
την ψηλόλιγνη λεξούλα γιασεμί
με όλα της τα φύλλα και με όλα της
τα μυρωμένα τ’ άνθια, την ορμή της,
και με όλα της τα κλαδιά και τα θροΐσματα
στο δικό σου στόμα
φυτρωμένη
σα το χώμα
βλέποντας ατελεύτητα το αόρατο
που χωρίς ιδιότητα ρυακίζει
ποτίζοντας τη δίψα των εικόνων –
ένα άγαμος κύκλος
χαραγμένος απ’ το βίαιο φάντασμα: τον έρωτα.
![]()
[Νίκος Καρούζος: «Συντήρηση ανελκυστήρων». Καστανιώτης, 1986]
*
iniustitiam
18/03/2016 § Σχολιάστε
Ο απόμαχος

Η μεγαλύτερη αδικία για το ανθρώπινο είδος είναι τα γηρατειά. Όχι πως έχει σημασία η ηλικία για τα ψηλά, τα μεγαλόπνοα έργα. Αλλά να, πως τώρα εγώ, ένα μεσήλικας, ένας ξεγραμμένος, μπορώ ν’ αντισταθώ με το τρεμάμενο χέρι μου στον ανεμοστρόβιλο που παρασέρνει τα πάντα; Πώς να υψώσω τη φωνή μου ν’ακουστεί μέσα από την οχλαγοή των αγοριών και κοριτσιών όταν σχολάνε απ’ το σχολείο.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια θλίψη. Είχε όμως βλέψεις για το μέλλον. Τα ‘φτιαξε λοιπόν μ’έναν καημό και κατέληξαν στο κρεβάτι. Επακολούθησε τέτοιος θρήνος, τέτοιο αναφυλητό που δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν…
[Γιάννης Ανδριώτης: «Οι αποκαλύψεις του Ιωάννη«. Αθήνα, 1987]
*
(*) iniustitiam, λατ. αδικία
*
η φωτογραφία είναι του ©αγριμολόγου.
«Τη σαΐτα του λόγου άσ’ τηνε να ξεδώσει απ’τη χορδή του τόξου που τόσο έχεις τεντώσει»
17/03/2016 § Σχολιάστε
Anceps/Διφορούμενον

©Στράτος Φουντούλης, ακουαρέλα σε χαρτί, 1992
[…]
όπως αυτό που βιάζεται, ποτέ δεν σταματά,
κι ό,τι κι αν βρει μπροστά του, το δρόμο του τραβά,
σαν κάποια ανάγκη να τον κεντά,
έτσι τρυπώνουμε στης ανηφόρας την κλεισούρα
ο ένας πίσω από τον άλλο·
δυό-δυό δε θα χωρούσαν, γιατ’ήταν τα σκαλιά στενά.
Κι όπως, σα θέλει να πετάξει, το πελαργόνι
ανασηκώνεται και τις φτερούγες ξεδιπλώνει,
έτσι ένιωθα τη δίψα μου για μάθηση
ν’ανάβει και να σβήνει, όπως αυτός
που πάει να βγάλει τη λαλιά κι ευτύς την καταπίνει
Κι ενώ γοργά βαδίζαμε, γυρνά ο γλυκός πατέρας
και μου λέει: «Τη σαΐτα του λόγου άσ’ τηνε να ξεδώσει
απ’τη χορδή του τόξου που τόσο έχεις τεντώσει».
[…]
Η ενέργεια ετούτη γίνεται ψυχή
σαν του φυτού, που απ’ αυτήν διαφέρει,
γιατί έφτασε πια η δεύτερη, ενώ η πρώτη ακόμη ταξιδεύει·
κι έτσι δουλεύοντας, φτάνει να νιώθει, και νιώθωντας,
σαλεύει σαν το θαλασσινό σφουγγάρι· και φτιάχνει
τα όργανα της αίστησης, που από αυτήν γεννιούνται.
[…]
*
[Dante Alighieri: H Θεία Κωμωδία/Καθαρτήριο (Canto XXV, 3-18/51-57), μτφρ: Ανδρέας Ριζιώτης, Τυπωθήτω]
