Μοιρολόι του γερο-συνταξιούχου

27/04/2016 § Σχολιάστε

William Butler Yeats 1865–1939

yeats27.4.16
nTBBo7b8c
Κι αν φυλάγομαι τώρα απ’ τη βροχή
κάτω από ‘να τσακισμένο δέντρο,
είχα καρέκλα πλάι στη φωτιά
μέσα στην κάθε συντροφιά,
όπου κουβέντιαζαν γι’αγάπες ή πολιτικά,
πριν να μ’αλλάξει ο Χρόνος.

Κι αν φτιάχνουνε κοντάρια οι λεβέντες
πάλι για τίποτα συνωμοσίες,
κι αν θυμώνουν οι θεότρελοι μπαγάσες,
κατάκαρδα, για την ανθρώπινη δουλεία,
εγώ άλλο στοχασμό δεν έχω από τον Χρόνο,
που μ’έχει τόσο αλλάξει.

Μία γυναίκα δε λέει να γυρίσει
να δει ένα τσακισμένο δέντρο,
κι ωστόσο οι όμορφες π’ αγάπησα
στη θύμησή μου κατοικούνε·
φτύνω κατάμουτρα του Χρόνου
που μ’έχει τόσο αλλάξει.

nTBBo7b8c

[μετάφραση ©Βάιος Λιάπης,  Κατάλογος 23 – Φεβρουάριος 2007, εκδόσεις Στιγμή]

*

*

τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι

25/04/2016 § Σχολιάστε

xouliaras25.4.16

Τα ποιήματα στο δρόμο

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.

*

[Νίκος Χουλιαράς, από το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998]

*

*

Ερρίκος Μπελιές, ‘τεφρώδεις σα φοβερή παρέλαση πλουσιοντυμένων φαντασμάτων’

20/04/2016 § Σχολιάστε

belies20.4.16

Κατεβαίνοντας τη φωσφορίζουσα σκάλα

Κάθε καινούργιο σώμα έρωτας και αντέρωτας στις εξισώσεις των συναισθημάτων και μόνη η αμαρτία παραμένει πάντα η διεργασία της απόσβεσης της αμαρτίας να παίζει δηλαδή ο διάολος με το θυμιατήρι της ζωής και να ξορκίζουμε μόνον τη μυρουδιά του λιβανιού-του αλλά αυτό είναι φυσικό αφού πολλά άχρηστα γίνονται προσπάθειες ν’αφομοιωθούν μόνο και μόνο γιατί νομίζονται μεγαλεία κι έτσι επέρχεται ο κορεσμός όταν όλοι – οινοβαρείς και με απέραντη ανία – αρχίζουν να προβλέπουν ότι σύντομα θα ενσκήψουν σιτοδείες δημογραφική πτώση πολέμοι θάνατοι ένδεια κι αρχίζει τότε η αγωνία για τα περαιτέρω που κάνει τα στόματα να μυρίζουν σαν παλιό νερό ανθοδοχείου κι έπονται οι μωροφιλοτιμίες και τα πάθη οι καυγάδες η ανασφάλεια και οι καμαρίλες που κάνουνε τον κόσμο να κλειδώνεται στα σπίτια και να κυκλοφορούν στο δρόμο ελεύθερα πόρνοι και πόρνες κρύοι και τεφρώδεις σα φοβερή παρέλαση πλουσιοντυμένων φαντασμάτων γιατί αυτοί μόνο γνωρίζουνε πως όσο η σαρκομείωση θα επιφέρει γνώση τόσο κι ο εξανθρωπισμός θα μεταθέτει αξίες τη μεσιτεία και τη θεία χάριτι μόνον αυτών που διακηρύσσουν ότι κάθε καινούργιο σώμα έρωτας και αντέρωτας στις εξισώσεις των συναισθημάτων.

[Ερρίκος Μπελιές, περιοδικό λέξη, Ιούλιος 1983, τ.25]

*

*

από γλώσσα πυγμής που έχει ληστέψει ποίηση

17/04/2016 § Σχολιάστε

post17.4.16

Συνδιαλέξεις

Όταν αναχώρησαν οι καλοί επισκέπτες
χτύπησε την εξώθυρα ένα αμφιλεγόμενο πλάσμα
λίγο ποιητής και λίγο θηρίο
——του άνοιξα και μπήκε
Ήταν απόγευμα ζεστό
————————–μέσα στο σπίτι
ζωντανός ακόμα ο
καλλιεπής διάλογος που είχε υπάρξει

Όταν σηκώθηκε να φύγει
οι παρειές μου έτριζαν από ακατάταχτο λέγειν
από γλώσσα πυγμής που έχει ληστέψει ποίηση
και αντίστροφα

Με απελπισία τηλεφώνησα την ίδια στιγμή
(ν’ακούσω τη φωνή τους)
του Δημήτρη Σουρβίνου
και του Ιάσονα Δεπούντη στη Ζυρίχη.

*
[©Δημήτρης Κονιδάρης, Οικείος, Οδυσσέας, 1984]

*

*

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.