ένα ταξίδι βαθιά μέσα στη μέρα
28/08/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ένα ταξίδι βαθιά μέσα στη μέρα
Επιστολή έκτη

Με το αργό άνοιγμα της πρωινής κουρτίνας, το πρώτο τέντωμα κι ένα μικρό χασμουρητό, μαζεύτηκε τεμπέλικα ένα παιχνιδιάρικο γούνινο φως στις άκρες των ποδιών της, τρίφτηκε όλο μπαχάρια και μυρωδικά, ύστερα έτρεξε στη μέσα επιφάνεια των μηρών και στην κοιλιά, ένιωθα να ξυπνάει μέσα στο στήθος της ένα μεγάλο αγαθό ζώο, διψασμένο για τις ζεστές δεξαμενές του γάλακτος: η μικρή μας κόρη, το πρωί, στην εξοχή. Έξω απ’ τον παράθυρο το χώμα, λιμνούλες λάσπης, οι πυράκανθοι, ένα γυαλιστερό πνευστό που δεν έβλεπα και δεν άκουγα αλλά ήξερα, άρχιζε ένα ταξίδι βαθιά μέσα στη μέρα.
Νιώθω ότι μου λείπεις
…………………………και το νιώθω ότι δεν το νιώθεις.
[Γιάννης Ζέρβας, Τζούλια 2, εκδόσεις Άγρα]
.
photo: Agrimologos
.
Τι κι αν
19/08/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τι κι αν

Η εσω-καναδική πτήση μιάμισης ώρας Edmonton – Vancouver φάνταζε ατελείωτη, τι κι αν είχα άλλον, τον Γιώργο Χειμωνά συντροφιά, λέξεις όπως «δεν είμαι τίποτ’ άλλο από γλώσσα» του Καρούζου, έρχονταν κι έφευγαν μέσ’ στη ποιοτική ανία του ταξιδιού.
.
photo Agrimologos
.
κενή αναμφίβολα όπως
18/08/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο κενή αναμφίβολα όπως

Rue St. Denis, Montreal –Canada. August 2012
Δεν σκέφτομαι το μέλλον, δεν μου δίνω μέλλον, ούτε καν ένα παρόν. Το παρόν κάμπτεται ακατάπαυστα καθώς διασχίζεται από αυτήν την κενή ευθυμία που δεν είναι παρά η απεριόριστη και κενή απουσία του κάθε παρόντος, το παρόν δεν βιώνεται στο παρελθόν, τίποτε σε αυτό δεν παρέρχεται, τίποτα δεν τελειώνει, και αν μου γίνεται τόσο βαρύ για να το σηκώσω, είναι εξαιτίας αυτού του φορτίου ελαφρότητας, αυτής της γελαστής φόρτισης την οποία πρέπει να υποστηρίζω στο κέντρο μιας ονειροπόλας ημέρας που με αποκρύβει από εμένα τον ίδιο.
***
[Μωρίς Μπλανσό, «Εκείνος που δεν με συντρόφευε», εκδ. Σμίλη. Μτφρ Δημήτρης Δημητριάδης]
Photo © Agrimologos
.
Γιάννης Γκούμας, Σε ρε μπεμόλ
16/07/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γιάννης Γκούμας, Σε ρε μπεμόλ

Πολύ πριν μάθει την αλφάβητο
προσάρμοσε δάκρυα και στα επτά φωνήεντα
και με στεφάνια μηδενικών ζωής
έτρωγε τον ήλιο στα δέκα νύχια του.
Το πρόσωπό του δεν γνώριζε άλλα πρόσωπα,
μόνο το αντισηπτικό χείλος της ευτυχίας·
τη φροντίδα που εκφυλίζεται σε λέξεις.
Σε λίγο δεν είχε από που να κατέβει
και που να ανέβει.
Υπήρχε αυτή η πλευρά και η άλλη,
κι αυτός με το βάσανό μιας μόνο γραμμής.
Σκεπτόταν πάντα έτσι όπως κανείς δεν ακούει.
Οποτεδήποτε απολάμβανε αυτό που ήθελε,
και όπου μπορούσε,
ήταν δακτυλοδεικτούμενος σαν να τον πυροβολούσαν
ή ένας αποκαλυπτικός αστερίσκος τον έσερνε
σε υποσημειώσεις ενοχής.
Επειδή γνώριζε τον εαυτό του από όσα έλεγε ο κόσμος,
είχε την ανάγκη να μεταμορφωθεί σε κάποιον άλλον·
να έχει περιθώρια επιλογής για το τι μπορούσε να
κάνει·
ν’ απαντήσει σ’ ερωτήσεις «τι κάνετε;»
και ν’ ανταποδώσει ρωτώντας «πως είστε;»
Όταν έφτασε η μεγαλύτερη μέρα της ζωής του,
δεν ήξερε τι να κάνει
–δεν είχε ιδέα που τελειώνει το σώμα
και που αρχίζει η θαλπωρή –
αν η ψυχή ήθελε αγάπη
ή το σώμα ένα άλλο σώμα
για να επανακτήσει όλη του την έκσταση.
(Ακόμα δεν ξέρει
αν με το να κολλάει σαν αφρός
στην επιφάνεια της μνήμης
μπορεί να τα καταφέρει διαρκώς
χωρίς βοήθεια κανενός.)
Και η αυγή στάγδην μεταμορφώθηκε σε σκοτάδι
και η εξώπορτα, μετά από τόση αναμονή,
δεν ήταν πλέον από ξύλο.
Και το σήμερα έχει γίνει μακρινό παρελθόν,
γι’ αυτό και το πρόσωπό του δεν συγχρονίζεται
με τις ματιές σας.
***
Γιάννης Γκούμας, Ανθολογία 1985-2012, εκδόσεις Ποιείν