[μια εφήμερη, φευγαλέα διαίσθηση ενότητας και αγάπης·

10/03/2025 § Σχολιάστε

agrimologos «self portrait»

«Όλοι είμαστε οργανισμοί», σκέφτηκε χαλαρωμένος «που πρέπει να επιβληθούμε με όλη μας τη δύναμη και τον πόθο σ’ έναν εχθρικό κόσμο πολεμώντας αλλήλους. Αλλά ακόμη και μαζί με τους εχθρούς και τα θύματά του ο καθένας μας δεν παύει να είναι μόριο και παιδί αυτού του κόσμου· ίσως να μην είναι τόσο αποκομμένος και αυτόνομος από τπυς εχθρους και τα θύματά το όσο φαντάζεται». Και με αυτό ως δεδομένο, δεν ήταν να απορεί που πότε πότε αναδυόταν απ’ τον κόσμο μια εφήμερη, φευγαλέα διαίσθηση ενότητας και αγάπης, σχεδόν η βεβαιότητα πως ήταν μόνο η υλική στενότητα της ζωής που υπό συνήθεις συνθήκες δεν επέτρεπε να γνωρίσει κανείς παρά μόνο τη μισή από ολόκληρη τη συνάφεια των όντων.[…]

*

[Ρόμπερτ Μούζιλ, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, μτφρ. Τούλα Σιέτη, εκδ. Οδυσσέας

[στο τέλος των λόγων βρίσκεται η πειθώ·

26/02/2025 § Σχολιάστε

Ludwig Josef Johann Wittgenstein (1889 – 1951)

Πρέπει ολοένα να βυθίζομαι στα νερά της αμφιβολίας.

# Μια εικόνα μας κρατούσε φυλακισμένους. Και δεν μπορούσαμε να βγούμε έξω απ’ αυτήν γιατί βρισκόταν μές στη γλώσσα μας, και η γλώσσα έμοιαζε να μας την επαναλαμβάνει αδυσώπητα.

# Ποιος είναι ο σκοπός σου στη φιλοσοφία; ―Να δείξω στη μύγα πως να βγει απ’ τη μυγοπαγίδα.

# Στη φιλοσοφία μόνο από τη φλυαρία πρέπει κανείς να φυλάγεται.

# Όσοι δεν νιώθουν καμία ανάγκη για διαφάνεια στην επιχειρηματολογία τους είναι χαμένοι για τη φιλοσοφία.

# Πρέπει ολοένα να βυθίζομαι στα νερά της αμφιβολίας.

# Είναι μέρος της λογικής των επιστημονικών μας ερευνών το ότι όντως δεν αμφιβάλλουμε για ορισμένα πράγματα.

#Όταν ‘αντικρούω’ κάποιον, δεν του δίνω λόγους; Ασφαλώς· αλλά μέχρι πού θα φτάσουν αυτοί οι λόγοι; Στο τέλος των λόγων βρίσκεται η πειθώ. (Συλλογίσου τι συμβαίνει όταν οι ιεραπόστολοι μεταστρέφουν τους ιθαγενείς).

✳︎

[από: Βίττγκεσταϊν, Στοχασμοί, μτφρ.: Κωστής Μ. Κωβαίος, εκδόσεις Στιγμή 2007.

[βαδίζοντας με αξιοπρέπεια·

19/02/2025 § Σχολιάστε

Julius Bissier, work on paper

Όμως η απόδρασή μου με ξεσηκώνει· πρέπει να μιλήσω όπως μιλάω. Νιώθω το πρόσωπό μου να φλέγεται. Νιώθω έναν άνεμο να χιμάει εντός μου. […] με παρακινείς να αναβάλω τη ζωή ― ως πότε; `Η ζωή είναι τώρα ― αυτή είναι η ζωή· αν την αναβάλω, μπορεί να μη ζήσω ποτέ. Να βαδίζεις με αξιοπρέπεια πάνω στη γη, να εκφράζεις τον εαυτό σου χωρίς επιτήδευση, να αναγνωρίζεις την ανθρωπιά σου! μη νομίζεις ότι μιλάω με υπερβολικό ενθουσιασμό. Μιλώ απόλυτα σοβαρά. Μιλάω απ΄την ψυχή μου.

*
[από Τζέημς Τζόϋς, Επικίνδυνη γραφή «Στήβεν ο ήρωας».μτφρ.: Άννα Παπασπύρου, εκδόσεις Πατάκη

[Οι γέροι του νησιού ·

14/02/2025 § Σχολιάστε

Κώστας Βάρναλης (γεννήθηκε σαν σήμερα 14.2.1884 – 1974)

Στου μόλου την μπασιά ρημάδι ο μύλος.
Στο πεζούλι, στ’ απόσκιο, καλοκαίρι,
καθόνται οι γέροι του νησιού, ναυάγια!
Θάλασσα πίσω, θάνατοι μπροστά τους.

Ασάλευτοι ώρες, διπλωμένοι απάνου
στα μπαστούνια, κοιτάζουνε το χώμα,
που θα τους φάει. Σαν άγνωστοι σωπαίνουν.
Τί να πουν; Όλα τα ’χουν ειπωμένα!

Φτερά δεν έχει ο μύλος ούτε οι γέροι.
Οι γέροι δεν τα θέλουνε, κουράζουν.
Να ξεχάσουνε μάχονται κι ας ήταν
μπορετό να ξεχάσουν τον εαυτό τους!

Σκέψη, βουλή και λόγο τα φοβούνται.
Στα νιάτα τους, που κοχλακούσε το αίμα,
σκεφτήκαν μια φορά και μετανιώσαν,
μιλήσανε και χάσαν τη μιλιά τους.

Κι άμα θελήσαν, ξύλο και φυλάκα!
Θα θέλανε, ρωτάς, να ξανανιώσουν;
Κατάρα! κι άλλη μια να ξαναζήσουν
αμαρτωλοί στην Κόλαση των Νόμων!

Να μοχτάνε οι Πολλοί για τους Ολίγους
κι οι νηστικοί να θρέφουν τους χορτάτους,
άσκημοι να πεθαίνουν πάσαν ώρα
κι οι Λίγοι να ’ναι αθάνατοι κι ωραίοι!

Πόσους πολέμους κάνανε για δαύτους!
Πόσοι θανάτοι, πείνα και κρεμάλα!
Κι αν νικούσαν οι σκλάβοι, πάλι σκλάβοι.
Κι αν νικιόταν ο Αφέντης, πάλι αφέντης…

Φορτσάρισε ο μαΐστρος, τρέξε κύμα!
Φτάσανε δυο πολεμικά κι οι γλάροι
χιμήξαν και τα ζώσανε σπαθάτοι.
Τρέχει ο κόσμος. Οι γέροι δε σαλεύουν.

Περνάνε αβασταγά ζαλικωμένα
πατάτα και σανά κι αράδ’ αφήνουν
τ’ αχνάρια τους στον άμμο. Ορμούν οι μύγες.
Αγάλματα οι γερόντοι «αλλουνού κόσμου».

Περνάει δεκαπεντάχρονη λαχτάρα
με κοντοβράκι κολλητό. Γεμίζουν
η Πλάση ρόδα, σάλπισμα ο αγέρας!
Μα οι γέροι δεν κοιτάνε ουδέ θυμούνται!

Να ησυχάσουνε θέλουνε μονάχα.
Να πλαγιάσουν χωρίς να σηκωθούνε.
Παντού πονάνε, ορθοί και καθισμένοι,
μέρα και νύχτα κι όλο παραπάνου.

Λασπογενιά, σκυλογενιά, γραφτό ’ναι
κάθε γενιά βαθύτερα να πέφτει.
Πρόβατα και λαοί θα ’χανε λείψει,
αν δεν είχαν αφέντη να τους «σώζει»!

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.