(μ)βρυξέλλες, Ζοζέ Σαραμάγκου
23/06/2010 § Σχολιάστε

άφησα να περάσει λίγο διάστημα από την προηγούμενη Παρασκευή 18.06, τότε που άφησε την τελευταία του πνοή ο Ζοζέ Σαραμάγκου, πριν αναρτήσω εδώ την δική μου ασήμαντη εμπειρία με έναν από τους συγγραφείς της καρδιάς μου. Θεωρώ αυτές τις -μικρές έστω- αποστάσεις, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, χρήσιμες.
2006. Μόλις είχε μπει ο Μάρτης. Ένα συνηθισμένο ψυχρό βρυξελλιώτικο βραδάκι. Παρέα με τον πορτογάλο φίλο Αουρέλιου παρκάρουμε στην Place Marie-Louise, μερικά μέτρα από την Rue Taciturne 43, τη διεύθυνση του πορτογαλικού βιβλιοπωλείου Orfeu, εκεί όπου θα μιλούσε ο Ζοζέ Σαραμάγκου. Ο Αουρέλιου ήρθε κυρίως για μένα, αναγνωρίζει την λογοτεχνική αξία του συγγραφέα, όμως διαφωνεί με το αλαζονικό, απότομο ύφος του Σαραμάγκου σαν άνθρωπο από παλαιότερες δηλώσεις του στην Πορτογαλία, κυρίως δε, με τις πολιτικές και τις (μη) θρησκευτικές του απόψεις, εγώ με τη σειρά μου διαφωνώ με τον Αουρέλιου, με αφορά ο δημιουργός, θαυμάζω τη γραφή, το ύφος, την καυστική του ματιά, κυρίως την εκλεπτυσμένη ειρωνεία, τον αυτοσαρκασμό του.
Μαζί μου κουβαλώ όλες τις μεταφράσεις της Αθηνάς Ψυλλιά των εκδόσεων Καστανιώτη, ό,τι είχε εκδοθεί έως τότε στην ελληνική γλώσσα ήταν στην κατοχή μου. Ποτέ δεν έχω έως τώρα ζητήσει από συγγραφέα να μου υπογράψει βιβλίο, αλλά να, ο Σαραμάγκου είναι κατά την υποκειμενική μου άποψη, κάτι σαν Ντος Πάσος, ένας σύγχρονος Τζόϋς, ο τρόπος της γραφής του ταιριάζει απόλυτα με την ιδιοσυγκρασία μου.
Το βιβλιοπωλείο ήταν γεμάτο έως έξω τα σκαλοπάτια της εισόδου, στο βάθος δεξιά διακρίνω τη φιγούρα του συγγραφέα μέσα σ’ ένα γκρίζο κοστούμι. Προς μεγάλη μου απογοήτευση –χα χα, λες και έπαιρνα μυρουδιά από πορτογαλικά – είχε ήδη αρχίσει την ομιλία του. Με φυσικό βαλκανικό μπρίο, και με διακριτικό βήμα-σπρώξιμο-βήμα πλησίασα στα δυο-τρία μέτρα απόσταση από τον συγγραφέα, ο Αουρέλιου είχε χαθεί κάπου πίσω στο πλήθος.

το βιβλιοπωλείο Orfeu, Βρυξέλλες
Ο Ζοζέ Σαραμάγκου τελείωσε την ομιλία, κάθισε στο γραφείο που του είχαν ετοιμάσει. Καμιά εκατοστή άτομα με ένα-δυο βιβλία στο χέρι έκλεισαν αίφνης ασφυκτικά το χώρο γύρω του. Βραχυκυκλώθηκε ο βαλκάνιος μέσα μου. Δεν είχα ένα-δυο βιβλία, αλλά τουλάχιστον –αν θυμάμαι σωστά- έξι. Για καλή τύχη βρέθηκα πρόσωπο-με-πρόσωπο με ένα παλιό πορτογάλο φίλο από την Κομμισιόν, του είπα το πρόβλημα, τότε θα πας στη γυναίκα του συγγραφέα μου λέει, την Πιλάρ, και που βρίσκεται, μα στέκει δίπλα σου, να σε συστήσω, από εδώ ο έλληνας φίλος μου, εικαστικός, έχει ελληνικές μεταφράσεις του Ζοζέ κλπ. συστηθήκαμε, ωραίο, ευγενικό το χαμόγελο της κ. Πιλάρ, μιλήσαμε, μου πήρε τα βιβλία και τραβώντας με από το χέρι με οδήγησε στο πλάι του. Τα υπέγραψε ευχαρίστως όλα, αν και• στα τελευταία δύο ένιωσα τη δικαιολογημένη δυσφορία του, όταν τελείωσε με διόρθωσε με σχετική αγανάκτηση διότι επέμενα να τον αποκαλώ Σαραμάνγκου αντί Σαραμάγκου, γκου μου λέει, όχι νγκου. Μη νομίζετε ότι δεν πρόσεξα το «έλεος» που μου εκσφενδόνισε το βλέμμα του.
Το κάνω συχνά αυτό με ονόματα ανθρώπων που εκτιμώ, να έχω να τους θυμάμαι.

…
– Περισσότερα για τη ζωή και το έργο του εδώ.
– Ο Σαραμάγκου ήταν και blogger…
.
.
François Villon (1431-?)
07/06/2010 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο François Villon (1431-?)

L’Épitaphe de Villon ou » Ballade des pendus «
Frères humains, qui après nous vivez,
N’ayez les cœurs contre nous endurcis,
Car, si pitié de nous pauvres avez,
Dieu en aura plus tôt de vous mercis.
Vous nous voyez ci attachés, cinq, six :
Quant à la chair, que trop avons nourrie,
Elle est piéça dévorée et pourrie,
Et nous, les os, devenons cendre et poudre.
De notre mal personne ne s’en rie ;
Mais priez Dieu que tous nous veuille absoudre !
Se frères vous clamons, pas n’en devez
Avoir dédain, quoique fûmes occis
Par justice. Toutefois, vous savez
Que tous hommes n’ont pas bon sens rassis.
Excusez-nous, puisque sommes transis,
Envers le fils de la Vierge Marie,
Que sa grâce ne soit pour nous tarie,
Nous préservant de l’infernale foudre.
Nous sommes morts, âme ne nous harie,
Mais priez Dieu que tous nous veuille absoudre !
La pluie nous a débués et lavés,
Et le soleil desséchés et noircis.
Pies, corbeaux nous ont les yeux cavés,
Et arraché la barbe et les sourcils.
Jamais nul temps nous ne sommes assis
Puis çà, puis là, comme le vent varie,
A son plaisir sans cesser nous charrie,
Plus becquetés d’oiseaux que dés à coudre.
Ne soyez donc de notre confrérie ;
Mais priez Dieu que tous nous veuille absoudre !
Prince Jésus, qui sur tous a maistrie,
Garde qu’Enfer n’ait de nous seigneurie :
A lui n’ayons que faire ne que soudre.
Hommes, ici n’a point de moquerie ;
Mais priez Dieu que tous nous veuille absoudre !
.
.
O κύριος Μίχος έχει κέφια
02/06/2010 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο O κύριος Μίχος έχει κέφια

«Η Άψογος Στάση των Πολιτιστικών Συντακτών»
Αν κρίνω από όσα ακούω και από όσα καταγράφονται στα πολιτιστικά των εφημερίδων, φαίνεται πως οι συντάκτες των πολιτιστικών πάσχουν από σύνδρομο στρουθοκαμήλου. Οι συνέπειες της κρίσης έχουν φτάσει κιόλας στην αγορά και τα λουκέτα είναι κιόλας έτοιμα. Ωστόσο υπάρχει μια άψογος στάσις καθώς οι πρώτες απολύσεις άρχισαν κιόλας μαζί με τις πρώτες πληροφορίες για επικείμενα κλεισίματα που θα αλλάξουν το τοπίο ως πολύ ψηλά. Ωστόσο οι δημοσιογράφοι, τα μέχρι χτες χαϊδεμένα παιδιά αυτού του μορφώματος προς καταστροφήν ελπίζουν μάλλον σε κάποιο θαύμα. Εξάλλου είναι μαθημένοι να διατηρούν την αλαζονεία τους πριν γυαλίσουν την πένα για το ρέκβιεμ της παρουσίας τους, που σημειωτέον, παραμένει το ίδιο αδιάφορη στους χαρτοφάγους πάνω στους οποίους στηρίζουν μιαν επισφαλή φήμη. Τί μένει; Μένει μόνο μια θλίψη για ανθρώπους υπερφίαλους, με σύμπλεγμα κατωτερότητας, και αναλώσιμους, που στην κορυφή της δόξας τους συνέβαλλαν κι αυτοί στην εξαθλίωση της ανάγνωσης κατά το μέτρο της εξουσίας που πόθησαν, και που μοιάζουν τώρα σαν τα έσχατα στην κλίμακα θύματα του εφιάλτη που εξαπέλυσε μια κοινωνία με όρεξη αυτοκαταστροφής. Η επικείμενη πραγματικότητα και η γνώση της δίνει στη θέα τους εκτός από μιαν αίσθηση οίκτου και μια κίνηση αηδίας από πατημένα περιττώματα.
.
.
.
.
.
photo©Andre Kertesz, 1943
.
.
.
Έφη Καλογεροπούλου, Δάσος
26/05/2010 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Έφη Καλογεροπούλου, Δάσος

όλο τα απόγευμα με ένα μυτερό μολύβι
σχεδίαζε δέντρα, ρίζες, κλαδιά και φύλλα
μετά τα έκοβε προσεκτικά και με επιμέλεια
σε χοντρό χαρτόνι τα κολλούσε
έτσι έφτιαξε ολόκληρο δάσος με αλέες
και τώρα ανάμεσα σε αυτές προχωρά
στα δροσερά φυλλώματα από κάτω
και ευτυχία νοιώθει μεγάλη
για τον περίπατο αυτό και την ελευθερία
πιο κάτω μόνο σε ένα κομμένο σκόνταψε κορμό
δέντρου ψηλού βαθύριζου, γυμνό
που ευχόταν στη θάλασσα κάποιος να το πετάξει
ταξίδι μακρύ να κάνει και να μη μένει
άλλο εκεί ριγμένο στα μάτια των περαστικών.
.
.
.
Από την ποιητική της συλλογή «ήχος από νερό», εκδόσεις Ενδυμίων
Παραγγελία βιβλίου
Η κ. Καλογεροπούλου στις Στάχτες ν26
.
.