CAMÕES, Η Πάσα Ποικιλία των Πάντων
26/10/2009 § Σχολιάστε

LUÍS VAZ DE CAMÕES (1514-1580)
A FERMOSURA DESTA FRESCA SERRA
A fermosura desta fresca serra
E a sombra dos verdes castanheiros,
O manso caminhar destes ribeiros,
Donde toda a tristeza se desterra;
O rouco som do mar, a estranha terra,
O esconder do Sol pelos outeiros,
O recolher dos gados derradeiros,
Das nuvens pelo ar a branda guerra;
Enfim, tudo o que a rara natureza
Com tanta variedade nos of’rece,
Me está, se não te vejo, magoando.
Sem ti, tudo me enoja e me aborrece;
Sem ti, perpetuamente estou passando,
Nas mores alegrias, mor tristeza.
#
ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΔΡΟΣΕΡΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΤΑ ΕΞΑΙΣΙΑ ΚΑΛΛΗ
Αυτού του δροσερού βουνού τα εξαίσια κάλλη•
και οι καστανιές οι πράσινες με τα εύσκια φύλλα·
των ρυάκων το μαιάνδρισμα που τη μαυρίλα
του μισεμού εξορίζει και τον πόνο• ή –πάλι–
ο φλοίσβος της θαλάσσης σ’ ώριο περιγιάλι·
της γης τα σβωλαρούδια• οι λόφοι και η ασπρίλα
τους η χρυσή στο ηλιοβασίλεμα• τα κοίλα
των σύγνεφων, που ορχούνται οι ανέμοι· το χαλάλι
το μέγα των χυμών που η Φύσις θέλει στύψει
απλόχερα να πιω• και η πάσα ποικιλία
των πάντων με πληγώνουν τώρα που μου λείπεις.
Χωρίς εσέ οι ηδονές μού φέρνουν υπνηλία
–αξία έχουν (το πολύ) λιανής, αχνής τολύπης–,
μιας κι η χαρά μικραίνει και αβγαταίνει η θλίψη.
.
.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
.
.
Γιώργος Χουλιάρας, Η αλήθεια της ποίησης
24/10/2009 § Σχολιάστε

στο Δημήτρη και την Ελένη
Στα πεδία της φαντασίας με τα μυτερά αγκάθια τους
ματώνει η αλήθεια
γεμίζουν δάκρυα τα μάτια στο χαρτί
και τη μελάνη
ακόρεστα απομυζούν από την πένα
καθώς εικόνες αυτοκίνητες τσαλακώνονται
στα σιδερωμένα σεντόνια της ασφάλτου
όπου ξυπνά μια γυναίκα που μέσα της
μαλάκωσε το ελατήριο τού έρωτα
στο τίναγμά του παρασύροντας, όπως φυσά ο καιρός
τα μαύρα στίγματα τού μυστικού ιλίγγου ασκητών
πάνω στα απλωμένα ασπρόρουχα
Τώρα, αταξινόμητη καρποφορία γεγονότων
πάνω στο μάρμαρο μια φανερώνεται η εικόνα
του ψωμιού που το θηλάζει το αλεύρι
μια κρύβεται σε δάχτυλα ζυμωμένα με κιμωλίες
Ενώ αυτούς που περπατούν σταθερά
με τα πόδια στα σύννεφα
και το κεφάλι στη γη
τους ακροβολιστές τού ύπνου με το χαραγμένο σώμα
καταδιώκουν όσοι ζουν πίσω απ’ το σκοτάδι
στα ρηχά του αδίστακτου λάθους που κανείς δε θυμάται
σε κοιτώνες για δεσμοφύλακες και μπράβους της λήθης
Και πάλι απ’ τις σχισμάδες τής πολιτικής οικονομίας
φυτρώνουν αγριεμένα τα ποιήματα
με τις κραυγές τής επανάστασης
κλεμμένες απ’ τους θαλάμους
και τα εγχειρίδια των βασανιστών
με τις κραυγές τού έρωτα ξεσηκωμένες από τα τρυφερά
αφτάκια των παιδιών
Ταξιδεύουμε πάνω σε πελώρια γραμματόσημα
που συνδέουν τις εποχές
μουσκεύουν στους ατμούς του νερού στον αέρα
στεγνώνουνε για λίγο πάνω από την έρημο
κι όταν σαπίσουν τα μικρά δοντάκια τους
συντρίβονται στο έδαφος
το γράμμα φτάνει — περνάμε στη νέα εποχή
Όταν μας γράφει κάποτε τις νύχτες
άφωνος παραμιλά
φωνάζει μόνος του μες στο κλειστό του στόμα
Δε μπορεί
μια μέρα μάς φέρνει πιο κοντά: εκεί που είμαστε
.
.
.
.
Από τη συλλογή Ο θησαυρός των Βαλκανίων, Εκδόσεις Ύψιλον 1988
.
.
photo©Adams Ansel 1981 (slightly altered)
.
.
Γκαίτε: «Πώς ο νους δε χάνει την ελπίδα…»
22/10/2009 § Σχολιάστε

Πώς ο νους δε χάνει την ελπίδα.
Σε πράγματ’ ασήμαντα μένει κολλημένος
Και με τα χέρια σκάβει, λυσσασμένος,
Για να βρει στο τέλος μιαν ακρίδα!
Μπορεί ν’ ακουστεί τέτοια φωνή
Εδώ, στον κύκλο των πνευμάτων;
Και όμως η ψυχή μου ευγνωμονεί,
Εσένα, τ’ αθλιότερο όλων των πλασμάτων.
Με λύτρωσες απ’ την απελπισία,
Που τις αισθήσεις μού ’κανε κουρέλι.
Αχ, με τόσο πελώρια οπτασία
Θα ’πρεπε να νιώθω παιδαρέλι.
Εγώ, που μ’ έβλεπα σαν ομοίωμα Θεού
Πίστευα πως άγγιζα την αιώνια αλήθεια,
Ήθελα να γευτώ τη λάμψη τ’ ουρανού
Και ν’ αποβάλω κάθε θνητού συνήθεια.
Εγώ, σα χερουβείμ, που όλο δυναμώνει
Στις φλέβες της φύσης έλεγα κυλώ
Και των Θεών το βίο ζητούσα να χαρώ.
Για το θράσος μου πόσο μετανοώ,
Μια βροντερή φωνή μ’ έκανε σκόνη.
Κακώς είχα το θράσος να σου μοιάσω!
Κι αν είχα δύναμη για να σε πλησιάσω,
Να σε κρατήσω η δύναμη δε σώνει.
Κείνη την άγια στιγμή
Ήμουν παιδί αντρειωμένο.
Μ’ έστειλες πίσω στη γραμμή
Στ’ αβέβαιό μου πεπρωμένο.
Τί ν’ αποφεύγω, ποιος θα μου το μάθει;
Να υπακούω σε κάθε μου ορμή;
Αχ, οι πράξεις μας, το ίδιο και τα πάθη
Της ζωής μας κόβουν τη ροή.
Σα φτάνουμε στου πνεύματος το μεγαλείο
Ξένο σώμα πάνω του κολλάμε
Και το καλό στον κόσμο σα μετράμε,
βλέπουμε πως είναι ψεύτικο, γελοίο.
Αυτοί που μας έδωσαν ζωή και της ψυχής τα κάλλη,
Παγώνουν σα βρεθούν μες στην επίγεια ζάλη.
Όταν με τόλμη τα φτερά ανοίγει η φαντασία
Και στο αιώνιο προσδοκά ν’ ανυψωθεί,
Μια στάλα τόπος μπορεί να της αρκεί,
Μόλις στη δίνη των καιρών χάσει την ευτυχία.
Η έγνοια βαθιά μες στην καρδιά φωλιάζει,
Σκάβει κρυφές πληγές και μας σπαράζει.
Μας κλέβει κάθε μας χαρά, κάθε ηρεμία
Και πάντοτε σκεπάζεται με νέα προσωπεία.
Πότε χωράφι, σπίτι κι οικογένεια εμφανίζει,
Άλλοτε δηλητήριο, μαχαίρι και φωτιά,
Τρέμει κανείς το άγνωστο με κάθε του ματιά,
Κι ό,τι δεν έχασε, με δάκρυ το ποτίζει.
Δε μοιάζω στους Θεούς! Προχώρησα πολύ!
Με το σκουλήκι μοιάζω, που σκάβει μες στη γη.
Σ’ αυτό που σέρνεται και ζει μέσα στη σκόνη,
Ώσπου αγνώστου πέλμα με βία το σκοτώνει!
Δεν είναι σκόνη, αυτός ο τοίχος ο ψηλός,
που με χιλιάδες ράφια με πλακώνει;
Η ανόητη φλυαρία που με ζώνει
Και προς το σκώρο με σπρώχνει διαρκώς;
Εδώ θα βρω ό,τι δεν έμαθα με τόσους κόπους;
Θα ξεφυλλίζω τόμους τα βιβλία,
Για να δω πως τυραννία βασανίζει τους ανθρώπους
Και πως ελάχιστοι κατακτούν την ευτυχία;
Τί μου γελάς, άδεια νεκροκεφαλή;
Κι εσένα το μυαλό σου βρέθηκε θολωμένο,
Έψαξε την αλήθεια σε δύση και ανατολή,
Και βγήκε στο τέλος οικτρά απατημένο!
Με ειρωνευτήκατε όργανα, που με σπουδή,
Μου δίνατε κύλινδρο, τροχό και σμίλη,
Ήμουν στην πόρτα, κι είσαστε το κλειδί,
Γεράσατε μα δεν ανοίγεται την πύλη.
Μέρα καταμεσήμερο, στο φως
Το πέπλο δε σηκώνεται της φύσης
Κι ό,τι δε θέλει να γνωρίσεις
Δεν ξεσηκώνουν τροχαλία και μοχλός.
Εσύ, παλιό και άχρηστο εργαλείο,
Σε κρατώ μόνο για του πατέρα μου τη χάρη
Κι εσύ, παλιά περγαμηνή, που λυχνάρι
Θα σε καπνίζει, όσο φωτίζει το γραφείο.
Κάλλιο το λιγοστό μου βιος να ’χα σκορπίσει,
Παρά με λίγα φορτωμένος να ιδρώνω!
Ό,τι απ’ τον πατέρα σου έχεις κληρονομήσει,
Θα το κρατήσεις, αν το κερδίσεις μόνο!
Τ’ άχρηστο είναι βαρύ φορτίο.
Αξίζει μόνο της στιγμής το μεγαλείο.
.
.
Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, Φάουστ, Μια τραγωδία,
Μέρος πρώτο, στ. 602-685, μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης, 2001
Ευχαριστώ το «Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό» που δεν χρειάστηκε να δακτυλογραφίσω ο ίδιος το κείμενο.
– Εικαστικό έργο: ©Antoni Tapies 1981
.
.
Κ. Καρυωτάκης
20/10/2009 § Σχολιάστε

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά
και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα ‘λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.
Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.
.
.
.
photo©Marc Stephens, 1981
.
.