Αλμπερ Καμύ- Ζακ Μονό: Δύο τολμηροί και ιδιοφυείς διανοητές του 20ου αιώνα
03/02/2022 § Σχολιάστε

Στην πιο σκοτεινή πτυχή της σύγχρονης ιστορίας, και στην κατεκτημένη από τους Ναζί Γαλλία, δύο νεαροί Γάλλοι αρχίζουν να χαράζουν μια φωτεινή τροχιά που μερικά χρόνια αργότερα θα οδηγούσε τον καθένα τους στην αίθουσα απονομής των βραβείων Nobel και στην ανάδειξή τους, ανάμεσα στους σημαντικότερους διανοητές του 20ου αιώνα.
Τον έναν, που τον έλεγαν Αλμπέρ Καμύ, τον βρίσκουμε να δουλεύει το 1943 στην αντιστασιακή εφημερίδα Combat υπογράφοντας τα άρθρα του με το ψευδώνυμο Bauchard. Τον άλλον, που τον έλεγαν Zακ Μονό, τον βρίσκουμε να εργάζεται στο εργαστήριο Zωολογίας στη Σορβόννη, παράλληλα όμως να δραστηριοποιείται στις τάξεις της Γαλλικής Αντίστασης με το ψευδώνυμο Malivert, ως διοικητής του τμήματος που ήταν επιφορτισμένο με την διενέργεια σαμποτάζ και κατασκοπείας προς όφελος των συμμαχικών δυνάμεων.
Οι τροχιές των δύο ανδρών δεν θα συναντηθούν παρά το 1948, δηλαδή 3 χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου. Αυτή όμως τη φορά στο στόχαστρό τους δεν είναι η ναζιστική θηριωδία, αλλά η καταγγελία του ιδεολογικού απολυταρχισμού που έχει εγκαθιδρυθεί στη Σοβιετική Ένωση, εξαιτίας της οποίας ο Μονό και πολύ νωρίτερα ο Καμύ έχουν αποχωρίσει από το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, του οποίου υπήρξαν μέλη.
Αφορμή για τη συνάντηση αυτή ήταν ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στο προσκείμενο στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα περιοδικό Les Lettres Françaises με τίτλο: “Ένα μεγαλειώδες επιστημονικό γεγονός“, στο οποίο ο ενθουσιώδης συντάκτης εξυμνούσε τους νέους νόμους της κληρονομικότητας που έφερε στο φως ο … κορυφαίος σοβιετικός επιστήμων Τροφιμ Λυσένκο, χάρη στους οποίους θα γινόταν δυνατή η μετατροπή του καλοκαιρινού σιταριού σε χειμωνιάτικο, προκειμένου να διπλασιαστεί η σοβιετική παραγωγή σιτηρών.
Ο Καμύ έχοντας υπόψη τις επιφυλάξεις των δυτικών επιστημόνων για την ορθότητα της θεωρίας του Λυσένκο-που αμφισβητούσε την ύπαρξη των γονιδίων ως φορέων της κληρονομικότητας- αλλά και τις ανησυχίες τους για τις διώξεις του σταλινικού καθεστώτος κατά των Σοβιετικών γενετιστών που αντετίθεντο στην ορθότητά της, επιθυμούσε να βρει κάποιον βιολόγο ο οποίος θα συνέτασσε μια σχετική απάντηση στην εφημερίδα Combat, της οποίας είχε τη διεύθυνση.
Τον βιολόγο αυτόν βρήκε στο πρόσωπο του Μονό, ο οποίος τότε εργαζόταν στο Ινστιτούτο Παστέρ. Το άρθρο του Μονό δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1948 με τίτλο: “Η νίκη του Λυσένκο δεν έχει κανένα απολύτως επιστημονικό χαρακτήρα“. Στο άρθρο του ο Μονό, απηύθυνε ένα δριμύ κατηγορώ στον πολιτικό καιροσκοπισμό του Λυσένκο, υπερασπίστηκε τους διωκόμενους γενετιστές, και κατέδειξε ότι μόνο παραπλανημένη δεν ήταν η σοβιετική ηγεσία όταν καθιστούσε κυρίαρχη μια ολοφάνερα αντιεπιστημονική θεωρία, αλλά αντιθέτως ότι την προώθησε διότι ήταν απολύτως συμβατή με το επίσημο δόγμα του σταλινικού καθεστώτος.
Το άρθρο αυτό στοίχισε στο Μονό την απώλεια φίλων που παρέμεναν στο Γ.Κ.Κ. το οποίο υπερασπιζόταν με πάθος τον Λυσενκοϊσμό, ως υπόδειγμα προλεταριακής επιστήμης. Πια όμως είχε βρει στο πρόσωπο του Kαμύ, έναν νέο φίλο με τον οποίο μοιράζονταν την αντίθεσή τους σε οποιαδήποτε μορφή ολοκληρωτισμού και την πίστη στην αναπαλλοτρίωτη αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Η φιλία που ανέπτυξαν και η οποία συνεχίστηκε ως τον πρόωρο θάνατο του Καμύ στην ηλικία των 46 ετών (1960), σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, επηρέασε αμοιβαία το έργο τους.
Ο Καμύ το 1951 στο βιβλίο του “Επαναστατημένος Άνθρωπος” -που στάθηκε αιτία να διαρρήξει τη φιλία του με τον Ζαν Πωλ Σαρτρ, λόγω της οξύτατης κριτικής που άσκησε στον Μαρξισμό- επηρεασμένος από το άρθρο του Μονό για τον Λυσενκοϊσμό, είδε καθαρότερα γιατί ο σοβιετικός ολοκληρωτισμός επιτέθηκε ανελέητα κατά της ελευθερίας της επιστημονικής έρευνας γράφοντας:
Η μόνη επιστημονική πλευρά του μαρξισμού βρίσκεται στην προκαταβολική άρνηση των μύθων και την προβολή των πιο σημαντικών συμφερόντων. …
Δεν πρέπει λοιπόν να απορούμε που για να κάνει (ο Μαρξ) τον μαρξισμό επιστημονικό και να διατηρήσει αυτόν τον μύθο, έπρεπε να κάνει την επιστήμη μαρξιστική, διά της βίας.
Η πρόοδος της επιστήμης από τον Μαρξ και πέρα, έγκειται στο ότι αντικατέστησε τον ντετερμινισμό και τον αρκετά αδέξιο μηχανισμό που είχε στα χρόνια του Μαρξ, με την πιθανοκρατία. Ο Μαρξ έγραφε στον Ένγκελς ότι η θεωρία του Δαρβίνου αποτελούσε τη βάση της θεωρίας τους.
Για να μείνει λοιπόν αλάνθαστος ο Μαρξισμός, έπρεπε να απορρίπτονται όλα τα βιολογικά επιτεύγματα μετά τον Δαρβίνο. Και επειδή τυχαίνει αυτά τα επιτεύγματα, μετά τις αιφνίδιες μεταβολές που διεπίστωσε ο de Vries, να εισάγουν, ενάντια στον ντετερμινισμό, την έννοια του τυχαίου στη βιολογία, ανατέθηκε στον Λυσένκο να πειθαρχήσει τα χρωμοσώματα και να αποδείξει πάλι, τον πιο στοιχειώδη ντετερμινισμό.
Αυτό είναι γελοίο. Διότι αν ισχύσει αυτό τότε ο 20ος αιώνας θα πρέπει να αρνηθεί την αναιτιοκρατία στην επιστήμη, την ειδική θεωρία της σχετικότητας, τη θεωρία των κβάντα και τέλος τη γενική τάση της σύγχρονης επιστήμης. Ο Μαρξισμός είναι σήμερα επιστημονικός, αν αντιστρατεύεται τον Χάιζεμπεργκ, τον Μπωρ, τον Αϊνστάιν και τους μεγαλύτερους σοφούς της εποχής.
Άλλωστε η αρχή, σύμφωνα με την οποία πρέπει να υποτάσσεται η επιστημονική λογική στις απαιτήσεις της προφητείας, δεν έχει τίποτε το μυστηριώδες. Έχει κιόλας ονομαστεί αρχή της αυθεντίας· είναι η ίδια που κατευθύνει τις Εκκλησίες, όταν θέλουν να υποδηλώσουν την πραγματική λογική στη νεκρή πίστη και την ελευθερία του πνεύματος, στη διατήρηση της κοσμικής εξουσίας.
Ο συγγραφέας που στην εισαγωγή του βιβλίου του έγραφε: Η ιδεολογία σήμερα ασχολείται με την άρνηση των άλλων ανθρώπων, που οι ίδιοι έχουν το δικαίωμα να παραπλανηθούν. Τότε είναι που αρχίζουμε να σκοτώνουμε… στην ιδιόχειρη αφιέρωση του δοκιμίου που απέστειλε στον φίλο του, σημείωνε: Στον Ζακ Μονό, ως απάντηση σε μερικά από τα ερωτήματά μας, με τη λέξη “μας”, υπογραμμισμένη…
Όπως ο συγγραφέας και φιλόσοφος, επηρεασμένος από το βιολόγο φίλο του, ενέταξε στην οπτική του την επιστήμη, έτσι και ο βιολόγος, στο κλασσικό πλέον βιβλίο, που εξέδωσε το 1970, την Τύχη και Αναγκαιότητα, επηρεασμένος από τον φιλόσοφο φίλο του γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα στην Επιστήμη και τη Φιλοσοφία, προσθέτοντας δίπλα στο αμιγώς επιστημονικό ερώτημα: Τι είναι η ζωή; το αμιγώς φιλοσοφικό: Πώς πρέπει να την ζούμε, ώστε να έχει νόημα.
Στο βιβλίο του ο Μονό, εξηγεί γιατί η δημιουργία (και) του ανθρώπινου είδους είναι αποτέλεσμα της τύχης και όχι ενός προδιαγεγραμμένου σχεδίου, υποστηρίζει ότι οι θρησκευτικές ή ιδεολογικές πεποιθήσεις που αντιστρατεύονται την ιδέα αυτή εκτός από αβάσιμες, ευθύνονται για τις βίαιες αντιπαραθέσεις που ιστορικά έχουν ταλανίσει τις ανθρώπινες κοινωνίες και προτείνει ότι το δυναμικό του ανθρώπου θα απελευθερωθεί όταν ο ίδιος αποφασίσει πώς να ζει, και πώς να δρα, σε κοινωνίες στις οποίες θα δεσπόζει η επιβεβαιωμένη γνώση, η δημιουργικότητα και η ελευθερία.
Στις μέρες τους ο Καμύ και ο Μονό αντιτάχθηκαν στις δύο δεσπόζουσες ολοκληρωτικές και αντιεπιστημονικές ιδεολογίες, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του πολέμου και τη δημοφιλία τους, στον καιρό της ειρήνης. Σήμερα, που οι θρησκευτικοί και πολιτικοί εξτρεμισμοί ξαναπαίρνουν “κεφάλι”, απειλώντας με νέους ολοκληρωτισμούς τον σύγχρονο κόσμο, το αίτημά τους για την υπεράσπιση των αξιών της κατανόησης, του διαλόγου, της μετριοπάθειας της ίδιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, είναι περισσότερο παρά ποτέ επιτακτικό.
Για την σύνταξη του άρθρου εκτός από τα δύο βιβλία του Ζακ Μονό, την “Άνοδο και την Πτώση του Λυσένκο”, την “Τύχη και Αναγκαιότητα” και το βιβλίο του Αλμπερ Καμύ “Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος” αξιοποιήθηκαν οι ακόλουθες πηγές:
- http://eprints.nottingham.ac.uk/34418/1/pdf.pdf
- http://lareviewofbooks.org/article/chance-necessity-revisited/#
- http://www.spiked-online.com/newsite/article/camus_and_monod_courage_and_genius/14328#.WM9bLXfxOV5
πηγή: biology4u.gr
⎈
[ο Δυτικός πολιτισμός κατά Pascal Bruckner [I]·
01/02/2022 § 2 Σχόλια

«Τίποτα δεν είναι πιο επίβουλο από την ιδέα ενός συλλογικού σφάλματος που θα περνάει από γενιά σε γενιά κηλιδώνοντας για πάντα ένα λαό ή μία κοινότητα. Η ψυχική συντριβή δεν συνιστά μια πολιτική, Έτσι καθώς δεν υπάρχει κληρονομική μετάδοση της κατάστασης του θύματος, δεν υπάρχει κληρονομικότητα της κατάστασης του δήμιου: μιας και νδεν υπάρχει ενοχή λόγω συγγένειας, το «καθήκον της μνήμης» δεν συνεπάγεται την αυτόματη αγνότητα ή διαφθορά των εγγονών ή δισέγγονων. Η ιστορία δεν χωρίζεται ανάμεσα σε αμαρτωλά έθνη και αγγελικές ηπείρους, καταραμένες φυλές και άμεμπτους λαούς, αλλά ανάμεσα σε δημοκρατίες που αναγνωρίζουν τις φαυλότητές τους και δικτατορίες που τις κρύβουν φορώντας τα χρυσά κουρέλια του μάρτυρα. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε το προφανές πως οι Αφρικανοί, όπως και οι Ασιάτες ή οι Γάλλοι, είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για την πρόοδό τους· και για την καθυστέρηση τους δεν έχουν να ψέξουν παρά τον ίδιο τον εαυτό τους, όσο μεγάλη κι αν είναι η σκληρότητα του διεθνούς συστήματος (κι έστω αν σε ορισμένες περιπτώσεις η λεηλασία του πλούτου τους από τις ξένες επιχειρήσεις συνεχίζεται με τη συνενοχή των τοπικών αρχών, έστω κι αν πρέπει να αγωνιστούν για την παραγραφή του χρέους τους). Οι πρώην αποικιοκρατούμενοι, με τον αγώνα τους, έγιναν κύριοι του πεπρωμένου τους· συνεπως είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους και δεν μπορούν αιωνίως να φορτώνουν τα πάντα στις παλιές μητρόπολεις, να αποδίδουν τα σφάλματά τους σε μια «αποικιοκρατία δίχως αποικιοκράτες» (Μαρκ Φερρό), κάτι που θυμίζει αυτομάτως το περίφημο μαχαίρι δίχως λάμα από το οποίο λείπει η λαβή (Λίχτενμπεργκ). Δεν υπάρχουν αθώα Κράτη: να τι μάθαμε κατά τη διάρκεια του δεύτερου μέρους του περασμένου αιώνα, δεν υπάρχει Κράτος που να μην θεμελιώθηκε πάνω στο έγκλημα και τον εξαναγκασμό, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων που μόλις έκαναν την εμφάνισή τους στη σκηνή της ιστορίας. Αλλά υπάρχουν Κράτη ικανά να αναγνωρίζουν και να κοιτάζουν καταπρόσωπο τη βαρβαρότητά τους και άλλα που, μες στην αλλοτινή τους καταπίεση, αναζητούν δικαιολογίες για τη σημερινή κακότητάς τους.»
*
[Πασκάλ Μπρυκνέρ, Η τυραννία της μεταμέλειας: Δοκίμιο πάνω στον δυτικό πολιτισμό. Μετφρ.: Λόισκα Αβαγιανού, εκδόσεις Αστάρτη 2007
❂
[κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό·
07/01/2022 § Σχολιάστε
Γιώργος Σεφέρης, Ερωτικός λόγος

Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.
ΠΙΝΔΑΡΟΣ
A.
Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.
Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ’ αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος· ένας απλός παλμός.
Β.
Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό·
λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια…
Ω μην ταράξεις… πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό
ξεκίνημά της… τ’ άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί…
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ʼσουν εσύ που θα ʼφερνες την ξεχασμένη αυγή!
Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν’ ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ’ ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδι αυλού…
Η νύχτα να ʼταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.
Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.
Γ.
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς
τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη·
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.
Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ’ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:
«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.
»Με του ματιού τ’ αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ’ αστέρια.
»Την ακοή μου ως να ʼσμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.
Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου…»
Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ’ ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ’ αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.
…Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς…
Δ.
Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ’ ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.
Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.
Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές…
Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μία ψυχή.
Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.
.
Ε.
Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ʼναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;
Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ’ ανοιχτά
τριαντάφυλλα… Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας… Ο κόσμος είναι απλός.
Στροφή, 1931
⚙︎
[Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου ·
30/12/2021 § Σχολιάστε
Κώστας Καρυωτάκης (1896 – 1928)

ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ
Τότε λοιπόν αδέσποτο θ’ αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.
Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.
«Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρύσω.
Οταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
― πρώτη φορά ― σε τέσσερων τον ώμο.
Υστερα, και του βίου μου την προσπάθεια
αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει
ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.