[επίσημα και τελετουργικά, πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο·
29/12/2021 § Σχολιάστε
Κώστας Καρυωτάκης (1896 – 1928)

ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ
Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.
Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ’ όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.
Χορός ημιπαρθένων, δυο δυο,
μ’ αλύγιστο το σώμα, θριαμβευτικά,
επίσημα και τελετουργικά,
πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο.
Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες.
Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές,
αύριο παναγίες, όσο προχτές,
ακούοντας τη «Valenzia», σκαμπρόζες.
Ένα διάστημα παίζετε το τέρας
με τα τέσσερα πόδια κολλητά.
Τρέχετε και διαβάζετε μετά
τον οδηγό σας «δια τα μητέρας».
Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μια φουρκέτα τ’ άδειο σας κεφάλι!
Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,
γλοιώδη στόματα υποκριτικά,
ανυποψίαστα, μηδενικά
πλάσματα, και γι’ αυτό προνομιούχα…
⌽
[το χλιαρό χάδι ενός χειμωνιάτικου ήλιου·
25/12/2021 § Σχολιάστε

©stratos fountoulis: erotic composition of a grapefruit
Σαν πας να γράψεις κάτι
που καιρό τώρα σε πνίγει
κολλάς.
Και μένεις σαστισμένος
να κοιτάς μια εσένα και μια το χαρτί.
Μια το χαρτί
και μια εσένα.
Σηκώνεις το κεφάλι
βαρύ από τη σκέψη,
τα ‘πρέπει’ και τα ‘μη’
διστάζεις
μα τελικά ανοίγεις τα βλέφαρα,
μαζί και την καρδιά σου,
κοιτάς γύρω σου,
γύρω απ’ το περίφημο ‘εγώ’ σου,
βλέπεις τσιμέντο και σίδερο,
κεραίες και μπουγάδες να στάζουν,
βλέπεις όνειρα στριμωγμένα
σε υπόγεια, ταράτσες και δυάρια.
Τα βλέπεις;
Μυρίζεις απορρυπαντικό και καυσαέριο.
Μυρίζεις και το γιασεμί
από τον κήπο της γλυκιάς γιαγιάς
απέναντι
που πάντα χαμογελά
κοιτώντας μια εσένα και μια τον ήλιο.
Μια τον ήλιο
και μια εσένα.
Βλέπεις και μυρίζεις αγάπη.
Σχεδόν την αγγίζεις.
Αγάπη ωμή.
Σαν αυτή που ζωγράφισε
τις ψυχές όλων πριν από εσένα.
Αγάπη που σε έκανε να χαμογελάς
σε στιγμές σιγής και σκοτεινιάς.
Αγάπη σαν αυτή που πάντα
αντηχούσε στα αυτιά σου
σαν μια αλλόκοτη μελωδία.
Αγάπη σαν αυτή που σε έκανε να γράφεις.
Κοιτάς ξανά απέναντι
και δεν βλέπεις τίποτα άλλο
παρά άσπρους τοίχους και σίδερα,
μπουγάδες και κεραίες.
Όμως εσύ να λες πως βλέπεις κάτι άλλο.
Βλέπεις τα βουνά του ορίζοντα
που γεύονται το χλιαρό χάδι ενός χειμωνιάτικου ήλιου.
Βουνά που έστεκαν πάντα εκεί
ενώ εσύ ερωτευόσουν,
αγαπούσες,
έκλαιγες
και ξαναερωτευόσουν.
Βλέπεις έναν ήλιο να ανατέλλει αργά αργά
μιας και ξέρει πως τον παρακολουθείς.
Ξέρει ότι δεν είναι απλά ο ήλιος
αλλά κάτι πολύ περισσότερο.
Κάθε ηλιακτίδα που χάνεται
ένα σκίρτημα στην καρδιά σου
και μια σιγή γλυκιάς μελαγχολίας απλώνεται τριγύρω.
Μα δεν σε πειράζει γιατί ξέρεις
πως κοιτάς απλά έναν άσπρο τοίχο
και ανακουφισμένος στέκεσαι
πάλι αντίκρυ στο χαρτί
με τις πρώτες λέξεις να ανατέλλουν
όπως ο χειμωνιάτικος ήλιος
και το μολύβι σου
να αρχίζει να κινείται δειλά
χαράζοντας ηλιακτίδες,
όνειρα και αγάπη
σε ένα χαρτί
που θα έλεγες
πως μοιάζει με εκείνον τον άσπρο τοίχο.
*
©Johnny Droga
[Στάχτες Αρχείο 09/02/2012
⚙︎
[Η Αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους·
22/12/2021 § Σχολιάστε
Μανώλης Αναγνωστάκης (1925-2005)

©Latifa Echakhch, Sun Set Down (02), 2021. Courtesy of the artist and kamel mennour, Paris and London.
Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τί κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες που δεν έχεις πια τί να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιός θα ρθεί να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.
Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.
***
Από τη συλλογή «Εποχές 3» (1951).
Από το βιβλίο: Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα» (1941-1971), δεύτερη έκδοση, Πλειάς, Αθήνα 1975, σελ. 69-70.
[τρικυμισμένα όνειρα μιας άλλης εποχής·
14/12/2021 § Σχολιάστε

©Eva Bodnar, Perfect Home, 1991-oil on canvas 120 X 115 cm /Courtesy Galerie Elisabeth & Klaus Thoman, Vienna(A)
Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, δύο ποιήματα
ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Καθώς το σκοτάδι απλώνεται πάνω στην πόλη
θ’ αρχίσεις πάλι εκείνο το παράξενο παιχνίδι
των λέξεων πάνω στο χαρτί.
Χωμένος στην έρημη γωνιά σου
θα κρυφτείς ξανά από τους άλλους
για να μπορέσεις μυστικά να φανερωθείς ακέραιος
μπροστά στον έκπληκτο εαυτό σου,
που δύσκολα περιμένει.
Το λαχταράς στ’ αλήθεια το παιχνίδι αυτό,
γιατί στο βάθος ξέρεις καλά
πόσο αξίζουν αυτές οι λέξεις,
πόσες θυσίες μέσα τους κουβαλούν
με πόσο αίμα και δάκρυ είναι φορτωμένες.
Οι μέρες που θα ‘ρθούν δε με τρομάζουν.
Θα παρελάσουν μπρος μου σα γνώριμοι φαντάροι
με βήμα κοφτό, συγκρατημένο, ήρεμο ύφος.
Εγώ, κρατώντας μια θέση βολική μέσα στο πλήθος,
θα καμαρώνω με την ανύποπτη σιγουριά
που δε γνώρισε τρικυμίες ή τις απέφυγε.
Οι μέρες που θα’ ρθούν δε με τρομάζουν.
Μαζί μου θα σβήσουν – γυμνές γυναίκες, ήμερες,
ολοκληρωτικά καταχτημένες.
Θα πάρουν μαζί τους το στερνό τραγούδι μου
– εκείνο το γνωστό τραγούδι, που φοβισμένα ψιθυρίζουμε,
όταν σκεφτόμαστε τρικυμισμένα όνειρα μιας άλλης εποχής,
ημέρες φωτερές,
ολόδροσα βήματα,
βραδυνά χωρίς υποψία.
*