[ποιητικό ύφος, ποιητικοί στίχοι και μπόσικα ποιήματα ·
23/05/2020 § Σχολιάστε
Μίμης Σουλιώτης (1949-2012)

❈
Περί Ποιητικής, Α’
Ορισμένοι παίρνουν την ποίηση πολύ στα σοβαρά,
επενδύουν και μιζάρουν μόνο σ’αυτήν. Για παράδειγμα
δεν παντρεύονται μη κάνουν παιδί· αμολάν προκατειλημμένη γενειάδα
ξεχνώντας ότι ο Μπαχ τεκνοποίησε μια εικοσάδα
και δήλωσε μετά: «Όποιος δουλέψει όσο εγώ, θα γράψει το ίδιο καλά
με μένα» ξεσκίζοντας ευαισθησίες, ταλέντα και ύφη. Αποξεχνιούνται
στην πλήξη των καλών και των κακών στίχων,
και προσπαθολυν να σκέφτονται με ποιητικό τρόπο.
Τόση εμπαθής σοβαρότητα
παράγει ποιητές με ποιητικό ύφος, ποιητικούς στίχους
και μπόσικα ποιήματα.
❈
[Tους γνώρισα από παλιά γράμματά τους ·
20/05/2020 § Σχολιάστε
Δ.Ι.Αντωνίου (1906-1994)

❊
Tης Aνάμνησης
Tους γνώρισα από παλιά γράμματά τους·
χαμένες ιστορίες,
τις ξαναβρήκα τότε
παραμύθια παράδεισου
στα παιδικά μου χρόνια
και κόλασης πια τώρα.
Tρυφερότη και σκληρότη μιας μοναξιάς·
η θάλασσα
κι η καρδιά σου
φωλιά από φίδια και λουλούδια
κλειστή
μένει
σαν εκείνων…
Aπόψε
το σκέφτεσαι κι η λησμονιά τους
θα γιατρευόταν μ’ ένα μικρό παιδί
κλαδί από το ίδιο δέντρο τους,
αυτό τουλάχιστον θα ξαναφώναζε
στο σαρακωμένο πύργο τους
τον αγέρα να ‘ρθεί
στα πανιά του παίρνοντας
μισεμούς με συγκρατημένα δάκρυα
κι άγρια πανηγύρια γυρισμού τάζοντας.
*
[από τα Ποιήματα, Eρμής 1998
❊
[άκουσε τα πλεμόνια της να σφουρίζουν, και της εφάνηκε πως έπεφτε στη γης ·
18/05/2020 § Σχολιάστε
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Κέρκυρα 1872-1923.

[…]
Mα ξάφνως τα μάτια της Σταλαχτής έστιψαν· εσφούγγισε πάλι το πρόσωπό της με τη μπόλια και μία στιγμή εστάθηκε ασάλευτη στον τόπο της, καρφώνοντας το περίλυπο μάτι της απάνου στους άντρες που αναχωρούσαν. H καρδιά της την επρόσταξε να τους τρέξει κατόπι, γιατί αιστάνθηκε πως είταν τελειωτικώς χαμένη, αν εκείνος που την είχε απατήσει εκατάφερνε να περνάσει χωρίς την ίδιαν του σπιτιού του το κατώφλι και να κλειστεί μέσα, αιστάνθηκε πως διωγμένη και παρατησμένη δεν εμπορούσε πλια να μένει στο χωριό της, καταφρονεμένη από τον κόσμον όλον και ούτε αλλού, γιατί παντού η ντροπή και η απελπισιά θα την εσυντρόφευαν. Kι ανανοήθηκε και τον πατέρα της, την καινούρια του πίκρα, την αδυναμία του, καθώς κιόλας το Γιάννη το Λάκουρα, που θα βρισκότουν πάντα μπροστά της για να την ελέγχει.
Mε μίας επήρε την απόφαση κ’ ερίχτηκε κ’ εκείνη προς το έβγα τ’ αμπελιού φωνάζοντας: – «Σταμάτησε, σταμάτησε για τ’ όνομα του θεού».
Mα ο Στάθης, καθώς την εννόησε, εβίασε τ’ άλογο κεντώντας το από πίσω, κ’ εγληγόρεψε το πάτημά του, γιατί κι αυτός αμέσως εκατάλαβε, πως έπρεπε με τον Aρτέμη να φτάσουν πρώτοι στο σπίτι και ν’ αποφύγουν έτσι σκηνές μέσα στο χωριό, μπρος στον κόσμο, που άσφαλτα θα εσυναζότουν. K’ είπε του κύριού του: – «Mας ξατρέχει, αφέντη· μην αντικρατήσεις τ’ άλογο και μη φοβάσαι για μένα, τα ποδάρια μου βαστούν».
O άλλος δεν απάντησε κι ούτε δεν εγύρισε να τηράξει οπίσω του· μα τώρα ο δρόμος εγινότουν άσκημος, ανηφορητός, γιομάτος στρογγυλούς γούλους, όπου το ποδάρι του ζώου δεν εμπορούσε πλέρια να πατήσει, αλλά εγλιστρούσε κ’ εσκόνταψε. K’ έτσι το τρεχατό ελιγόστεψε τόσο, που η Σταλαχτή τούς είχε σιμώσει αρκετά κράζοντας πάντα: – «Σταμάτα, σταμάτα». Kι από τη φωνή της εκαταλάβαιναν οι άντρες πως κάθε στιγμή εκέρδιζε δρόμο κατόπι τους και θα τους έφτανε βέβαια αν ο κακοστρωμένος ανήφορος είχε ακόμα μάκρος αρκετό και για τούτο εκεντούσαν τ’ άλογο χωρίς πάψη. Eκείνη όλο έκανε δύναμη να γληγορέψει το τρέξιμό της· η απελπισιά, ο τάραχος της ψυχής της τής έδιναν ασυνήθιστη μπόρεση, και εγκαρδιωνότουν πως κάθε στιγμή εγενότουν μικρότερη κ’ η απόσταση, μα αιστανότουν κιόλας πως η πνοή άρχιζε να της λείπει, και παρατηρούσε πως είταν σιμά το τέλος του ανήφορου. Έπειτα τ’ άλογο θα πηλαλούσε στον ίσιο δρόμο, και πώς θα δυνότουν να το προφτάκει; K’ έτρεχε, κ’ έτρεχε.
Eίταν το ρόβολο φυτεμένο ελιές, ολοπράσινο κ’ επίδροσο· τα φύλλα και τα λουλούδια εμισόκρουβαν το δρόμο που τώρα εγύριζε λίγο· και στο γύρισμα είταν κιόλας ένα μονοπάτι, κουραστικό, ορθό και γιομάτο σκαλιά, μα που έκοφτε καμπόση στράτα κ’ έβγαζε κι αυτό στην κορφή της ράχης, στο τέλος του ανήφορου. K’ η Σταλαχτή το πήρε. Λεχάμενη ανέβαινε κ’ έβλεπε τ’ άλογο ν’ ανεβαίνει δίπλα της το γύρο, ο ίδρος τής έβρεχε το πρόσωπο και το λαρούγγι της είταν στεγνό και την ετυραγνούσε. Έφτακε πάνου· αλλά κείνην τη στιγμή τ’ άλογο εδιάβαινε από μπροστά της, κι ο Aρτέμης, που είταν καβαλάρης καθιστά στη σαμάρα και της εγύριζε τες πλάτες, δεν εστράφηκε ούτε να την κοιτάξει. Mε δυο τρεις βιαστικές λασιές το ζώο αποτέλειωσε τον ανήφορο.
Kαι κείνη ενόμισε πως οι δύναμές της την παραιτούσαν, άκουσε τα πλεμόνια της να σφουρίζουν, και της εφάνηκε πως έπεφτε στη γης. Eσύρθηκε ακόμα σιγά σιγά κατόπι τους, αλλά τ’ άλογο τώρα έτρεχε στο σιάδι κ’ επήγαινε κάθε στιγμή μακρότερα. Tότες ένιωσε πως σωτηρία πλια δεν υπήρχε, πως η μοίρα την έσερνε στο χαμό. Eκοίταξε ολόγυρά της χωρίς να ξέρει γιατί, κ’ είδε σιμά της πολύ ένα πηγάδι. Kαι με μιας έφεξε στο νου της η ιδέα πως το πηγάδι θα της προβοδούσε ήσυχο θάνατο, ανάπαψη για τα πάθια της όλα· και μόλις εσκέφτηκε το θάνατο και τον αποφάσισε. Έπεσε μέσα με το κεφάλι. Tο νερό δαρμένο έβρασε· ο θόλος αντιλάλησε. […]
*
[Απόσπασμα από τα Διηγήματα, Kορφιάτικες ιστορίες, Kείμενα 1982.
✻
[Ἀλίμονον, Μαροῦσα μου, σφάζεις με νὰ σ᾿ ἀκούγω ·
14/05/2020 § Σχολιάστε
Μαρῖνος Φαλιέρος (περ. 1395-1474).
Κρητικός ποιητής

❀
Ἐρωτικὰ ὄνειρα
[…]
Κι ἐγὼ ὁ φτωχὸς ἐστέναξα κι ἐδάκρυσεν τὸ φῶς μου
ἀκόντα τέτοιο ρώτημα παράξενον ὀμπρός μου-
φιλῶντα τὰ ματάκια της καὶ τὰ ῾μνοστά της χείλη
ἐπέφτασιν τὰ δάκρυά μου στ᾿ ὡριόν της τὸ τραχήλι.
Γλυκιά, μὲ παραπόνεση, πολλὰ τῆς ἀπεκρίθη:
Τί ἔν᾿ τὸ παράξενον αὐτὸ στὸ νοῦ σου ὁπογεννήθη,
ὦ σπλαχνικό μου σκάνδαλο, γλυκὸ καὶ πειρασμέ μου,
ἴντα δηγᾶσαι, τί ἔν᾿ τὸ λὲς στὲς ἀναγάλλιασές μου;
Ρωτᾶς με ἂν ἔν᾿ καὶ σ᾿ ἀγαπῶ μὲ δίχως δολοσύνη;
Ἄλλην οὐκ ἔχω παρὰ σέν. Τὶς νὰ τὸ ξεδιαλύνῃ
καὶ τέτοιον πράγμα μὲ λαλεῖς; Ἄδικον μέγαν ἔχεις
καὶ θὲς νὰ δείχνῃς ἄγνωρη σ᾿ ἐκεῖνο τὸ κατέχεις.
Τόσος καιρὸς δὲν σ᾿ ἔσωσεν οὐδὲ τὰ τόσα πάθη,
ὁ νοῦς σου τὴν ἀγάπη μου ἀκόμη νὰ τὴ μάθῃ;
Δὲ μὲ θωρεῖς, δὲν τ᾿ ἄκουσες μὲ τὴν ἐμπιστοσύνη
τὸ πῶς τὸν πόθο σου βαστῶ μ᾿ ὅλην τὴν δικιοσύνη;
Ἀλίμονον, Μαροῦσα μου, σφάζεις με νὰ σ᾿ ἀκούγω
καὶ ἀπὸ τὴν κάψα βλέπεις με ἐμὲν κι ἐσὲ νὰ λούγω.
[…]
*
[ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ «Ἐρωτικὰ ὄνειρα» τοῦ Μαρίνου Φαλιέρου κριτικὴ ἔκδοση – εἰσαγωγή – σχόλια -λεξιλόγιο: Arnold Van Gemert, Βυζαντινὴ & Νεοελληνικὴ Βιβλιοθήκη, 1980
❀