[Λίλιθ ·

14/02/2020 § Σχολιάστε

Άγγελος Σικελιανός (1884 – 1951)

—————————.Έχει χαράξει μ’ αίμα,
ανάμεσα απ’ το χρόνο και την αιωνιότητα, το μέγα
το σύνορο που οι ίδιες μου οι αγρυπνίες,
παλεύοντας το Θεόν ώσμε τον όρθρο,
στο τέρμα πια το μυστικό του αγώνα,
Σαν δυο παλιοί πολεμιστές του Ομήρου,
αυτός κ’ εγώ, λογιάζω, αλλάζουμε όπλα·

κι’ ενώ, ώς λέω,
—————————.το πνεύμα
το βαθύ του ανδρισμό μου, τραβηγμένο
στην ερηνιά, σάμπως λιοντάρι γλείφει
τις μαύρες του πληγές και νιώθει ακόμα
την γην από μακριά παραδομένη
στο σαρκικό μαρτύριο, με τα φώτα
του οργίου, ή με θαμπά χλομά καντήλια,
που τρεμοσβήνουν πάνω απ’ τα κρεβάτια
σαν απάνω από μηνύματα·

-^-

[Λυρικός Βίος, τόμος Α’ – Ίκαρος Εκδοτική, 1946

[James Joyce, born: February 2, 1882 ·

02/02/2020 § Σχολιάστε

Born: February 2, 1882, Rathgar, Ireland
Died: January 13, 1941, Zürich, Switzerland

An excerpt from James Joyce’s monumental work Ulysses

…He looked at the cattle, blurred in silver heat. Silvered powerdered olivetrees. Quiet long days: pruning ripening. Olives are packed in jars, eh? I have a few left from Andrews. Molly spitting them out. Knows the taste of them now. Oranges in tissue paper packed in crates. Citrons too. Wonder is poor Citron still alive in Saint Kevin’s parade. And Mastiansky with the old cither. Pleasant evenings we had then. Molly in Citron’s basketchair. Nice to hold, cool waxen fruit, hold in the hand, lift it to the nostrils and smell the perfujme. Like that, heavy, fetched high prices too Moisel told me. Arbutus place: Pleasants street: pleasant old times. Must be without a flaw, he said. coming all that way: Spain, Gibraltar, Mediterranean, the Levant. Crates lined up on the quayside af Jaffa, chap ticking them off in a book, navvies handling them in soiled dungarees. There’s whatdoyoucallhim out of. How do you? Doesn’t see. Chap you know just to salute bit of a bore. His back is like that Norwegian captain’s. Wonder if I’ll meet him today. Watering cart. To provoke the rain. On earth as it is in heaven.

A cloud began to cover the sun wholly slowly wholly. Grey. Far.

No, not like that. A barren land, bare waste. Vulcanic lake, the dead sea: no fish, weedless, sunk deep in the earth. No wind would lift those waves, grey metal, poisonous foggy waters. Brimstone they called it raining down: the cities of the plain: Sodom, Gomorrah, Edom. All dead names. A dead sea in a a dead land, grey and old. Old now. It bore the oldest, the first race. A bent hag crossed from Cassidy’s clutching a noggin bottle by the neck. The oldest people. Wandered far away over all the earth, captivity to captivity, multiplying, dying, being born everywhere. It lay there now. Now it could bear no more.

Dead: an old woman’s: the grey sunken cunt of the world.

Desolation.

Grey horror seared his flesh. Folding the page into his pocket he turned into Eccles Street, hurrying homeward. Cold oils slid along his veins, chilling his blood: age crusting him with a salt cloak. Well, I am here now. Morning mouth bad images. Got up wrong side of the bed. Must begin again those Sandow’s exercise. On the hands down. Blotchy brown brick houses. Number eightly still unlet. Why is that? Valuation is only twenty-eight. Towers, Battersby, North, MacArthur: parlour windows plastered with bills. Plasters on a sore eye. To smell the gently smoke of tea, fume of the pan, sizzling butter. Be near her ample bedwarmed flesh. yes, yes.

Quick warm sunlight came running from Berkely road, swiftly, in slim sandals, along the brightening footpath. Runs, she runs to meet me, a girl with gold hair on the wind.

Two letters and a card lay on the hallfloor. He stopped and gathered them. Mrs Marion Bloom. His quick heart slowed at once. Bold hand. Mrs Marion.

–Poldy!

Entering the bedroom he halfclosed his eyes and walked through warm yellow twilight towards her tousled head…

[Σενάριο ·

31/01/2020 § Σχολιάστε

Γιάννης Κοντός (1943-2015)

στον Τζον Κασσαβέτη

Καναπές στη μέση του σπιτιού.
Το σπίτι στη μέση της πόλης
και λίγο αριστερά. Το παρελθόν,
ουρά του διαβόλου, μαδάει τούφες τούφες.
Εμείς, ως συνήθως, φιλιόμαστε.
(Το συνήθως να γίνει μπλέ)
Οι φωτισμοί, χαμηλοί και κάθετοι,
γράφουν άλλη ιστορία. Οι ομιλίες,
επίσης χαμηλές, μαζεύονται κουβάρι
πίσω από το έπιπλο. Το πλήθος
της σκηνής σαν ένα σώμα που πάλλεται,
παρακολουθεί το ζευγάρι.
Ένα μηχάνημα κατεβάζει
τη δύση, που θα γίνει στο μέλλον.
Όλα αυτά πρέπει να δέσουν
με το χαμόγελο της κοπέλας
όταν βλέπει ζέβρες (αληθινές) στην πλατεία.

Καλώδια του ηλεκτρικού φθαρμένα,
σε κάθε πάτημα, ανεβάζουν τον κίνδυνο.
Είμαστε στη σελίδα επτακόσια εβδομήντα επτά,
και κάνουμε ώρες διάλειμμα αφηρημένοι.

 

*

[Γιάννης Κοντός, Δωρεάν σκοτάδι, εκδόσεις Κέδρος 1989.

[Μαρσέλ Προυστ: τυχαία αποσπάσματα·

29/01/2020 § Σχολιάστε

10.

Mόλις όμως κατορθώσα ν’ αποκοιμηθώ, την ώρα αυτή, την πιο αληθινή, όταν τα μάτια μου έκλεισαν στα εξωτερικά πράγματα, στον κόσμο του ύπνου (που στο κατώφλι του η σκέψη και η βούληση προσωρινά ακινητοποιημένες δεν μπορούσαν πια να με γλιτώσουν από την σκληρότητα των πραγματικών μου εντυπώσεων) έγινε η αντανάκλαση, η διάθλαση της οδυνηρή συνθέσης, που είχε επιτέλους ξανασχηματιστεί, της επιβίωσης και της ανυπαρξίας, στο οργανικό και τώρα διάφανο βάθος με τα μυστηριακά φωτισμένα σπλάχνα μου. Κόσμος του ύπνου, όπου η εσωτερική γνώση, εξαρτημένη από τις ταραχές των οργάνων μας, επιταχύνει το ρυθμό της καρδιάς και της ανάσας, γιατί η ίδια δόση τρόμου, θλίψης, τύψεων, δρα με εκατονταπλασία δύναμη όταν διοχετευθεί έτσι στις φλέβες μας· μόλις, για να διατρέξουμε τις αρτηρίες της υπόγειας πολιτείας, κινήσουμε πάνω στα μαύρα κύματα του ίδιου μας του αίματος σαν σε μία Λήθη εσωτερική με εξαπλάσιους μαίανδρους, μεγάλες επίσημες μορφές φανερώνονται μπροστά μας, μας πλησιάζουν και μας εγκαταλείπουν, αφήνοντας μας βουτηγμένους στα δάκρυα.

*

«Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» – Σόδομα και Γόμορρα, μετάφραση Παύλος Ζάνας, εκδόσεις Ηριδανός.

***

διαβάστε όλα της κατηγορίας [Marcel Proust]

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.