[ένιωσαν στ’ άσπιλο κορμί την πεθυμιά του έρωτα ·

14/10/2019 § Σχολιάστε

Αρχίλοχος ο Πάριος – Επωδοί

Την πήρα την παρθένα
και απαλά την ξάπλωσα στη γη την ανθισμένη,
βύθισα το κορμάκι της στη μαλακή μου χλαίνη,
η αγκαλιά μου τύλιξε τον τρυφερό λαιμό της.
Σπαρτάραγε απ’ τον φόβο της σαν τρομαγμένο ελάφι.
Τα χέρια μου που αγγίξανε το απαλό της στήθος
ένιωσαν στ’ άσπιλο κορμί την πεθυμιά του έρωτα.
Κι αφού όλο το σώμα τρύγησα,
στην ήβη την ξανθή της έχυσα το ολόλευκό μου σπέρμα.

*
[μτφρ. ©Γιάννης Η. Παππάς, από το Επειδή σ΄αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη, εκδόσεις Μεταίχμιο

[Η Λάουρα Μπέττι για τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι:

13/10/2019 § Σχολιάστε

Ένας καθαρός άντρας «σε μια χώρα φρικτά βρόμικη»

κλικ στην εικόνα για την πρωτότυπη φωτογραφία

Από την ©Athens Review of Books 08/10/2019 , Tεύχος 110 – Οκτώβριος

Θυμάμαι και ξέρω πως, μια όχι και τόσο μακρινή μέρα ανάμεσα σε πολύ κόσμο που δεν θυμάμαι και δεν ξέρω, μπήκε στο σπίτι μου ένας άντρας χλωμός, κουρασμένος, κλεισμένος σε μια μυστηριώδη, αρχαία οδύνη· τα λεπτά χείλη σφραγισμένα για να αποδιώχνουν τις λέξεις, το χαμόγελο· τα χέρια υπομονετικά σαν του τεχνίτη. Είχε γεύση ψωμιού και πρίμουλας. Το ψωμί ήταν η οδύνη, η πρίμουλα η αγάπη.

Θυμάμαι λοιπόν πως είχα αποφασίσει ότι εκείνος ο άντρας ήταν ένας άντρας.

Κι έπειτα θυμάμαι πως είχα αποφασίσει να οικειοποιηθώ το ψωμί, να το κόψω στη μέση και να διανείμω ανάμεσά μας δυνατά, ψωμωμένα, υπεροπτικά, καλοκάγαθα γέλια.

Αποφάσισα ακόμη, αδείλιαστα, να ποντιστώ στις πρίμουλες.

Θυμάμαι και ξέρω πως εκείνος ο άντρας που ήταν ένας άντρας, έγινε ο άντρας μου. Και ο άντρας μου έκρυβε πίσω από τα μαύρα γυαλιά του την αγωνία της αποκάλυψης μιας εφικτής, τρεμάμενης αίτησης αγάπης που δεν θα απορριπτόταν, δεν θα αποκτηνωνόταν, δεν θα υφαρπαζόταν. Έμαθα λοιπόν να περπατάω στις μύτες των ποδιών για να μην θρυμματίσω τη σιωπή που συνοδεύει τη χειρονομία της αγάπης, για να μην τον κάνω να διαφύγει στο σκοτάδι. Αργά αργά άρχισε να εμπιστεύεται, τόλμησε μάλιστα να οσμιστεί το χέρι μου και λίγο λίγο να τρώει καρότο, ζάχαρη. Έτσι συνέβη λοιπόν που γίναμε «μαζί» μόνοι.

Θυμάμαι και ξέρω πως, ως συνέπεια, άρχισα να ζω μια ζωή επιτέλους δύσκολη. Μια ζωή με την ποίηση που διείσδυε σε κάθε απόκρυφη γωνιά του σπιτιού μου, της ηλικίωσής μου, της διαμόρφωσής μου. Έπειτα θυμάμαι και ξέρω τους βρυχηθμούς μου, τις κλοτσιές, την προστασία, τις απειλές, την κύκλωση του άντρα μου ‒ που κανείς δεν αποδεχόταν ανάμεσα στους «άντρες» ‒ με ένα πολύχρωμο προστατευτικό δίχτυ, στολισμένο με καλά πράγματα για να ανακαλυφθούν και να βιωθούν, και με ήλιο. Ένα δίχτυ με μεγάλες τρύπες που πίσω του παραμόνευαν μαύρα θεριά, φλογισμένα μάτια Καλαβρέζων ή Σικελών ανήλικων μεταμφιεσμένων σε αριστοκράτες πρωτευουσιάνους, ναοί χωρίς πίστη που έσφυζαν στο λαθρεμπόριο, μαύρες κούρσες, μαύρες ακρογιαλιές, μαύρες εφημερίδες. Αυτοί οι νεκροζώντανοι ήταν γραπωμένοι από το πολύχρωμο ηλιόλουστο δίχτυ και η αποστολή μου ήταν να μπαλώνω τις τρύπες όταν φάρδαιναν υπερβολικά.

Συνέχεια μπάλωνα, όλες τις μέρες σχεδόν.

Θυμάμαι και ξέρω ποια μέρα ακριβώς έχασα τη βελόνα και την κλωστή. Μου τα ’χαν κλέψει κι εγώ δεν είχα πια δύναμη να αγοράσω άλλη βελόνα κι άλλη κλωστή. Τριγύρω ήταν όλα μαύρα. Και όσο πιο μαύρα ήταν τριγύρω τόσο το μικρό παράφορο νησί μας βυθιζόταν στον ήλιο, στη δημιουργία, στη γενεσιουργία, στην παρασκευή, στην επηρμένη βασιμότητα πως μια ζωή προγραμματισμένη σύμφωνα με τις τάδε και τις δείνα γόνιμες ασχολίες δεν μπορούσε παρά να είναι απαραβίαστη, ιερή.

Μια μέρα, όμως, ο ήλιος λεκιάστηκε με αίμα κι όλες οι μέρες, από τότε, ονομάστηκαν 2.11.75.

Τη μέρα εκείνη εγώ τριπλασίασα το κορμί μου για να προστατεύσω και να συνοδεύσω το ραγισμένο, λειψό ουρλιαχτό μιας ρημαγμένης πρίμουλας, μιας κοπελίτσας πετσοκομμένης σε δύο, τρία, χίλια κομμάτια· μιας κοπελίτσας που έφερε μέσα στην κοιλιά της, ζεστά, έναν ποιητή πετσοκομμένο σε δύο, τρία, χίλια κομμάτια που κρατιούνταν ενωμένα από έναν ατσαλένιο ομφάλιο λώρο, τρομαχτικά ακατάλυτο.

Για μένα δεν θυμάμαι, δεν ξέρω. Ύστερα, μια από τις μέρες που ονομάζονταν 2.11.75 μου έφεραν το κορμί του άντρα μου και το ξάπλωσαν πάνω στο τραπέζι μου, εκεί που άλλοτε υπήρχαν πάντοτε φαγητά για την ιλαρή αδηφαγία του. Αυτό το κορμί ήταν, όντως, διαμελισμένο, κατασπαραγμένο. Μου ’βαλαν στο χέρι βελόνα και κλωστή για να μου μάθουν να το ξαναμπαλώσω.
Έτσι άρχισα να επιβιώνω σε μια ορφανή και τυφλή ζωή, και χωρίς ψωμί και χωρίς πρίμουλα.

Ψηλαφητά άρχισα να γυρεύω τον άντρα μου εδώ κι εκεί, σιωπηλά, σαν τα θηρία.

Και, γυρεύοντάς τον, άρχισα να ανακαλύπτω το «δικό μας» πώς και γιατί, και το πώς και γιατί των «άλλων».

Κατάλαβα τελικά πως για να σκοτώσω «αυτούς» θα ’πρεπε, αφού θα είχα ξαναμπαλώσει τον άντρα μου, να χωθώ μέσα του έτσι ώστε να μου μιλήσει μυστικά και να μου εξηγήσει.

Να γιατί αποφάσισα ‒μαζί του, όπως πάντα‒ να μην αποδεχθώ τίποτε, να δείξω ανυπακοή, να προκαλέσω σκάνδαλο· να καταγγείλω τι μπορεί να συμβεί σε έναν καθαρό άντρα «σε μια χώρα φρικτά βρόμικη».

Και άρχισα να συλλέγω όλες τις θανατικές καταδίκες που του είχαν επιβληθεί σε αγαστή συμφωνία των μαύρων δεξιών και των μαύρων αριστερών που παραμόνευαν πίσω απ’ το δίχτυ, ανάμεσα στους νεκροζώντανους.

Είδα και κατάλαβα όπως μπορούσε να δει και να καταλάβει η Εμίλια, η υπηρέτρια του Θεωρήματος.

Όλα αυτά βρίσκονται σε τετρακόσιες σελίδες.

© 1978, 2019  Garzanti Libri
Μετάφραση: Κωνσταντίνα Γερ. Ευαγγέλου

Σημ. ARB: Το κείμενο αποτελεί πρόλογο του συλλογικού τόμου: Pasolini: cronaca giudiziaria, persecuzione, morte, Garzanti, Μιλάνο 1977, σσ. v-vii. [Ελληνική έκδοση: Παζολίνι (εξαντλημένο): χρονικό της βίας, της δίωξης και του θανάτου, Εξάντας, Αθήνα 1983, σε μετάφραση Κούλας Κυριακίδου].

[προς ποιητές και «ποιητές»

10/10/2019 § Σχολιάστε

Tου Witold Grombowicz (1904-1969)

Εναντίον της ποιήσεως

«Κάθε στοιχείο τους είναι τέλειο, βαθύ, μεγαλειώδες, καλλιεργημένο, αλλ’ όμως δεν είναι ικανό να διατηρεί το ενδιαφέρον μας γιατί οι συγγραφείς τους δεν τα έγραψαν για μας, αλλά για τον προσωπικό θεό της τέχνης τους. Οι ποιητές γράφουν για τους ποιητές. Οι ποιητές λούζονται αμοιβαίως με εγκώμια και τιμούν αλλήλους. Οι ποιητές επευφημούν την ίδιά τους την εργασία και όλος αυτός ο κόσμος μοι΄ζει πολύ με τους ειδικούς και ερμητικούς εκείνους επιμέρους κόσμους που διαιρούν τη σημερινή κοινωνία.[…] στο βασίλειό τους κάθε τί είναι εκτός μέτρου και ότι μέτριοι δημιουργοί εγγίζουν αποκαλυπτικά διαστάσεις ή ακόμα ότι ελάσσονα προβλήματα προσλαμβάνουν μια σπουδαιότητα που προκαλεί φόβο.[…]Το ύφος δεν είναι τίποτα άλλο από μια πνευματική συνήθεια απέναντι στον κόσμο, αλλά υπάρχουν παραπάνω του ενός κόσμου, κι εκείνος του υποδηματοποιού και του στρατιωτικού, ελάχιστα κοινά σημεία έχει με εκείνον τον ποιητή.[…]Ο ποιητής δεν απευθύνεται παρά σ’ εκείνον που έχει διαπερασθεί από την ποίηση, όπως ένα ιερέας επιβάλλει έναν όρκο θρησκευτικό σε έναν άλλον ιερέα.[…]Και οι σπουδές και οι μελέτες επίσης, που αφορούν την ποίηση, μας προκαλούν μια περίεργη εντύπωση, γιατί η εξυπνάδα τους, η επιτηδειότητα, η λεπτότητα τους προσκρούουν στην απλοϊκή και συγχρόνως επιτηδευμένη έκφρασή τους. Οι ποιητές δεν έχουν καταλάβει ακόμα, ότι δεν μπορεί κανείς να μιλά για την ποίηση με ποιητικό ύφος και γι’ αυτό τα περιοδικά τους είναι γεμάτα με ποιητικισμούς πάνω στην ποίηση· οι περιστροφές των στείρων ρηματικών τους τεχνασμάτων μας εξοργίζουν.
Αυτά τα θανάσιμα ερωτήματα κατά του ύφους είναι η αιτία του φόβου της πραγματικότητας που τους κατέχει και της ανάγκης να επιβεβαιώνουν με κάθε τρόπο το γόητρό τους.
[…]
Ας με συγχωρήσουν οι ποιητές. Δεν τους επιτίθεμαι για να τους ενοχλήσω· αντίθετα με χαρά εγκωμιάζω τις προσωπικές αξίες πολλών απ’ αυτούς. Όμως το ποτήρι τους ξεχείλισε από αμαρτίες. Πρέπει να ανοίξουμε τα παράθυρα αυτού του εγκλωβισμένου σπιτιού για να πάρουν αέρα οι ένοικοί του. Είναι ανάγκη να θραύσουμε το αυστηρό, βαρύ και μεγαλόπρεπο κέλυφος που τους περιβάλλει. Λίγο ενδιαφέρει ότι δέχονται μια κριτική που τους αφαιρεί την αιτία να υπάρχουν…»

*

[Απόδοση  ©Κωστής Γκιμοσούλης, Α’ δημοσίευση: περιοδικό Δέντρο τ.29, Σεπτέμβριος 1982.

[γράφουν στο σεληνόφως, το όνομά τους ·

27/09/2019 § Σχολιάστε

Rafael Adolfo Téllez (Palma del Río, provincia de Córdoba, 1957)

1767

Είναι ταξιδιώτες που ήλθανε απ’ το κέντρο της Ευρώπης.
Αυτό συμβαίνει το 1767.
Είναι άντρες από διάφορες ράτσες
και χώρες διαφορετικές που η φτώχεια τούς κάνει να μοιάζουν.
Είναι ακόμη κάποια οδός
και είναι ο τελάλης που ξετυλίγει το πρωινό
με την τρομπέτα του.
Είναι ο παππούς μου ο Μπερνέτ που χρησιμοποιεί μπαστούνι
και χαιρετάει μ’ επισημότητα τη μέρα
ενώ διερευνά έναν ορίζοντα από κάρρα και βόδια.
Είναι ο φτωχός νότος,
ο νότος ξαναμμένος από αίθρια και εισόδους.
Είναι οι πρόγονοί μου,
που υφαίνουν, κάτω απ’ την κληματαριά, μια ιστορία
αγάπης και αγωνίας
και που γράφουν, στο σεληνόφως, το όνομά τους
πάνω σ’ έναν τοίχο.
Είναι αυτοί που είμαι εγώ.
Αυτοί που θα είμαι όταν πεθάνω.

*
[μετάφραση Τάσος Δενέγρης (1934-2009), Α’ δημοσίευση, περιοδικό λέξη, τ.180 -Απρίλιος-Ιούνιος, 2004

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.