[Η έρημος των Ταρτάρων·
22/04/2019 § Σχολιάστε
Dino Buzzati (1906-1972)


Αν απλά και μόνο ηχούσαν οι σάλπιγγες, αν είχαν ακουστεί μονάχα τα εμβατήρια, αν είχαν φτάσει ανησυχητικά μηνύματα από το βορρά, αν ήταν μονάχα αυτά, ο Ντρόγκο θα είχε φύγει. Τον είχε, όμως, κυριεύσει κιόλας η νάρκη της συνήθειας, η στρατιωτική κενοδοξία, η αγάπη γι’ αυτά τα τείχη που έβλεπε καθημερινά. Τέσσερις μήνες ήταν αρκετοί για να τον παγιδέψουν στο μονότονο ρυθμό της υπηρεσίας του.
Συνήθεια είχε γίνει γι’ αυτόν η βάρδια που τις πρώτες φορές του φαινόταν ανυπόφορη. Με τον καιρό έμαθε καλά τους κανόνες, τις μικρές μανίες των ανωτέρων του, την τοπογραφία των φυλάκιων, τις θέσεις της φρουράς, τις γωνίες όπου δεν φυσούσε πολύ ο άνεμος, τη γλώσσα της σάλπιγγας. Το ότι είχε μάθει τα πάντα για την υπηρεσία του, τον ικανοποιούσε ιδιαίτερα, έτσι όπως διαπίστωνε καθημερινά το αυξανόμενο κύρος που αποχτούσε μεταξύ των στρατιωτών και των υπαξιωματικών• ακόμα και ο Τρονκ είχε καταλάβει πόσο σοβαρός και μεθοδικός άνθρωπος ήταν ο Ντρόγκο· θα μπορούσε, μάλιστα, να πει κανείς πως τον είχε συμπαθήσει.
Συνήθεια είχαν γίνει οι συνάδελφοί του• τώρα πια τους γνώριζε όλους τόσο καλά έτσι που ακόμα και τα πιο έμμεσα υπονοούμενά τους δεν τον έβρισκαν ποτέ απροετοίμαστο: μαζί τους καθότανε τα βράδια και συζητούσανε όλι μαζί για την πόλη, η οποία, χάρη στην απόσταση και στον καιρό που περνούσε, αποκτούσε γι’ αυτούς δυσανάλογα μεγάλο ενδιαφέρον. Συνήθεια το καλό φαγητό και το άνετο εστιατόριο, το φιλόξενο τζάκι στο σαλόνι των αξιωματικών που ήταν αναμμένο μέρα και νύχτα. Συνήθεια η περιποίηση της ορντινάτσας του, ενός φτωχοδιάβολου με το όνομα Τζερόνιμο, που έτρεχε να προλάβει κάθε ιδιαίτερη επιθυμία του.
Συνήθεια οι εκδρομές που έκανε κάθε τόσο με το Μορέλ στο λιγότερο μακρινό χωριό: δυο ώρες γεμάτες πάνω στο άλογο, μέσα σε μια στενή κοιλάδα που τώρα πια είχε μάθει απ’ έξω την κάθε της λεπτομέρεια, συνήθεια το πανδοχείο όπου έβλεπε επιτέλους κάποια καινούργια φάτσα, όπιυ ετοίμαζαν μεγαλοπρεπή γεύματα και ακούγονταν τα δροσερά γέλια των κοριτσιών με τα οποία μπορούσε κανείς να κάνει έρωτα.
Συνήθεια τα ξέφρενα τρεχαλητά με το άλογο πάνω κάτω στο οροπέδιο, πίσω από το Οχυρό, όταν με τους συνάδελφούς το έκαναν αγώνες, στα ελεύθερά τους απογεύματα, για να βρουν ποιος ήταν ο καλύτερος, και οι παρτίδες σκάκι το βράδυ, που κέρδιζε συχνά ο Ντρόγκο (ο υπολοχαγός Όρτιζ, όμως του είχε πει: «Έτσι συμβαίνει συνήθως, οι νιοφερμένοι στην αρχή κερδίζουν πάντα. Σε όλους συμβαίνει αυτό, όλοι πιστεύουν ότι είναι πραγματικά ανίκητοι, όμως κερδίζουν απλά γιατί είναι καινούριοι• τελικά, όμως, οι υπόλοιποι μαθαίνουν το σύστημά τους και και μια ωραία μέρα σταματούν οι πολλές νίκες»)
Συνήθεια είχαν γίνει για τον Ντρόγκο το δωμάτιο, τα ήσυχα βραδινά διαβάσματα, η σχισμή στο ταβάνι, πάνω απ’ το κρεβάτι, που θύμιζε κεφάλι τούρκου, οι σταλαγματιές της στέρνας που με τον καιρό έγιναν φίλες του, το στρώμα του που είχε πάρει το σχήμα του κορμιού του κι έμοιαζε με τάφρο, οι κουβέρτες του οι τόσο αφιλόξενες τις πρώτες μέρες και τώρα έτοιμες να το εξυπηρετήσουν, η ασυνείδητη κίνηση που έκανε κάθε βράδυ για να σβήσει τη λάμπα ή για να αφήσει το βιβλίο του στο τραπεζάκι. Ήξερε πια πώς έπρεπε να σταθεί μπροστά στον καθρέφτη για να ξυριστεί, ώστε το φως να φωτίζει το πρόσωπό του από τη σωστή γωνία, πώς να ριξει το νερό από τη στάμνα στη λεκάνη χωρίς να το χύσει έξω, πώς να ανοίγει τη δύσκολη κλειδαριά ενός συρταριού πιέζοντας το κλειδί λίγο προς τα κάτω.
Συνήθεια το τρίξιμο της πόρτας όταν είχε υγρασία, το φεγγάρι που φανερωνόταν στο παράθυρο και η αργή κίνησή του με το πέρασμα των ωρών, τα βογκητά από το δωμάτιο που ήταν κάτω από το δικό του, κάθε νύχτα, στη μία και μισή ακριβώς, όταν το παλιό τραύμα στο δεξί πόδι του αντισυνταγματάρχη Νικολόζι ξυπνούσε και του διέκοπτε τον ύπνο.
Όλα αυτά τα πράγματα είχαν γίνει πια δικά του κι αν προσπαθούσε να τα εγκαταλείψει θα ένιωθε άσκημα. Ο Ντρόγκο, όμως, δεν το ήξερε, δεν υποψιαζόταν ότι μια πιθανή αναχώρησή του θα τον έθλιβε, ούτε ήξερε ότι η ζωή στο Οχυρό καταβρόχθιζε τις μέρες τη μια μετά την άλλη, όλες ίδιες, με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το χτές και το προχτές ήταν ίδια, ο Τζιοβάνι δεν θα μπορούσε πια να ξεχωρίσει• ένα γεγονός που συνέβη πριν τρεις μέρες ή πριν είκοσι μέρες του φαινόταν το ίδιο μακρινό. Έτσι, χωρίς ο ίδιος να το καταλάβει, ο χρόνος πετούσε μακριά.
*
Από: Ντίνο Μπουτζάτι, Η έρημος των Τατάρων
Μετάφραση © Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Αστέρι, 1982
Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati, 1906-1972): Ιταλός μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Ήταν επίσης δημοσιογράφος για την Corriere della Sera. Ξεκίνησε να γράφει το 1933 και τα έργα του περιλαμβάνουν πέντε μυθιστορήματα, θεατρικά και ραδιοφωνικά έργα, λιμπρέττα και πολυάριθμες μικρές ιστορίες και ποιήματα.

[Dante, μικρό σχόλιο περί…
21/04/2019 § Σχολιάστε
Dante Alighieri (1265-1321)


Mε βάση τα αιώνια κοινά χριστιανικά ζητήματα/θέματα της απόρριψης, της λύτρωσης και της αναγέννησης, μια αλυσίδα ενός συνεχή κύκλου ανανέωσης με βάση το θάνατο, όπου ο θάνατος είναι ηθικός, παρουσιάζεται ως ένας σιωπηρός ηθοποιός. Συμπληρώνοντας τις εικόνες, ο Δάντης ταξινομεί την κόλαση βασισμένος στις γήινες αμαρτίες, εξηγώντας λεπτομερώς τις θεμελιώδεις αλήθειες του Χριστιανισμού μέσω της Θείας Κωμωδίας.
Ανασκοπώντας τις παραλλαγές και τις συνέπειες κάθε είδους ανθρώπινης κατάστασης, ο Δάντης μας ταξιδεύει μέσα από μια σκιώδη αντανάκλαση των πρώην ζωών που αφαιρέθηκαν από την ανθρώπινη φύση και πάντα με… δική τους ελεύθερη βούληση.
Προχωρώντας στην Κόλαση και στο Καθαρτήριο της Θείας Κωμωδίας, ο Δάντης προκαλεί/προσκαλεί μέσω της μεταφοράς του προσκυνήματος· συνεχώς στον αναγνώστη να διερευνήσει τη θεϊκή πρόθεση που κρύβεται στις ηρωικές, παγανιστικές αναζητήσεις της αρχαιότητας, να ανακαλύψει τη «σιωπηρή» προφητεία του Χριστού ώστε να διατηρηθεί ως συνέχεια μιας ιστορικής αποκάλυψης, μια προκαθορισμένης, τελικής μετάβασης στην ουράνια ευδαιμονία…
Ο Δάντης μας εισάγει έμμετρα, με τις δικές του «αρχές διαμόρφωσης της αιωνιότητας», τη μορφή και τη δομή της Θείας Κωμωδίας καθώς και την ολοκληρωμένη απεικόνισή της.

Επιλέγω από το Άσμα IV:
72 […]
«Ώ εσύ, τις επιστήμες και τις τέχνες που τιμάς,
σαν ποιοι ‘ναι τούτοι που τόσο δείχνουν μεγαλείο,
75 πού από τους άλλους ξεχωρίζει η συμπεριφορά;»
Κι αυτός σε με: «Η τιμημένη η φήμη
78 που ακούγεται γι’ αυτούς κερδίζει κι έτσι τους ξεχωρίζει».
και τότε ακούω μια φωνή:
«Τιμή στον μεγάλο ποιητή·
81 η σκιά που επιστρέφει, πού ‘χε ξενιτευτεί».
Όταν σταμάτησε η φωνή κι έγινε ησυχία,
τέσσερις μεγαλόπρεπες βλέπω σκιές να πλησιάζουν:
84 Οι όψεις τους δεν έδειχναν ούτε χαρά ούτε λύπη
[…]
– Dante Alighieri, Η Θεία Κωμωδία –Κόλαση, μτφρ: Ανδρέας Ριζιώτης, εκδόσεις Τυπωθύτω-Γιώργος Δαρδανός

Ελπίζω λίαν προσεχώς να πεταχτώ έως το φοβερό Άσμα XXXIII του κόμη Ουγκολίνο.

[The Sheep In The Ruins·
15/04/2019 § Σχολιάστε
Archibald MacLeish (U.S.-1892-1982)

for Learned and Augustus Hand
You, my friends, and you strangers, all of you,
Stand with me a little by the walls
Or where the walls once were.
The bridge was here, the city further:
Now there is neither bridge nor town—
A doorway where the roof is down
Opens on a foot-worn stair
That climbs by three steps into empty air.
(What foot went there?)
Nothing in this town that had a thousand steeples
Lives now but these flocks of sheep
Grazing the yellow grasses where the bricks lie dead beneath:
Dogs drive them with their brutal teeth.
Can none but sheep live where the walls go under?
Is man’s day over and the sheep’s begun?
And shall we sit here like the mourners on a dunghill
Shrilling with melodious tongue—
Disfiguring our faces with the nails of our despair?
(What dust is this we sift upon our hair?)
Because a world is taken from us as the camels from the man of Uz
Shall we sit weeping for the world that was
And curse God and so perish?
Shall monuments be grass and sheep inherit them?
Shall dogs rule in the rubble of the arches?
Consider, Oh consider what we are!
Consider what it is to be a man—
He who makes his journey by the glimmer of a candle;
Who discovers in his mouth, between his teeth, a word;
Whose heart can bear the silence of the stars— that burden;
Who comes upon his meaning in the blindness of a stone—
A girl’s shoulder, perfectly harmonious!
Even the talk of it would take us days together.
Marvels men have made, Oh marvels!—and our breath
Brief as it is: our death waiting—
Marvels upon marvels! Works of state—
The imagination of the shape of order!
Works of beauty—the cedar door
Perfectly fitted to the sill of basalt!
Works of grace—
The ceremony at the entering of houses,
At the entering of lives: the bride among the torches in the shrill carouse!
Works of soul—
Pilgrimages through the desert to the sacred boulder:
Through the mid night to the stroke of one!
Works of grace! Works of wonder!
All this have we done and more—
And seen—what have we not seen?—
A man beneath the sunlight in his meaning:
A man, one man, a man alone.
In the sinks of the earth that wanderer has gone down.
The shadow of his mind is on the mountains.
The word he has said is kept in the place beyond
As the seed is kept and the earth ponders it.
Stones—even the stones remember him:
Even the leaves—his image is in them.
And now because the city is a ruin in the waste of air
We sit here and despair!
Because the sheep graze in the dying grove
Our day is over!
We must end
Because the talk around the table in the dusk has ended,
Because the fingers of the goddesses are found
Like marble pebbles in the gravelly ground
And nothing answers but the jackal in the desert,—
Because the cloud proposes, the wind says!
Because the sheep are pastured where the staring statues lie
We sit upon the sand in silence
Watching the sun go and the shadows change!
Listen, my friends, and you, all of you, strangers,
Listen, the work of man, the work of splendor
Never has been ended or will end.
Even where the sheep defile the ruined stair
And dogs are masters—even there
One man’s finger in the dust shall trace the circle.
Even among the ruins shall begin the work,
Large in the level morning of the light
And beautiful with cisterns where the water whitens,
Rippling upon the lip of stone, and spills
By cedar sluices into pools, and the young builders
String their plumb lines, and the well-laid course
Blanches its mortar in the sun, and all the morning
Smells of wood-smoke, rope-tar, horse-sweat, pitch-pine,
Men and the trampled mint leaves in the ditch.
One man in the sun alone
Walks between the silence and the stone:
The city rises from his flesh, his bone.
*
[Για τον πρωτοφασισμό·
13/04/2019 § Σχολιάστε
Umberto Eco (1932-2016)

Το πρωτότυπο κείμενο όπως δημοσιεύτηκε στο New York Review of Books το 1995 ξεκινά με κάποιες αναμνήσεις του Έκο από την παιδική του ηλικία (1942-1945), και επίσης αναλύει το ιταλικό φασιστικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί πως χαρακτηριζόταν από δομημένη σύγχυση και ήταν γεμάτο αντιφάσεις, σε αντίθεση με τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, ο οποίος ήταν πιο αυστηρά οριοθετημένος. Παρόλα αυτά, και παρά τις διαφορές που είχαν μεταξύ τους τα φασιστικά καθεστώτα εκείνης της εποχής, διέθεταν όλα τους κάποια (όχι απαραιτήτως όλα) θεμελιώδη χαρακτηριστικά. Και γι’ αυτό η χρήση του όρου «φασισμός» έχει γίνει τόσο ευρεία και περιεκτική: γιατί μπορείς να αφαιρέσεις κάποιο χαρακτηριστικό από ένα φασιστικό καθεστώς και παρόλα αυτά αυτό θα εξακολουθεί να γίνεται αντιληπτό ως τέτοιο.
Για τον πρωτοφασισμό
Μετάφραση: Gravity and the Wind
*