[Η έρημος των Ταρτάρων·

22/04/2019 § Σχολιάστε

Dino Buzzati (1906-1972)

Αν απλά και μόνο ηχούσαν οι σάλπιγγες, αν είχαν ακουστεί μονάχα τα εμβατήρια, αν είχαν φτάσει ανησυχητικά μηνύματα από το βορρά, αν ήταν μονάχα αυτά, ο Ντρόγκο θα είχε φύγει. Τον είχε, όμως, κυριεύσει κιόλας η νάρκη της συνήθειας, η στρατιωτική κενοδοξία, η αγάπη γι’ αυτά τα τείχη που έβλεπε καθημερινά. Τέσσερις μήνες ήταν αρκετοί για να τον παγιδέψουν στο μονότονο ρυθμό της υπηρεσίας του.

Συνήθεια είχε γίνει γι’ αυτόν η βάρδια που τις πρώτες φορές του φαινόταν ανυπόφορη. Με τον καιρό έμαθε καλά τους κανόνες, τις μικρές μανίες των ανωτέρων του, την τοπογραφία των φυλάκιων, τις θέσεις της φρουράς, τις γωνίες όπου δεν φυσούσε πολύ ο άνεμος, τη γλώσσα της σάλπιγγας. Το ότι είχε μάθει τα πάντα για την υπηρεσία του, τον ικανοποιούσε ιδιαίτερα, έτσι όπως διαπίστωνε καθημερινά το αυξανόμενο κύρος που αποχτούσε μεταξύ των στρατιωτών και των υπαξιωματικών• ακόμα και ο Τρονκ είχε καταλάβει πόσο σοβαρός και μεθοδικός άνθρωπος ήταν ο Ντρόγκο· θα μπορούσε, μάλιστα, να πει κανείς πως τον είχε συμπαθήσει.

Συνήθεια είχαν γίνει οι συνάδελφοί του• τώρα πια τους γνώριζε όλους τόσο καλά έτσι που ακόμα και τα πιο έμμεσα υπονοούμενά τους δεν τον έβρισκαν ποτέ απροετοίμαστο: μαζί τους καθότανε τα βράδια και συζητούσανε όλι μαζί για την πόλη, η οποία, χάρη στην απόσταση και στον καιρό που περνούσε, αποκτούσε γι’ αυτούς δυσανάλογα μεγάλο ενδιαφέρον. Συνήθεια το καλό φαγητό και το άνετο εστιατόριο, το φιλόξενο τζάκι στο σαλόνι των αξιωματικών που ήταν αναμμένο μέρα και νύχτα. Συνήθεια η περιποίηση της ορντινάτσας του, ενός φτωχοδιάβολου με το όνομα Τζερόνιμο, που έτρεχε να προλάβει κάθε ιδιαίτερη επιθυμία του.

Συνήθεια οι εκδρομές που έκανε κάθε τόσο με το Μορέλ στο λιγότερο μακρινό χωριό: δυο ώρες γεμάτες πάνω στο άλογο, μέσα σε μια στενή κοιλάδα που τώρα πια είχε μάθει απ’ έξω την κάθε της λεπτομέρεια, συνήθεια το πανδοχείο όπου έβλεπε επιτέλους κάποια καινούργια φάτσα, όπιυ ετοίμαζαν μεγαλοπρεπή γεύματα και ακούγονταν τα δροσερά γέλια των κοριτσιών με τα οποία μπορούσε κανείς να κάνει έρωτα.

Συνήθεια τα ξέφρενα τρεχαλητά με το άλογο πάνω κάτω στο οροπέδιο, πίσω από το Οχυρό, όταν με τους συνάδελφούς το έκαναν αγώνες, στα ελεύθερά τους απογεύματα, για να βρουν ποιος ήταν ο καλύτερος, και οι παρτίδες σκάκι το βράδυ, που κέρδιζε συχνά ο Ντρόγκο (ο υπολοχαγός Όρτιζ, όμως του είχε πει: «Έτσι συμβαίνει συνήθως, οι νιοφερμένοι στην αρχή κερδίζουν πάντα. Σε όλους συμβαίνει αυτό, όλοι πιστεύουν ότι είναι πραγματικά ανίκητοι, όμως κερδίζουν απλά γιατί είναι καινούριοι• τελικά, όμως, οι υπόλοιποι μαθαίνουν το σύστημά τους και και μια ωραία μέρα σταματούν οι πολλές νίκες»)

Συνήθεια είχαν γίνει για τον Ντρόγκο το δωμάτιο, τα ήσυχα βραδινά διαβάσματα, η σχισμή στο ταβάνι, πάνω απ’ το κρεβάτι, που θύμιζε κεφάλι τούρκου, οι σταλαγματιές της στέρνας που με τον καιρό έγιναν φίλες του, το στρώμα του που είχε πάρει το σχήμα του κορμιού του κι έμοιαζε με τάφρο, οι κουβέρτες του οι τόσο αφιλόξενες τις πρώτες μέρες και τώρα έτοιμες να το εξυπηρετήσουν, η ασυνείδητη κίνηση που έκανε κάθε βράδυ για να σβήσει τη λάμπα ή για να αφήσει το βιβλίο του στο τραπεζάκι. Ήξερε πια πώς έπρεπε να σταθεί μπροστά στον καθρέφτη για να ξυριστεί, ώστε το φως να φωτίζει το πρόσωπό του από τη σωστή γωνία, πώς να ριξει το νερό από τη στάμνα στη λεκάνη χωρίς να το χύσει έξω, πώς να ανοίγει τη δύσκολη κλειδαριά ενός συρταριού πιέζοντας το κλειδί λίγο προς τα κάτω.

Συνήθεια το τρίξιμο της πόρτας όταν είχε υγρασία, το φεγγάρι που φανερωνόταν στο παράθυρο και η αργή κίνησή του με το πέρασμα των ωρών, τα βογκητά από το δωμάτιο που ήταν κάτω από το δικό του, κάθε νύχτα, στη μία και μισή ακριβώς, όταν το παλιό τραύμα στο δεξί πόδι του αντισυνταγματάρχη Νικολόζι ξυπνούσε και του διέκοπτε τον ύπνο.

Όλα αυτά τα πράγματα είχαν γίνει πια δικά του κι αν προσπαθούσε να τα εγκαταλείψει θα ένιωθε άσκημα. Ο Ντρόγκο, όμως, δεν το ήξερε, δεν υποψιαζόταν ότι μια πιθανή αναχώρησή του θα τον έθλιβε, ούτε ήξερε ότι η ζωή στο Οχυρό καταβρόχθιζε τις μέρες τη μια μετά την άλλη, όλες ίδιες, με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το χτές και το προχτές ήταν ίδια, ο Τζιοβάνι δεν θα μπορούσε πια να ξεχωρίσει• ένα γεγονός που συνέβη πριν τρεις μέρες ή πριν είκοσι μέρες του φαινόταν το ίδιο μακρινό. Έτσι, χωρίς ο ίδιος να το καταλάβει, ο χρόνος πετούσε μακριά.

*

Από: Ντίνο Μπουτζάτι, Η έρημος των Τατάρων
Μετάφραση © Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Αστέρι, 1982

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati, 1906-1972): Ιταλός μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Ήταν επίσης δημοσιογράφος για την Corriere della Sera. Ξεκίνησε να γράφει το 1933 και τα έργα του περιλαμβάνουν πέντε μυθιστορήματα, θεατρικά και ραδιοφωνικά έργα, λιμπρέττα και πολυάριθμες μικρές ιστορίες και ποιήματα.

staxtes2003.com

[Dante, μικρό σχόλιο περί…

21/04/2019 § Σχολιάστε

Dante Alighieri (1265-1321)

Mε βάση τα αιώνια κοινά χριστιανικά ζητήματα/θέματα της απόρριψης, της λύτρωσης και της αναγέννησης, μια αλυσίδα ενός συνεχή κύκλου ανανέωσης με βάση το θάνατο, όπου ο θάνατος είναι ηθικός, παρουσιάζεται ως ένας σιωπηρός ηθοποιός. Συμπληρώνοντας τις εικόνες, ο Δάντης ταξινομεί την κόλαση βασισμένος στις γήινες αμαρτίες, εξηγώντας λεπτομερώς τις θεμελιώδεις αλήθειες του Χριστιανισμού μέσω της Θείας Κωμωδίας.

Ανασκοπώντας τις παραλλαγές και τις συνέπειες κάθε είδους ανθρώπινης κατάστασης, ο Δάντης μας ταξιδεύει μέσα από μια σκιώδη αντανάκλαση των πρώην ζωών που αφαιρέθηκαν από την ανθρώπινη φύση και πάντα με… δική τους ελεύθερη βούληση.

Προχωρώντας στην Κόλαση και στο Καθαρτήριο της Θείας Κωμωδίας, ο Δάντης προκαλεί/προσκαλεί μέσω της μεταφοράς του προσκυνήματος· συνεχώς στον αναγνώστη να διερευνήσει τη θεϊκή πρόθεση που κρύβεται στις ηρωικές, παγανιστικές αναζητήσεις της αρχαιότητας, να ανακαλύψει τη «σιωπηρή» προφητεία του Χριστού ώστε να διατηρηθεί ως συνέχεια μιας ιστορικής αποκάλυψης, μια προκαθορισμένης, τελικής μετάβασης στην ουράνια ευδαιμονία…

Ο Δάντης μας εισάγει έμμετρα, με τις δικές του «αρχές διαμόρφωσης της αιωνιότητας», τη μορφή και τη δομή της Θείας Κωμωδίας καθώς και την ολοκληρωμένη απεικόνισή της.

Επιλέγω από το Άσμα IV:

72 […]
«Ώ εσύ, τις επιστήμες και τις τέχνες που τιμάς,
σαν ποιοι ‘ναι τούτοι που τόσο δείχνουν μεγαλείο,
75 πού από τους άλλους ξεχωρίζει η συμπεριφορά;»
Κι αυτός σε με: «Η τιμημένη η φήμη
78 που ακούγεται γι’ αυτούς κερδίζει κι έτσι τους ξεχωρίζει».
και τότε ακούω μια φωνή:
«Τιμή στον μεγάλο ποιητή·
81 η σκιά που επιστρέφει, πού ‘χε ξενιτευτεί».
Όταν σταμάτησε η φωνή κι έγινε ησυχία,
τέσσερις μεγαλόπρεπες βλέπω σκιές να πλησιάζουν:
84 Οι όψεις τους δεν έδειχναν ούτε χαρά ούτε λύπη
[…]
– Dante Alighieri, Η Θεία Κωμωδία –Κόλαση, μτφρ: Ανδρέας Ριζιώτης, εκδόσεις Τυπωθύτω-Γιώργος Δαρδανός

Ελπίζω λίαν προσεχώς να πεταχτώ έως το φοβερό Άσμα XXXIII του κόμη Ουγκολίνο.

[The Sheep In The Ruins·

15/04/2019 § Σχολιάστε

Archibald MacLeish (U.S.-1892-1982)

for Learned and Augustus Hand

You, my friends, and you strangers, all of you,
Stand with me a little by the walls
Or where the walls once were.
The bridge was here, the city further:
Now there is neither bridge nor town—
A doorway where the roof is down
Opens on a foot-worn stair
That climbs by three steps into empty air.
(What foot went there?)
Nothing in this town that had a thousand steeples
Lives now but these flocks of sheep
Grazing the yellow grasses where the bricks lie dead beneath:
Dogs drive them with their brutal teeth.

Can none but sheep live where the walls go under?
Is man’s day over and the sheep’s begun?
And shall we sit here like the mourners on a dunghill
Shrilling with melodious tongue—
Disfiguring our faces with the nails of our despair?
(What dust is this we sift upon our hair?)
Because a world is taken from us as the camels from the man of Uz
Shall we sit weeping for the world that was
And curse God and so perish?
Shall monuments be grass and sheep inherit them?
Shall dogs rule in the rubble of the arches?

Consider, Oh consider what we are!
Consider what it is to be a man—
He who makes his journey by the glimmer of a candle;
Who discovers in his mouth, between his teeth, a word;
Whose heart can bear the silence of the stars— that burden;
Who comes upon his meaning in the blindness of a stone—
A girl’s shoulder, perfectly harmonious!

Even the talk of it would take us days together.
Marvels men have made, Oh marvels!—and our breath
Brief as it is: our death waiting—
Marvels upon marvels! Works of state—
The imagination of the shape of order!
Works of beauty—the cedar door
Perfectly fitted to the sill of basalt!
Works of grace—
The ceremony at the entering of houses,
At the entering of lives: the bride among the torches in the shrill carouse!

Works of soul—
Pilgrimages through the desert to the sacred boulder:
Through the mid night to the stroke of one!
Works of grace! Works of wonder!
All this have we done and more—
And seen—what have we not seen?—

A man beneath the sunlight in his meaning:
A man, one man, a man alone.

In the sinks of the earth that wanderer has gone down.
The shadow of his mind is on the mountains.
The word he has said is kept in the place beyond
As the seed is kept and the earth ponders it.
Stones—even the stones remember him:
Even the leaves—his image is in them.
And now because the city is a ruin in the waste of air
We sit here and despair!
Because the sheep graze in the dying grove
Our day is over!
We must end
Because the talk around the table in the dusk has ended,
Because the fingers of the goddesses are found
Like marble pebbles in the gravelly ground
And nothing answers but the jackal in the desert,—
Because the cloud proposes, the wind says!

Because the sheep are pastured where the staring statues lie
We sit upon the sand in silence
Watching the sun go and the shadows change!

Listen, my friends, and you, all of you, strangers,
Listen, the work of man, the work of splendor
Never has been ended or will end.
Even where the sheep defile the ruined stair
And dogs are masters—even there
One man’s finger in the dust shall trace the circle.

Even among the ruins shall begin the work,
Large in the level morning of the light
And beautiful with cisterns where the water whitens,
Rippling upon the lip of stone, and spills
By cedar sluices into pools, and the young builders
String their plumb lines, and the well-laid course
Blanches its mortar in the sun, and all the morning
Smells of wood-smoke, rope-tar, horse-sweat, pitch-pine,
Men and the trampled mint leaves in the ditch.

One man in the sun alone
Walks between the silence and the stone:
The city rises from his flesh, his bone.

*

bio

[Για τον πρωτοφασισμό·

13/04/2019 § Σχολιάστε

Umberto Eco (1932-2016)

Το πρωτότυπο κείμενο όπως δημοσιεύτηκε στο New York Review of Books το 1995 ξεκινά με κάποιες αναμνήσεις του Έκο από την παιδική του ηλικία (1942-1945), και επίσης αναλύει το ιταλικό φασιστικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί πως χαρακτηριζόταν από δομημένη σύγχυση και ήταν γεμάτο αντιφάσεις, σε αντίθεση με τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, ο οποίος ήταν πιο αυστηρά οριοθετημένος. Παρόλα αυτά, και παρά τις διαφορές που είχαν μεταξύ τους τα φασιστικά καθεστώτα εκείνης της εποχής, διέθεταν όλα τους κάποια (όχι απαραιτήτως όλα) θεμελιώδη χαρακτηριστικά. Και γι’ αυτό η χρήση του όρου «φασισμός» έχει γίνει τόσο ευρεία και περιεκτική: γιατί μπορείς να αφαιρέσεις κάποιο χαρακτηριστικό από ένα φασιστικό καθεστώς και παρόλα αυτά αυτό θα εξακολουθεί να γίνεται αντιληπτό ως τέτοιο.

Για τον πρωτοφασισμό

Παρά την ασάφεια αυτή, νομίζω πως μπορούμε να σκιαγραφήσουμε έναν κατάλογο χαρακτηριστικών τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά αυτού που ονομάζω «πρωτοφασισμό», ή «αρχέγονο φασισμό». Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να οργανωθούν σε ένα ενιαίο σύστημα· πολλά απ’ αυτά αλληλοαναιρούνται, και είναι επίσης αντιπροσωπευτικά και άλλων μορφών δεσποτισμού ή φανατισμού. Η παρουσία ενός και μόνο απ’ αυτά, όμως, αρκεί για να επιτρέψει στο φασισμό να συμπτυχθεί γύρω του.
1. Το πρώτο χαρακτηριστικό του πρωτοφασισμού είναι η λατρεία της παράδοσης. Η παραδοσιαρχία, βέβαια, είναι πολύ παλαιότερη από τον φασισμό. Δεν χαρακτήριζε μόνο την αντιεπαναστατική σκέψη των Καθολικών μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά γεννήθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους, ως αντίδραση στον κλασικό ελληνικό ορθολογισμό. Στη λεκάνη της Μεσογείου, λαοί διαφόρων θρησκειών (που οι περισσότερες απ’ αυτές είχαν γίνει δεκτές στο ρωμαϊκό πάνθεο) άρχισαν να ονειρεύονται κάποια αποκάλυψη που είχε συμβεί στην αυγή της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτή η αποκάλυψη, σύμφωνα με τη μυστηριακή αίγλη που καλλιεργούσε η παραδοσιαρχία, είχε παραμείνει για πολύ καιρό κρυμμένη κάτω από το πέπλο γλωσσών που ήταν πια ξεχασμένες — στα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, στους κέλτικους ρούνους, στους παπύρους των σχεδόν άγνωστων θρησκειών της Ασίας.
Αυτή η νέα κουλτούρα έπρεπε να είναι συγκρητιστική. Ο συγκρητισμός δεν είναι απλά, όπως λένε τα λεξικά, «ο συνδυασμός διαφόρων μορφών πίστης και λατρευτικής πρακτικής»· ένας τέτοιος συνδυασμός πρέπει να ανέχεται τις αντιφάσεις. Καθένα από τα αρχικά μηνύματα περιέχει ψήγματα σοφίας, και όποτε έμοιαζαν να λένε διαφορετικά ή ασύμβατα πράγματα αυτό συνέβαινε μόνο και μόνο γιατί όλα παραπέμπουν, με αλληγορικό τρόπο, στην ίδια αρχέγονη αλήθεια.
Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει καμία πρόοδος στη γνώση. Η αλήθεια έχει ήδη καταγραφεί μια για πάντα, κι εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνεχίζουμε να ερμηνεύουμε το δυσνόητο μήνυμά της.
Αν κοιτάξει κανείς τις βιβλιοθήκες διαφόρων φασιστικών καθεστώτων, θα βρει όλους τους μείζονες διανοητές της παραδοσιαρχίας. Η ναζιστική εσωτερική γνώση τρεφόταν με παραδοσιαρχικά, συγκρητιστικά και μυστικιστικά στοιχεία. Η πηγή που επηρέασε περισσότερο τις θεωρίες της νέας ιταλικής δεξιάς, ο Ιούλιος Έβολα, συνδύαζε το Άγιο Δισκοπότηρο με τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, και την αλχημεία με την Αγία Ρωμαϊκή και Γερμανική Αυτοκρατορία. Και μόνο το γεγονός ότι η ιταλική δεξιά, για να δείξει πόσο ανοιχτό μυαλό διαθέτει, διεύρυνε αυτό τον κατάλογο ώστε να συμπεριλάβει και έργα του Ντε Μαιτρ, του Γκενόν και του Γκράμσι, αποτελεί ολοφάνερη απόδειξη συγκρητισμού.
Αν κοιτάξετε τα ράφια που, στα αμερικάνικα βιβλιοπωλεία, φέρουν την επιγραφή «Νέα Εποχή», θα βρείτε εκεί μέχρι και Άγιο Αυγουστίνο, ο οποίος, απ’ ό,τι γνωρίζω, δεν ήταν φασίστας. Αλλά το να συνδυάζεις τον Άγιο Αυγουστίνο με το Στόουνχεντζ — αυτό είναι σύμπτωμα πρωτοφασισμού.
2. Η παραδοσιαρχία συνεπάγεται την απόρριψη του μοντερνισμού. Και οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές κυριολεκτικά λάτρευαν την τεχνολογία, ενώ οι διανοητές της παραδοσιαρχίας συνήθως την απορρίπτουν ως αντίθετη προς τις παραδοσιακές πνευματικές αξίες. Όμως, παρόλο που ο ναζισμός υπερηφανευόταν για τα βιομηχανικά του επιτεύγματα, ο εγκωμιασμός του μοντερνισμού δεν ήταν παρά η επιφάνεια μιας ιδεολογίας βασισμένης στην ιδέα Αίμα και Γη (Blut und Boden). Η απόρριψη του σύγχρονου κόσμου ήταν μεταμφιεσμένη σαν αντίκρουση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, αλλά αφορούσε κυρίως στην απόρριψη του Πνεύματος του 1789 (και του 1776, φυσικά). Ο Διαφωτισμός, η Εποχή του Ορθολογισμού, γίνεται αντιληπτή ως απαρχή της σύγχρονης αχρειότητας. Κατ’ αυτή την έννοια, ο πρωτοφασισμός μπορεί να οριστεί ως ανορθολογισμός.
3. Ο ανορθολογισμός βασίζεται επίσης στη λατρεία της δράσης για τη δράση. Επειδή η δράση είναι από μόνη της όμορφη, πρέπει να αναλαμβάνεται πριν, ή χωρίς, οποιαδήποτε σκέψη. Η σκέψη είναι μια μορφή αποδυνάμωσης. Επομένως, η κουλτούρα είναι ύποπτη, στο βαθμό που ταυτίζεται με την κριτική στάση. Η καχυποψία απέναντι στον κόσμο της διανόησης αποτελούσε πάντοτε σύμπτωμα του πρωτοφασισμού, από την υποτιθέμενη ρήση του Γκέμπελς («όταν ακούω να μιλάνε για κουλτούρα αρπάζω το όπλο μου») μέχρι τη συχνή χρήση εκφράσεων όπως «εκφυλισμένοι διανοούμενοι», «κουλτουριάρηδες», «παρηκμασμένοι σνομπ», «τα πανεπιστήμια είναι φωλιές κομμουνιστών». Οι επίσημοι φασίστες διανοούμενοι ασχολούνταν κυρίως με το να επιτίθενται στον σύγχρονο πολιτισμό και την αριστερή διανόηση, που έχουν προδώσει τις παραδοσιακές αξίες.
4. Καμιά συγκρητιστική πίστη δεν αντέχει στην αναλυτική κριτική. Το κριτικό πνεύμα κάνει διακρίσεις μεταξύ των εννοιών, και αυτές οι διακρίσεις αποτελούν σημάδι μοντερνισμού. Στον σύγχρονο πολιτισμό, η επιστημονική κοινότητα επαινεί τη διαφωνία ως μέθοδο βελτίωσης της γνώσης. Για τον πρωτοφασισμό, η διαφωνία είναι προδοσία.
5. Εξάλλου, η διαφωνία αποτελεί σημάδι ποικιλομορφίας. Ο πρωτοφασισμός καλλιεργεί και αναζητεί τη συναίνεση με το να οξύνει και να εκμεταλλεύεται το φυσικό φόβο του διαφορετικού. Η πρώτη έκκληση ενός φασιστικού ή πρώιμου φασιστικού κινήματος είναι η έκκληση ενάντια στους παρείσακτους. Επομένως, ο πρωτοφασισμός είναι εξ ορισμού ρατσιστικός.
6. Ο πρωτοφασισμός πηγάζει από την ατομική ή κοινωνική απογοήτευση. Αυτός είναι και ο λόγος που ένα από τα πιο τυπικά χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων του παρελθόντος ήταν η επίκληση προς μια απογοητευμένη μεσαία τάξη που μαστιζόταν από μια οικονομική κρίση ή ένιωθε πολιτικά εξευτελισμένη και φοβισμένη από την πίεση που ασκούσαν οι χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Στην εποχή μας, που οι παλιοί «προλετάριοι» είναι πλέον μικροαστοί (και τα λούμπεν στοιχεία είναι κατά κανόνα αποκλεισμένα από την πολιτική σκηνή), ο φασισμός του αύριο θα βρει το ακροατήριό του σ’ αυτή τη νέα πλειοψηφία.
7. Στους ανθρώπους που νιώθουν πως δεν έχουν πλέον ξεκάθαρη κοινωνική ταυτότητα, ο πρωτοφασισμός λέει πως το μοναδικό τους προνόμιο είναι το πιο κοινό, ότι έχουν γεννηθεί στην ίδια χώρα. Αυτή είναι και η απαρχή του εθνικισμού. Άλλωστε, το μοναδικό πράγμα που μπορεί να δώσει ταυτότητα στο έθνος είναι οι εχθροί του. Έτσι, στη ρίζα της πρωτοφασιστικής ψυχολογίας υπάρχει μια εμμονή με τις συνωμοσίες, ιδιαίτερα τις διεθνείς. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν πολιορκημένοι. Ο πιο εύκολος τρόπος να πολεμήσεις μια συνωμοσία είναι η επίκληση στην ξενοφοβία. Αλλά η συνωμοσία πρέπει να έχει και εσωτερικούς μοχλούς: οι Εβραίοι είναι συνήθως ο καλύτερος στόχος, γιατί έχουν το πλεονέκτημα να είναι ταυτόχρονα και εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί. Στις Η.Π.Α., ένα εμφανές δείγμα συνωμοσιολογικής εμμονής βρίσκεται στο βιβλίο του Πατ Ρόμπερτσον Η Νέα Τάξη Πραγμάτων, αλλά, όπως έχουμε δει πρόσφατα, υπάρχουν και πολλά άλλα.
8. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν ταπεινωμένοι από τον επιδεικτικό πλούτο και την δύναμη των εχθρών τους. Όταν ήμουν μικρό παιδί, μου είχαν μάθει ότι οι Εγγλέζοι είχαν πέντε γεύματα τη μέρα. Έτρωγαν πιο συχνά από τους φτωχούς αλλά νηφάλιους Ιταλούς. Και ότι οι Εβραίοι είναι πλούσιοι και βοηθάνε ο ένας τον άλλο μέσω ενός μυστικού δικτύου αμοιβαίας αρωγής. Έτσι, με μια συνεχή μετατόπιση της ρητορικής εστίασης, οι εχθροί είναι ταυτόχρονα πολύ ισχυροί και πολύ αδύναμοι. Οι φασιστικές κυβερνήσεις είναι καταδικασμένες να χάνουν τους πολέμους τους, γιατί είναι εγγενώς ανίκανες να κάνουν μια αντικειμενική εκτίμηση της δύναμης του εχθρού.
9. Για τον πρωτοφασισμό, δεν υπάρχει αγώνας για τη ζωή· αντίθετα, η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας. Επομένως, ο ειρηνισμός ισοδυναμεί με συναλλαγή με τον εχθρό. Είναι κακός, γιατί η ζωή είναι ένας συνεχής πόλεμος. Αυτό, όμως, επιφέρει ένα «σύμπλεγμα Αρμαγεδδώνα». Εφόσον οι εχθροί πρέπει να ηττηθούν, θα πρέπει να υπάρξει μια τελική μάχη, μετά από την οποία το κίνημα θα έχει υπό τον έλεγχό του ολόκληρο τον κόσμο. Μια τέτοια «τελική λύση», όμως, θα σημάνει την αρχή μιας περιόδου ειρήνης, μιας Χρυσής Εποχής, πράγμα που έρχεται σε αντίφαση με το δόγμα του συνεχούς πολέμου. Κανείς φασίστας ηγέτης δεν έχει καταφέρει ποτέ να λύσει αυτό το πρόβλημα.
10. Ο ελιτισμός αποτελεί χαρακτηριστική διάσταση κάθε αντιδραστικής ιδεολογίας, στο βαθμό που είναι θεμελιωδώς αριστοκρατικός, και ο αριστοκρατικός και μιλιταριστικός ελιτισμός συνεπάγεται την περιφρόνηση προς τους αδύναμους. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να εκφράσει μόνο έναν λαϊκό ελιτισμό. Κάθε πολίτης ανήκει στον καλύτερο λαό του κόσμου, τα μέλη του κόμματος είναι οι καλύτεροι πολίτες, κάθε πολίτης μπορεί (ή πρέπει) να γίνει μέλος του κόμματος. Αλλά δεν μπορεί να υπάρχουν πατρίκιοι χωρίς πληβείους. Ο Ηγέτης, που γνωρίζει ότι η εξουσία δεν του απονεμήθηκε δημοκρατικά αλλά την κατέκτησε με τη βία, γνωρίζει επίσης ότι η δύναμή του βασίζεται στην αδυναμία των μαζών· οι μάζες είναι αδύναμες, και γι’ αυτό χρειάζονται και αξίζουν έναν ηγεμόνα. Και εφόσον η ομάδα είναι οργανωμένη ιεραρχικά (σύμφωνα με το στρατιωτικό πρότυπο), κάθε ηγέτης περιφρονεί τους υφισταμένους του, και καθένας απ’ αυτούς περιφρονεί τους κατωτέρους του. Αυτό ενισχύει την αίσθηση του μαζικού ελιτισμού.
11. Μέσα σ’ αυτή την προοπτική, όλοι μαθαίνουν πως πρέπει να γίνουν ήρωες. Σε κάθε μυθολογία, ο ήρωας είναι ένα εξαιρετικό ον, αλλά για την πρωτοφασιστική ιδεολογία ο ηρωισμός είναι ο κανόνας. Αυτή η λατρεία του ηρωισμού συνδέεται στενά με τη λατρεία του θανάτου. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα συνθήματα που είχαν οι ισπανοί φαλαγγίτες ήταν το «viva la muerte» («ζήτω ο θάνατος»). Στις μη φασιστικές κοινωνίες, ο απλός λαός μαθαίνει ότι ότι ο θάνατος είναι κάτι το δυσάρεστο που όμως πρέπει να το αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια· και οι πιστοί μαθαίνουν ότι είναι ένας οδυνηρός τρόπος για να περάσουν σε μια μεταφυσική ευτυχία. Αντίθετα, ο πρωτοφασίστας ήρωας αποζητά τον ηρωικό θάνατο, ο οποίος διαφημίζεται ως η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μια ηρωική ζωή. Ο πρωτοφασίστας ήρωας ανυπομονεί να πεθάνει. Μέσα στην ανυπομονησία του, συχνά στέλνει κι άλλους ανθρώπους στο θάνατο.
12. Επειδή και ο συνεχής πόλεμος και ο ηρωισμός είναι δύσκολα παιχνίδια, ο πρωτοφασίστας μεταθέτει τον πόθο του για εξουσία στη σεξουαλική συμπεριφορά του. Έτσι προκύπτει ο ματσισμός [σ.τ.Μ.: το αντριλίκι] (που συνεπάγεται αφενός την περιφρόνηση προς τη γυναίκα και αφετέρου την καταδίκη παρεκκλινουσών ερωτικών συνηθειών, όπως η αγνότητα ή η ομοφυλοφιλία). Και επειδή και το σεξ είναι δύσκολο παιχνίδι, ο πρωτοφασίστας ήρωας προτιμά να παίζει με τα όπλα – σαν φαλλικό υποκατάστατο.
13. Ο πρωτοφασισμός βασίζεται σε έναν επιλεκτικό λαϊκισμό, έναν ποιοτικό λαϊκισμό, θα έλεγε κανείς. Σε μια δημοκρατία, οι πολίτες έχουν ατομικά δικαιώματα, αλλά οι πολίτες συνολικά έχουν πολιτική επιρροή μόνο από ποσοτική άποψη — ακολουθούνται οι αποφάσεις της πλειοψηφίας. Για τον πρωτοφασισμό, όμως, τα άτομα ως άτομα δεν έχουν δικαιώματα, και ο Λαός γίνεται αντιληπτός σαν ποιότητα, σαν μια μονολιθική οντότητα που εκφράζει την Κοινή Βούληση. Και επειδή κανένα μεγάλο σύνολο ατόμων δεν μπορεί ποτέ να έχει κοινή βούληση, ο Ηγέτης παριστάνει το διερμηνέα τους. Έχοντας χάσει την εξουσία της αντιπροσώπευσης, οι πολίτες δεν πράττουν· καλούνται μόνο να παίξουν το ρόλο του Λαού. Έτσι, ο Λαός δεν είναι παρά ένα θεατρικό εφεύρημα. Για να πάρουμε μια γεύση ποιοτικού λαϊκισμού δεν χρειαζόμαστε πλέον την Πιάτσα Βενέτσια της Ρώμης, ούτε το Στάδιο της Νυρεμβέργης. Υπάρχει στο μέλλον μας ένας τηλεοπτικός ή διαδικτυακός λαϊκισμός, στον οποίο η συναισθηματική αντίδραση μιας επιλεγμένης ομάδας πολιτών θα μπορεί να παρουσιάζεται και να γίνεται αποδεκτή ως η Φωνή του Λαού.
Λόγω του ποιοτικού λαϊκισμού του, ο πρωτοφασισμός πρέπει να είναι κατά των «διεφθαρμένων» κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Μια από τις πρώτες φράσεις που είπε ο Μουσολίνι στο ιταλικό κοινοβούλιο ήταν «Θα μπορούσα να μετατρέψω αυτό το βουβό και καταθλιπτικό μέρος σε στρατόπεδο για τις σπείρες μου» — οι «σπείρες» είναι μια υποδιαίρεση της παραδοσιακής ρωμαϊκής λεγεώνας. Βέβαια, αμέσως βρήκε καλύτερο καταυλισμό για τις σπείρες του, αλλά λίγο αργότερα διέλυσε το κοινοβούλιο. Όποτε ένας πολιτικός αμφισβητεί τη νομιμότητα ενός κοινοβουλίου γιατί δεν αντιπροσωπεύει πλέον τη Φωνή του Λαού, αρχίζει και μυρίζει πρωτοφασισμό.
14. Ο πρωτοφασισμός μιλάει την «Νέα Ομιλία». Η Νέα Ομιλία επινοήθηκε από τον Όργουελ στο βιβλίο του 1984, ως επίσημη γλώσσα του Αγγλικού Σοσιαλισμού. Αλλά σε πολλές μορφές δικτατορίας συναντά κανείς πρωτοφασιστικά χαρακτηριστικά. Όλα τα ναζιστικά και φασιστικά σχολικά εγχειρίδια χρησιμοποιούσαν φτωχό λεξιλόγιο και στοιχειώδη σύνταξη, με σκοπό να περιορίσουν τη διάδοση των εργαλείων της σύνθετης και κριτικής σκέψης. Αλλά πρέπει να είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε άλλα είδη Νέας Ομιλίας, ακόμα κι αν παίρνουν τη φαινομενικά αθώα μορφή ενός δημοφιλούς τοκ-σόου.
Το πρωινό της 27ης Ιουλίου 1943, έμαθα ότι, σύμφωνα με ραδιοφωνικές ανακοινώσεις, ο φασισμός είχε καταρρεύσει και ο Μουσολίνι είχε συλληφθεί. Όταν η μητέρα μου με έστειλε να αγοράσω την εφημερίδα, είδα ότι οι εφημερίδες στον κοντινότερο πάγκο είχαν διαφορετικούς τίτλους. Επιπλέον, αφού είδα τους τίτλους, συνειδητοποίησα ότι κάθε εφημερίδα έγραφε διαφορετικά πράγματα. Αγόρασα μία στην τύχη, και διάβασα στην πρώτη σελίδα ένα μήνυμα που το υπέγραφαν πέντε ή έξι πολιτικά κόμματα — ανάμεσά τους η Χριστιανική Δημοκρατία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κόμμα της Δράσης, και το Φιλελεύθερο Κόμμα.
Μέχρι τότε, πίστευα ότι υπήρχε μόνο ένα κόμμα σε κάθε χώρα, και ότι στην Ιταλία αυτό ήταν το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα. Τώρα, ανακάλυπτα ότι στη χώρα μου μπορούσαν να υπάρχουν ταυτόχρονα διάφορα κόμματα. Καθώς ήμουν έξυπνο παιδί, κατάλαβα ότι όλα αυτά τα κόμματα δεν μπορεί να γεννήθηκαν μέσα σε μια νύχτα, άρα θα πρέπει να υπήρχαν εδώ και αρκετό καιρό ως μυστικές οργανώσεις.
Το μήνυμα στην πρώτη σελίδα πανηγύριζε για το τέλος της δικτατορίας και την επιστροφή της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου, του τύπου, της πολιτικής σύμπραξης. Αυτές τις λέξεις, «ελευθερία», «δικτατορία» — τις διάβαζα τώρα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Χάρη σ’ αυτές τις λέξεις, ξαναγεννήθηκα ως ελεύθερος δυτικός άνθρωπος.
Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, ώστε το νόημα αυτών των λέξεων να μην ξεχαστεί ξανά. Ο πρωτοφασισμός βρίσκεται ακόμα γύρω μας, πολλές φορές με πολιτικά. Θα ήταν πολύ ευκολότερο, για μας, αν εμφανιζόταν στην παγκόσμια σκηνή κάποιος και έλεγε «Θέλω να ξανανοίξω το Άουσβιτς, θέλω να παρελάσουν ξανά οι Μελανοχίτωνες στις ιταλικές πλατείες». Αλλά η ζωή δεν είναι τόσο απλή. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να επιστρέψει με το πιο αθώο προσωπείο. Είναι καθήκον μας να τον αποκαλύπτουμε και να καταδεικνύουμε οποιαδήποτε από τις νέες εκφάνσεις του — κάθε μέρα, σε κάθε μέρος του κόσμου. Και είναι καλό να θυμόμαστε τα λόγια που είπε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ στις 4 Νοεμβρίου 1938:
«Τολμώ να πω ότι, αν ποτέ η αμερικανική δημοκρατία πάψει να προχωρεί ως ζωντανή δύναμη και να προσπαθεί μέρα και νύχτα, με ειρηνικό τρόπο, να κάνει όλους τους πολίτες μας καλύτερους, τότε ο φασισμός θα δυναμώσει στη χώρα μας».
Η ελευθερία και η απελευθέρωση είναι μια ατέρμονη διαδικασία.
*

Μετάφραση: Gravity and the Wind

στάχτες

*

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.