[Η Ανακωχή·

12/04/2019 § Σχολιάστε

Mario Benedetti (Uruguay 1920-2009)

(α π ό σ π α σ μ α)

Το δεξί μου χέρι είναι ένα χελιδόνι
Το αριστερό μου χέρι είναι ένα κυπαρίσσι
Το κεφάλι μου από μπροστά είναι ένας κύριος ζωντανός
Και από πίσω ένας κύριος νεκρός
VICENTE HUIDOBRO

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου

Λείπουν μόνο έξι μήνες και εικοσιοκτώ μέρες για να είμαι σε θέση να πάρω σύνταξη. Πάνε τουλάχιστον πέντε χρόνια που κάνω αυτόν τον καθημερινό υπολογισμό του εργάσιμου χρόνου που μου απομένει. Πραγματικά, έχω τόση ανάγκη από ελεύθερο χρόνο; Λέω στον εαυτό μου ότι όχι, ότι δεν είναι ο ελεύθερος χρόνος αυτό που έχω ανάγκη, αλλά το δικαίωμα να δουλεύω σ’ αυτό που θέλω. Για παράδειγμα; Η κηπουρική, ίσως. Είναι καλή ως χαλαρωτική άσκηση τις Κυριακές, για να αντισταθμίσει την καθιστική ζωή, καθώς επίσης και ως μυστική άμυνα απέναντι στην μελλοντική και εγγυημένη μου αρθρίτιδα. Φοβάμαι, ωστόσο, ότι δεν θα μπορούσα να την αντέξω σε καθημερινή βάση. Η κιθάρα, μπορεί. Νομίζω πως θα μου άρεσε. Πρέπει να είναι κάπως θλιβερό, πάντως, να ξεκινάει να μάθει κανείς σολφέζ στα σαρανταεννιά του χρόνια. Γράψιμο; Ίσως να μην τα πήγαινα άσχημα, τουλάχιστον ο κόσμος συνηθίζει να διασκεδάζει με τα γράμματα μου. Και τι μ’ αυτό; Φαντάζομαι τη βιβλιογραφική σημειωσούλα σχετικά με τις «αξιοσέβαστες αξίες αυτού του νέου συγγραφέα που αγγίζει τα πενήντα» και μόνο η πιθανότητα αυτή μου προκαλεί αηδία. Το ότι εγώ νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα αφελής και ανώριμος (έχω, με άλλα λόγια, μόνο τα ελαττώματα και καμιά από τις αρετές της νεότητας) δεν σημαίνει ότι έχω το δικαίωμα να εκθέτω αυτήν την αφέλεια και την ανωριμότητα. Είχα μια ξαδέρφη γεροντοκόρη που κάθε φορά που έφτιαχνε ένα γλυκό το έδειχνε σε όλους μ’ ένα μελαγχολικό και παιδιάστικο χαμόγελο που είχε μείνει κρεμασμένο στα χείλη της από την εποχή που έκανε τα γλυκά μάτια στον μοτοσικλετιστή αγαπητικό της που λίγο αργότερα σκοτώθηκε σε μια από τις τόσες «Στροφές του Θανάτου» που έχουμε. Εκείνη ντυνόταν όπως έπρεπε, όλα σύμφωνα με τα πενήντα τρία της χρόνια. Σ’ αυτό και σ’ όλα τα υπόλοιπα ήταν διακριτική, ισορροπημένη• εκείνο το χαμόγελο, όμως, απαιτούσε, αντίθετα, τη συνοδεία από τα φρέσκα χείλη, το στιλπνό δέρμα, τα καλλίγραμμα πόδια μιας εικοσάχρονης. Ήταν μια αξιολύπητη έκφραση, μόνο αυτό, μια έκφραση που δεν έφτανε ποτέ να μοιάζει γελοία γιατί σ’ αυτό το πρόσωπο υπήρχε, εκτός των άλλων, καλοσύνη. Πόσες λέξεις μόνο για να πω πως δεν θέλω να μοιάζω αξιολύπητος.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου

Για να μπορώ να αποδώσω σε ανεκτό βαθμό στο γραφείο πρέπει να αναγκάσω τον εαυτό μου να μην σκέφτεται ότι οι μέρες του ελεύθερου χρόνου μου είναι σχετικά κοντά. Σε αντίθετη περίπτωση, τα δάχτυλα μου συσπώνται και τα στρογγυλά γράμματα με τα οποία πρέπει να γράψω τις επικεφαλίδες μου βγαίνουν στραβά και άχαρα. Τα στρογγυλά γράμματα είναι το μεγαλύτερό μου γόητρο ως δημόσιος υπάλληλος. Επιπλέον, οφείλω να το ομολογήσω, μου προκαλεί ευχαρίστηση ο σχεδιασμός ορισμένων γραμμάτων, όπως το κεφάλαιο Μ ή το μικρό Β στα οποία έχω τολμήσει κάποιες καινοτομίες. Αυτό που μισώ λιγότερο είναι το μηχανικό μέρος, η ρουτίνα της δουλειάς μου: το να επαληθεύω μια εγγραφή σ’ έναν προϋπολογισμό τον οποίο έχω συντάξει χιλιάδες φορές, το να πραγματοποιήσω έναν ισολογισμό και να βρω ότι όλα είναι εντάξει, ότι δεν υπάρχει υπόλοιπο που πρέπει να ψάξω. Αυτού του τύπου η εργασία δεν με κουράζει γιατί μου επιτρέπει να σκέφτομαι άλλα πράγματα, μέχρι και (γιατί να μην το ομολογήσω σ’ εμένα τον ίδιο;) να ονειρεύομαι. Είναι σαν να χωρίζουμε σε δυο ανόμοιες, αντιθετικές, ανεξάρτητες οντότητες: μια που ξέρει να κάνει τη δουλειά της από μνήμης, που κατέχει στο μάξιμουμ τους αστάθμητους παράγοντες και τις παρεκκλίσεις της, που είναι σίγουρη για το πού πατάει, και η άλλη, ονειροπόλα και πυρετώδης, απογοητευτικά παθιασμένη, ένας θλιμμένος τύπος που, ωστόσο έχει, είχε και θα έχει κλίση προς τη χαρά, ένας αφηρημένος που δεν τον νοιάζει προς τα πού φυσάει ο άνεμος, ούτε τί γράφει το μπλε μελάνι που σε οχτώ μήνες θα γίνει μαύρο.

Στη δουλειά μου το ανυπόφορο δεν είναι η ρουτίνα. Είναι το νέο πρόβλημα που εμφανίζεται, η παραγγελία που έρχεται απρόσμενη απ’ αυτό το Διευθυντήριο: φάντασμα που κρύβεται πίσω από συμφωνητικά, διατάξεις και μποναμάδες, η επιτακτική ανάγκη με την οποία ζητείται μια αναφορά ή μια αναλυτική κατάσταση ή μια μελέτη εξεύρεσης πόρων. Τότε λοιπόν, καθώς πρόκειται για κάτι εκτός ρουτίνας, τα δυο μου μέρη πρέπει να δουλέψουν μαζί για το ίδιο πράγμα. Δεν μπορώ πια να σκεφτώ αυτά που θέλω και η κούραση κάθεται πάνω στην πλάτη και το σβέρκο μου σαν πορώδες έμπλαστρο. Τι με νοιάζουν τα πιθανά κέρδη του τίτλου Περνός ντε Πιστόν στο δεύτερο εξάμηνο του προτελευταίου χρόνου; Τι με νοιάζει ο πιο πρακτικός τρόπος για να πετύχει κανείς τη μείωση των Γενικών Εξόδων;

Η σημερινή ήταν μια ευτυχισμένη μέρα. Μόνο ρουτίνα.
©Μετάφραση της Νάνσυς Αγγελή, την άνοιξη του 2012

Mario Benedetti. Ουρουγουανός αφηγητής, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας γεννήθηκε το 1920 στο Πάσο δε λος Τόρος, επαρχία Τακουαρεμπό, και πέθανε το Μάιο του 2009. Ήταν μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές μορφές της φιλολογικής γενιάς του ’45 και, πάνω απ’ όλα, ο χρονικογράφος του Μοντεβιδέο. Εξελίχθηκε από την «ποιητική ηθογραφία» σε μια θεματολογία που ανακλά την πολιτική συνειδητοποίηση του συγγραφέα και των χαρακτήρων του. Στο αφηγηματικό του έργο χρησιμοποιεί την ψυχολογική ανάλυση και, συγχρόνως, προβάλλει διακριτικά τη μεταφυσική αγωνία του ανθρώπου, απουσία κάθε υπερβατικού στηρίγματος. Η πιο δημιουργική πλευρά της γραφής του συνιστάται στη χρήση μια απλής γλώσσας η οποία, μακράν κάθε εκζήτησης και ωραιοπάθειας, παραμένει ωστόσο βαθύτατα ποιητική.

[Hγαπημένοι του φθόνου ερωμένοι λέγονται κατηραμένοι·

06/04/2019 § Σχολιάστε

Γεώργιος Εξαρχόπουλος ( ; – Aμοργός μεταξύ 1851-1856)



Απολογία Ποιητική

O ποιητής είναι στολή, υψηλής αειθαλίας
Kαθώς λάμπει και ο ήλιος σε όλας τας βασιλείας.
Λερμπαλέρ όταν όμως τον τιμούσιν οι κόμοι και οι κομήται
και από κανένα δεν φθονείται, όταν όμως τον φθονούσιν
μένουσιν και αυτοί να τους εφτυούσιν.
Eπειδή αποδεικνύουνται ως ανάξιοι της αξίας τους.
Δεικνύοντες λελαλεύ επειδή δεν εγνώριζον και την στολήν
τους παροργίζουν και ο ποιητής αδιαφορεί
Kαι με το κοντύλι του τραγωδεί,
Λερμπαλέρ την αλήθειαν υψώνει
Kαι το ψεύδος θανατώνει.
Ξιφίλ μαλέρ ιδού λοιπόν η φρονιμάδα
Tου ποιητού η νοστιμάδα
Ως να παίζει την αμάδα με φρόνιμον αράδα ας ομιλούν.
Kαι οι τρικαβαίοι και μετριούνται οι Xαλδαίοι όσοι
Hγαπημένοι του φθόνου ερωμένοι λέγονται κατηραμένοι.
Διότι εις τα απέχια είναι παραδομένοι.

*

Ἀθῆναι τὴν 15 Φεβρουαρίου 1842.
Έκτασις ποιητική περί της πολυτίμου ηλικιακής Γαλλίας παρά Γ. Εξαρχοπούλου Φυσική. Πρώτη έκδοσις, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Π., 1842, σ. 32

η φωτογραφία είναι του αγριμολόγου σε συναυλία στο Βατερλώ, Βέλγιο

[Εμμανουήλ Ροΐδης, Iστορία ενός τουφεκισμού — απόσπασμα

28/03/2019 § Σχολιάστε

Θα πάγω μ’ έvα πήδημα
ίσια στov άλλον κόσμοv!

[…]

Ο κατάδικος ουδέν απολέσας της αταραξίας του, υπήγε να τοποθετηθή αυθορμήτως αντικρύ των τουφεκιστών εις την κανονισμένην απόστασιν δέκα βημάτων, απωθήσας τον προσελθόντα να περιδέση κατά το σύνηθες τους οφθαλμούς του δια μαντυλίου δεκανέα. Οι στρατιώται ηύθυναν ήδη κατά του στήθους του τα όπλα αναμένοντες το τελευταίον πρόσταγμα, ότε αντήχησαν εκ διαφόρων συγχρόνως ομίλων φωναί: «Δεν μας αποχαιρετάς, Σάνδρε;» Το αποχαιρέτημα τούτο είναι εις τον τόπον μας δικαίωμα του καταδίκου και σχεδόν καθήκον επιβαλλόμενον εις αυτόν υπό της παραδόσεως. Άλλος το προετοιμάζει και άλλος το αυτοσχεδιάζει, άλλος λέγει πολλά και άλλος ολίγα, έκαστος κατά τον βαθμόν της ρητορικής του ικανότητος, όλοι όμως προσπαθούν να είπουν κάτι δια να μη υποτεθή ότι εβούβανεν αυτούς ο φόβος. Ο Σάνδρος δεν ήτο ρήτωρ, ήτο όμως αρκετά καλός τενόρος. Μη ευρίσκων τί να είπη αξιομνημόνευτον ανέμελψεν αντί προσλαλιάς το άσμα των ‘Μασναδιέρων’ του Βέρδι:

Tra – la, Trala lala,
n’andremo d’un salto
nel mondo di là.

Ήτοι:    θα πάγω μ’ έvα πήδημα
ίσια στov άλλον κόσμοv!

Το κύκνειον τούτο άσμα ήτο βεβαίως επίκαιρον, η φωνή του καταδίκου ωραία και η αφοβία, μεθ’ ης ητοιμάζετο να πηδήση εις τον άλλον κόσμον, αληθώς πρωτοφανής. Ευλόγως λοιπόν εξερράγη το πλήθος εις επευφημίας και χειροκροτήματα, οίων ουδέποτε ηξιώθησαν εις το θέατρον ούτε ο Ρόπας, ούτε ο Μάριος, ούτε ο Φασκίνης, ουδ’ αυτή ίσως η Μαλιβράν. Ταύτα αντήχουν ακόμη, ότε ύψωσε το ξίφος ο έχων το πρόσταγμα αξιωματικός, ήστραψαν τα τουφέκια και δέκα σφαίραι ετρύπησαν το στήθος του καταδίκου. Ο θάνατος επήλθεν τόσον ακαριαίος, ώστε δεν επρόφθασε να εξαλείψη το διαστέλλον τα χείλη του μειδίαμα ευδαίμονος αυταρεσκείας.
Ειπέτε μου τώρα, παρακαλώ, αν πιστεύετε ότι ηδύνατο ο θείος μου Βαρνάβας να κάμη τον άνθρωπον εκείνον ν’ αποθάνη τόσον ευχαριστημένος και ν’ αφίση μνήμην ήρωος, αν του ωμίλει περί της ευσπλαγχνίας του Θεού και της μακαριότητος του Παραδείσου, αντί να του υποσχεθή ότι είχεν ακόμη να ζήση πολλά χρόνια και να φάγη πολλά μακαρόνια;
― Ομολογώ ότι το πράγμα επιδέχεται αμφισβήτησιν. Δεν εννοώ όμως πώς ο μακαρίτης θείος σας απεδέχετο να δοξάζη παρ’ αξίαν ως ήρωας τους εχθρούς της πατρίδος του Ναπολιτάνους;
― Δεν το εννοείτε διότι δεν γνωρίζετε, ως φαίνεται, ότι οι Φράγκοι ρασοφόροι δεν έχουν άλλην πατρίδα πλην της Εκκλησίας, ουδ’ άλλον αρχηγόν πλην του Πάπα. Έπειτα ο θείος μου ήτο, ως σας είπα, έξυπνος άνθρωπος και είχε στοιχηματίσει κ’ εκείνος πολλά ότι θ’ απέθνησκεν ο κατάδικος γενναίως.
Η βροχή είχε παύσει και το ανδρόγυνον ηγέρθη να μας αποχαιρετήση. Εξερχόμενος με επροσκάλεσεν ο προκαλόγηρος να υπάγω να ίδω την συλλογήν του Σικελικών αρχαιοτήτων, και την πρόσκλησιν ταύτην επεκύρωσεν η κυρία του δι’ ενός προσηνεστάτου arivederci. Εκατοίκουν το πρώτον πάτωμα μικράς οικίας εις την άκραν της οδού Γαριβάλδη. Επί της κοσμούσης την θύραν χαλκίνης πλακός ανεγινώσκετο υπό το όνομα του ενοίκου ο τίτλος ‘αρχαιολόγος’ (antiquario), σημαίνων εν Σικελία ‘πωλητής αρχαιοτήτων’.
Η δεξίωσις υπήρξε φιλοφρονεστάτη. Η οικοδέσποινα ευηρεστήθη να μου προσφέρη καφέ και να με θαμβώση και πάλιν με την λάμψιν των μαύρων της οφθαλμών και της χρυσής της κόμης, ο δε ξερασωμένος αρχαιολόγος, αφού μοι παρεχώρησεν αντί εκατό μόνον φράγκων δύο ‘σπάνια’ νομίσματα των Συρακουσών, ηυδόκησε να με πληροφορήση ότι, αν πλην των οφθαλμών και της κόμης επεθύμουν να μεταΐδω και τας κνήμας της κυρίας του, ηδυνάμην ν’ απολαύσω την ευχαρίστησιν ταύτην μεταβαίνων το εσπέρας εις το θέατρον Vittorio Emmanuele, όπου ήτο δευτέρα χορεύτρια. Όπως οι καλόγηροι, ούτω είχαν αρχίσει να υπανδρεύωνται εις την Σικελίαν και αι χορεύτριαι.

*

[Εμμανουήλ Ροΐδης, Iστορία ενός τουφεκισμού, από τα Άπαντα, E΄, Eρμής 1978

[Διονύσιος Σολωμός, Ὁ Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν — «άλλα» αποσπάσματα

25/03/2019 § Σχολιάστε

158 στροφὲς συνθέτουν τὸν Ὕμνο, ὅπου ἡ Ἐλευθερία ταυτίζεται μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα. Οἱ θεματικὲς ἑνότητες ποὺ περιλαμβάνονται στὰ ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα εἶναι ἡ ἀρχαία λαμπρότητα, τὰ δεινοπαθήματα τῆς σκλαβιᾶς, ἡ ἀπήχηση τοῦ ἀγῶνα, οἱ κορυφαῖες στιγμὲς τῆς Τριπολιτσᾶς καὶ τοῦ Μεσολογγίου, οἱ νικηφόρες μάχες στὴ θάλασσα καὶ τέλος ἡ σπαρακτικὴ ἔκκληση τῆς Ἐλευθερίας πρὸς τοὺς Ἕλληνες γιὰ ὁμόνοια καὶ ἀδερφοσύνη. Ὁ μεγάλος μουσουργὸς Νικόλαος Μάντζαρος, προσωπικὸς φίλος τοῦ ποιητῆ Σολωμοῦ, συνέθεσε μουσικὴ γιὰ 24 στροφές. Οἱ δυὸ πρῶτες νομοθετήθηκαν τὸ 1856 ὡς ὁ Ἐθνικὸς Ὕμνος τῆς Ἑλλάδας.

 

[…]

42
Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά·
νά, σᾶς φθάνει· ἀποκριθῆτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.

43
Ἀποκρίνονται, καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὅπου μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.

44
Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.

45
Ἄ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός;
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.

46
Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,

47
καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι,
ὅπου ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράσταιναν τὸν ᾅδη
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά·

48
τ᾿ ἀκαρτέρειε. ἐφαίνοντ᾿ ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.

[…]
πηγή

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.