[λεκιάζοντας στο κάρβουνο το μαντιλάκι ·

03/02/2018 § Σχολιάστε

Αναχρονιστικός καθρέπτης 1881

Εδώ ξεφτίζουνε οι Καρυάτιδες
αναπαλαιώνονται οι αρχαίοι σοβάδες
ζαρώνει η κορινθιακή σταφίδα
στην πουτίγκα της αυτοκρατορίας

Από τα τζάμια του σιδηροδρόμου που αργεί
να φτάσει μέσα στην ομίχλη των ατμών
γραβάτες ανεμίζουν σκούρες, πράσινες
φύκια παχειά στα μέτρα της καρωτίδας
πνιγμένων του μεσοπολέμου

Τις πελιδνές πτυχές μιας μεγάλης ιδέας
ξεδιπλώνει χρεωκοπημένος ο καπνός
καθώς οι ράγες του συρμού απομακρύνονται
λεκιάζοντας στο κάρβουνο το μαντιλάκι
στο υψωμένο, ανέπαφο χέρι του Αχιλλέα
Παράσχου που αποχαιρετά τον ρομαντισμό

*
[Γιώργος Χουλιαράς, Δρόμοι της μελάνης, εκδόσεις Νεφέλη 2005

η φωτογραφία (2016) είναι του αγριμολόγου από την πόλη του Dinant, Βέλγιο -η πατρίδα του Adolphe Sax, εφευρέτη του σαξόφωνου

[το παν κυβερνώμενον από μίαν δύναμιν: το ψεύδος, στρεφόμενον περί ένα άξονα: το ψεύδος ·

02/02/2018 § Σχολιάστε

Παύλος Νιρβάνας (1866-1937)

Αν μεταγράψει κανείς στη σύγχρονη γλώσσα το παρακάτω άρθρο του Παύλου Νιρβάνα με τίτλο «Τι έλειψεν» [δημοσιεύθηκε στο Άστυ, 25 Μαΐου 1897], νομίζει ότι είναι γραμμένο σήμερα:

«…Εκείνο το οποίον κυρίως έλειψεν από τον τόπον αυτόν, εκείνο το οποίον έλειψεν από τον εθνικόν μας βίον και του οποίου την έλλειψιν επληρώσαμεν και πληρώνομεν βαρύτατα, υπήρξεν η Αλήθεια.

Ω! ναι· η αλήθεια! Επί ήμισυν αιώνα εκολυμβήσαμεν εις το ψεύδος, ετράφημεν με το ψεύδος, ανεπνεύσαμεν με το ψεύδος και –διατί να το αποσιωπήσωμεν;– εσαβανώθημεν με το ψεύδος. Ήτο λείψανον της δουλείας της μακράς, ήτο απομεινάριον του ραγιαδισμού, ήτο τέκνον της βίας και του ζυγού; Δεν ηξεύρω. Κάθε πράγμα εις τον πεπερασμένον αυτόν κόσμον έχει εν αίτιον. Αλλά περί τούτου δεν πρόκειται. Το βέβαιον, το αναμφισβήτητον, το φανερόν ως το φως, είναι ότι εις τα έθη των πατρώων θεών, μία θεότης δυσειδής και αποτρόπαιος και καταστρεπτική εγκαθιδρύθη, ένας Μολώχ παμφάγος και απαίσιος, το ψεύδος. Απ’ άκρου εις άκρον. Από του ζενίθ μέχρι του ναδίρ. Εις βάθος και εις πλάτος. Δηλητήριον διαχυθέν εις τον οργανισμόν του έθνους ως κουράριον και ως στρυχνίνη. Και από την επίδρασιν την καταστρεπτικήν τίποτε δεν έμεινεν αλώβητον, τίποτε παρθένον. Η οικογένεια θύμα του, η κοινωνία βορά του, το έθνος λεία του. Κάθε μέλος και πάσα ίς [ίνα] του εθνικού και του κοινωνικού οργανισμού εμπεποτισμένα από το δηλητήριον αυτό. Η εκκλησία, η παιδεία, η διοίκησις, τα γράμματα, αι τέχναι, ο τύπος, το στράτευμα, αι επιστήμαι, η φιλανθρωπία, το παν κυβερνώμενον από μίαν δύναμιν: το ψεύδος, στρεφόμενον περί ένα άξονα: το ψεύδος, αφορμώμενα από μίαν αφετηρίαν: το ψεύδος, κατρακυλούντα προς εν τέρμα: το ψεύδος.

Μη ζητήσετε τώρα τας λεπτομερείας του· μη απαιτήσετε τας εφαρμογάς του και τον μηχανισμόν του. Δια να σπουδάσετε μίαν επιστήμην θέλετε πέντε τουλάχιστον έτη. Και το νεοελληνικόν ψεύδος, ως θεωρία και ως εφαρμογή, είναι επιστήμη απέραντος, με ειδικότητας και κλάδους· και με εφαρμογάς απείρους. Τόμοι ολόκληροι θα εχρειάζοντο δια να περιλάβουν την επιστήμην αυτήν. Χρόνοι και χρόνοι θ’ απητούντο δια να συναχθή και να ταξινομηθή το άφθονον υλικόν, το οποίον θα παρείχε την εικόνα του παραδόξου αυτού μηχανισμού, ο οποίος υποκατέστη εις όλα τα τμήματα της εθνικής μας ζωής. Αν δύνασθε, αντικρύσατέ το εν συνόλω εις τας γενικάς του γραμμάς. Δεν θα κοπιάσετε πολύ. Ζήτε εις τον τόπον, όπου ο τίτλος, ο αποτελών την βδελυρωτέραν των ύβρεων, και μεταξύ του ποταπωτέρου των λαών, έχει καταντήσει χαριεντισμός και φιλοφρόνημα. Μη το λησμονείτε.

Άλλως τε δεν έχετε και ανάγκην ν’ αποπλανηθήτε πολύ. Έχετε εμπρός σας μίαν εικόνα, μίαν αιματωμένην και τραγικήν εικόνα. Κινούμεθα ακόμη μέσα εις τα συντρίμματα του απαισίου πολέμου. Εάν οπίσω από τον πόλεμον αυτόν, από την σύλληψίν του και την διεξαγωγήν του, εάν οπίσω από τας ήττας, από την φυγήν, από τους πανικούς, από την κατάχρησιν, από την δειλίαν, από τας ατιμίας, δεν βλέπετε το τερατώδες φάσμα του ψεύδους, θα ειπή ότι δεν είσθε πολύ οξυδερκείς άνθρωποι. Και εάν από τον βαρύν εφιάλτην της πανελληνίου συμφοράς δεν αισθάνεσθε και δεν αισθανόμεθα ούτε τώρα, τι είναι εκείνο το οποίον μας έλειψε καθ’ όλην την αξιοδάκρυτον αυτήν περίοδον του ελευθέρου μας βίου, α! τότε η τελευταία αυτή καταστροφή η οποία εξερράγη επί των κεφαλών μας, δεν είναι η μεγαλειτέρα.»

*

Πηγή: Από το editorial με τίτλο «Σαβανωθήκαμε με το ψέμα» της The Athens Review of Books, τ.64, Ιούλιος-Αύγουστος 2015

[Ανθήκλεια –μια γυναίκα ·

29/01/2018 § Σχολιάστε

Της Ασημίνας Λαμπράκου

lambrakou17.3.14
Ήρθε και ζαλίστηκε λιγάκι το πρωί
Εκείνη η κατάσταση που λες κι αδειάζει το υγρό που προστατεύει τον εγκέφαλο κι αυτός διογκώνεται κι ασφυκτιά στα νεόκοπα πλαίσια και κάνει μια να πάρει τη κατηφόρα μα σα δε βρίσκει διέξοδο ικανή να χωρέσει το νέο του μέγεθος, στριφογυρνά κουρασμένα σα σκυλί γερασμένο που κυνηγά την ουρά του κι όταν νομίζει πως τη φτάνει, δίνει μια να την αρπάξει κι ύστερα πάλι λουφάζει
Έπειτα είπε θα ξεκουραστώ, σαν έφτασε στο σπίτι της
Μα τότε εφόρμησε σα ζιζάνιο πικρό εκείνη η μιλιά η γεμάτη στόμφο που νόμιζε η αιτία της ήταν η έγνοια από αγάπη, η ανησυχία από ενδιαφέρον κι αυτή αποδείχτηκε σφίγγα με κεντρί δηλητήριο πως άλλο εννοούσε κι ήταν αυτό η παρεξήγηση
Κι όπως διπλώθηκε να ξαποστάσει, μαζί διπλώθηκε κι η ψυχή κι η μνήμη κουβαράκι δίπλα της κι όλες μαζί κρύωναν και βαριανάσαιναν σαν από πνιγμό μιας επιθυμητής επιούσιας κατάστασης ξεχασμένης κι ακόμη πιο πολύ… προδομένης
Που ήταν οι μέρες με το δικό τους χρώμα, οι γιορτινές, να ξεχωρίζουν περήφανες για το περιεχόμενό τους κι όλο που χάριζαν στους ανθρώπους
Ένα μπλε της Βηθλεέμ, η γιορτή του πατέρα
Ένα χρυσαφί σκούρο με μυρωδιά από τον μπακλαβά που ψηνόταν, τα Χριστούγεννα
Ένα κόκκινο βαθύ για το Πάσχα με όλες τις αποχρώσεις του ροζ της άνοιξης που το φιλοξενούσε
Το άσπρο του γιασεμιού με μια γλύκα πασπαλισμένης άχνης στο γλυκό που στόλιζαν τα άνθη του, για τα γενέθλια της

Ύστερα.… ύστερα έκανε το δικό της σπίτι με όλες τις υποσχέσεις να κρατήσουν οι μέρες το χρώμα τους κι αυτές δεν άντεξαν και ξεθώριασαν ανάμεσα στις άλλες, άχρωμες κι άοσμες με τα παντζούρια τραβηγμένα και τις κουρτίνες ίδιες πάντα χωρίς ούτε μια λεπτομέρεια να δείχνει τη διαφορά, ένα λουλούδι, ένα σεντόνι με κέντημα
Μόνο το τηλέφωνο να κτυπά για τα ειωθότα, να δείχνουν τα τετριμμένα και τριμμένα στο φαίνεσθαι συναισθήματα κι έπειτα τίποτα μόνο κάτι ευχές να ικανοποιείται το παράλογο, το συνήθειο.. ούτε μια ζέστα, ούτ’ ένα γέλιο
Δεν ήταν πάντα έτσι μα κάτι έφταιξε κι έλεγε πως έφταιξε που δεν τον χάιδεψε η μάνα του, όχι όπως χαϊδεύεις και κακο- ή καλο-μαθαίνεις, ανάλογα πως θ’ αποφασίσεις να το «δείς», μα το άλλο το χάδι του χεριού που πάει να πει στοργή κι επανάληψη μέχρι να μη την αντέχεις και να σε πονά και να θέλεις να απαλλαγείς απ’ αυτήν ώσπου νάρθει η σειρά σου να την δώσεις σ’ όποιον αγαπήσεις, αν έχεις μάθει ν’ αγαπάς… κι έλεγε αυτό θα έφταιξε και κάνε κουράγιο κι έχεις εσύ περίσσευμα και δώσε μέχρι να μάθει
Μα το περίσσευμα απόσωσε κι έγινε κουβαράκι να λιώσει τις ανάγκες της να τις μπερδέψει, κόμπος να γίνουν άλυτος κι απ’ το πολύ το παιδεμό για να τις λύσει, με κούραση βαθειά τον καημό ν’ αποκοιμίσει
Κι έλεγε, μάνα του είναι και θα τη στέρξει και κάνε κουράγιο που έτσι έχουν τα πράγματα, μα πώς να κάνει τόσο καιρό αυτή που συνήθισε στην έγνοια από αγάπη, την ανησυχία από ενδιαφέρον και που χαϊδεμένη ήτανε κι αυτό να δώσει θέλει και να πάρει πάλι κι όπως δεν τόχει, κουράγιο πώς να κάμει κι ήρθε και ζαλίστηκε κι είπε θα ξεκουραστεί σαν έφτασε στο σπίτι κι όπως η στεναχώρια τη βαλάντωσε, πήραν οι καταστάσεις και τυλίχτηκαν μαζί με τη ψυχή της και κρύωνε κουρνιασμένη έμβρυο, όχι για να χωρέσει σε μήτρα αλλά να κλείσει τη δική της να μην αιμορραγεί θλίψη και θυμό κι απ’ τη κακία άλλος μη μεταλάβει

Κι έτσι όπως ήταν, σαν έμβρυο έκλαψε, δάκρυ αδάκρυτο, να ησυχάσει κι άλλην εικόνα δεν έχω από τούτη την ιστορία.. μια γιατί δεν τέλειωσε κι άλλη γιατί άργησε να γραφεί…

στη γυναίκα.

vintage_under2

 ©Ασημίνα Λαμπράκου

η φωτο είναι του αγριμολόγου, 2003

Πρώτη δημοσίευση στις Στάχτες 17.03.2014

[Εἰς τά θεμέλια τοῦ φρενοκομείου·

18/01/2018 § Σχολιάστε

Του Γεωργίου Σουρῆ (1853-1919)

 Εορτή των Εορτών… Ὢ εὐτυχής ἡμέρα!
Ὤ! τώρα πρέπει ὁ καθείς τοῦ Ἄστεως πολίτης
να βάλει στο μπαλκόνι του μια κόκκινη παντιέρα
με μμια χρυσήν ἐπιγραφή «Ζωρζής Δρομοκαΐτης».
Ναί! τώρα πρέπει στολισμός με δάφνες και μυρσίνες,
ναί! τώρα πρέπουν κανονιές, φανάρια και ρετσίνες.

Φρενοκομεῖο κτίζεται και στη σοφήν Ἑλλάδα!
ἅ! ὁ Θεός ἐφώτισε τον Χιώτη τον Ζωρζή
και τώρα μέσα στοῦ Δαφνιοῦ τη τόση πρασινάδα
θα βρίσκουμε παρηγοριά κι ἡ μνήμη του θα ζεῖ.
Ὢ μέγα εὐεργέτημα τῶν εὐεργετημάτων!
Ὢ μόνον οἰκοδόμημα τῶν οἰκοδομημάτων!

Θέλει λαμπρόν Μαυσώλειον αὐτός ὁ κληροδότης,
παιάνας κι ἀποθέωσιν εἰς τρίτους οὐρανούς!…
Εὑρέθη μες στους Χιώτηδες, με γνώση κι ἕνας Χιώτης,
κι ἐσκέφθη ὁ μεγάλος του και πρακτικός του νοῦς
πῶς μέσα στην Ἑλλάδα μας ποῦ πλημμυροῦν τα φῶτα,
Φρενοκομεῖον ἔπρεπε να γίνει πρῶτα-πρῶτα.

(Τo φρενοκομεῖο χτίστηκε με κληροδότημα τοῦ Χίου
φιλάνθρωπου Τζωρτζῆ Δρομοκαΐτη (που πέθανε το
1880) ἔξω ἀπό την Ἀθήνα, κοντά στη Μονή Δαφνίου,
γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ τὸ λένε καὶ «Δαφνί». Ὁ Σουρῆς δὲν
ἄφησε τὴν εὐκαιρία ποὺ τοῦ ῾δινε τὸ γεγονὸς καὶ τὸ
…καυτηρίασε δεόντως… Ἀπρίλης 1884)

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.