[Η φιλοσοφία ως κριτική της θεολογικής αποξένωσης·

02/05/2019 § Σχολιάστε

Ludwig Feuerbach (1804-1872)

Λούντβιχ Φώυερμπαχ (Ludwig Feuerbach)
Παραδόσεις για την ουσία της θρησκείας, μτφρ.-επιμ.: Γιάννης Καραπαπάς
εκδόσεις Τροπή, σ. 489.

«Η θρησκεία είναι […] η παιδική ουσία του ανθρώπου. Ή: στη θρησκεία ο άνθρωπος είναι ένα παιδί. Το παιδί δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του μέσω της δικής του δύναμης, μέσω αυτενέργειας, αλλά στρέφεται με παρακλήσεις στα όντα από τα οποία αισθάνεται και ξέρει ότι εξαρτάται, στους γονείς του, προκειμένου μέσω αυτών να λάβει ό,τι επιθυμεί. Η θρησκεία έχει την καταγωγή της, την αληθινή της θέση και σημασία μονάχα στην περίοδο της παιδικής ηλικίας της ανθρωπότητας, όμως η περίοδος της παιδικής ηλικίας είναι επίσης η περίοδος της άγνοιας, της απειρίας» (σελ. 289) και «ο Θεός εν γένει μπορεί να χαρακτηριστεί ως η ικανοποιημένη μέσα στη φαντασία επιθυμία [Wunsch] του ανθρώπου για ευδαιμονία» (σελ. 346): προαναγγέλεται εδώ, σχεδόν με τις ίδιες λέξεις, η θέση του Φρόυντ για τη θρησκευτική πίστη, όμως το απόσπασμα ανήκει στον Λουδοβίκο Φώυερμπαχ και χρονολογείται 80 χρόνια πριν από τη δημοσίευση του Μέλλοντος μιας αυταπάτης. Προέρχεται από μία σειρά τριάντα διαλέξεων που έδωσε ο Φώυερμπαχ την επαναστατική χρονιά του 1848, προσκεκλημένος από μιαν αντιπροσωπεία φοιτητών, στο δημαρχείο της Χαϊδελβέργης, και τις οποίες σήμερα -160 χρόνια μετά- μας παρουσιάζει στα ελληνικά, στην πρώτη πραγματικά αξιόπιστη μετάφραση του φιλοσόφου [*], ο Γιάννης Καραπαπάς.

Η σκληρή κριτική του Ενγκελς έχει οπωσδήποτε ζημιώσει τη φήμη του Φώυερμπαχ, σε ορισμένους τουλάχιστον κύκλους διανοουμένων, και συχνά το Λουδοβίκος Φώυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας έχει λειτουργήσει ως υποκατάσταστο της ανάγνωσης του ίδιου τού Φώυερμπαχ. Δεν πρόκειται όμως γι έναν ελάσσονα φιλόσοφο αλλά για ένα από τα πιο διεισδυτικά πνεύματα που απάρτισαν τον κύκλο των λεγόμενων «αριστερών εγελιανών» -μαζί με τον Μαρξ, τον Ρούγκε, τον Μπρούνο Μπάουερ, τον Νταβίντ Στράους και τον Στίρνερ-, συμβάλλοντας στη δραματικότερη φιλοσοφική μεταπολίτευση της αρχόμενης νεωτερικότητας. Μαθητές του Χέγκελ και ακροατές των περίφημων παραδόσεων του Σέλινγκ στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου το 1841 (ο Κίρκεγκορ ήταν επίσης ανάμεσά τους), έδωσαν τη χαριστική βολή στο φιλοσοφικό σύστημα κι έκαναν σκοπό της ζωής τους την καταστροφή του ιδεαλισμού: να ξαναστήσουν στα πόδια του τον «αντεστραμμένο κόσμο» του Χέγκελ, να παραγάγουν τον Λόγο από την υλική προΰπαρξη της φύσης, ποτέ εννοιακά εξαντλήσιμης, και όχι πλέον τη φύση από τη φετιχισμένη μορφή του Λόγου ή της Εννοιας. Απόβλητοι του Πανεπιστημίου, πολιτικώς ύποπτοι, ελεύθεροι συγγραφείς εξαρτώμενοι από εκδότες, χρηματοδότες και λογοκριτές, στάθηκαν το αρχέτυπο του μοντέρνου «στρατευμένου διανοούμενου» σε διαρκή κλεφτοπόλεμο με το πρωσικό κράτος.

Το φιλοσοφικό αριστούργημα του Φώυερμπαχ είναι ασφαλώς Η ουσία του Χριστιανισμού (1843). Εχθρός προπαντός του γενικού και της άσαρκης αφαίρεσης, ο Φώυερμπαχ θα ριζοτομήσει τα θεολογικά θεμέλια της εγελιανής φιλοσοφίας όχι μόνο καταδεικνύοντας την αυταπάτη τού να εκλαμβάνεται ως οντολογική αρχή η αφηρημένη Ιδέα, αλλά και χρησιμοποιώντας δεξιοτεχνικά τη διαλεκτική της αποξένωσης/αλλοτρίωσης εναντίον του εμπνευστή της: δεν μπορεί να εννοείται η φύση ως αποξενωμένη αντιστροφή της Ιδέας αλλά, προφανώς, η Ιδέα ως αποξενωμένη αντιστροφή της φύσης· και αν η Ιδέα ως οντολογική αρχή δεν είναι παρά η εκκοσμικευμένη παράσταση του πνευματικού Θεού των μονοθεϊστικών πίστεων, αυτός ο «Θεός» πρέπει στο εξής να νοείται ως αποξένωση της διανθρώπινης σχέσης – της σχέσης, δηλαδή, μεταξύ αισθητών/υλικών ανθρώπων που ουσία τους είναι η μη αναγώγιμη σωματικότητα, οι πάντοτε ειδικοί καθορισμοί της αισθητηριακότητας και του φύλου (πρώτα είμαι γυναίκα ή άνδρας και ύστερα «άνθρωπος», για τον Φώυερμπαχ). Αναγγέλεται δηλαδή μία έννοια διυποκειμενικότητας χωρίς υπερβατικό εγγυητή, και η -«υπαρξιακή», όπως λέμε σήμερα- προτεραιότητα της αστάθμητης ύπαρξης έναντι της νομικοκανονιστικής ουσίας.

Με τις παραδόσεις αυτές που έχουμε σήμερα στα χέρια μας, ο Φώυερμπαχ επανέρχεται εφτά χρόνια αργότερα για να αναπτύξει την προβληματική του από εκεί που την άφησε στην Ουσία του Χριστιανισμού. Η ηθελημένη του εξορία σε ένα απομακρυσμένο χωριό του Ανσμπαχ, η εκστατική του επαφή με την άγρια φύση (για την οποία έτρεφε πάντα μιαν ανυπόκριτη τρυφερότητα) και η ακαδημαϊκή του αποκοπή που μεσολάβησαν, δίνουν σε αυτές τις διαλέξεις έναν πολύ λιγότερο θεωρησιακό τόνο, μια πολύ μεγαλύτερη εγγύτητα με εμπειρικό υλικό και περιηγητικά διαβάσματα. Καλός γνώστης των ιστορικών, λαογραφικών, εθνολογικών και αρχαιολογικών δεδομένων της εποχής του, έρχεται αποφασισμένος να διευρύνει την έννοια της θρησκείας, πέρ’ από την αθέμιτη ταύτισή της με τον Χριστιανισμό (ή τον μονοθεϊσμό εν γένει). Μολονότι γι’ αυτόν το περιεχόμενο της θρησκείας είναι πάντα η θεοποιημένη (και φετιχισμένη ως τέτοια) ουσία του ανθρώπου, καλείται να σκεφτεί τώρα τη διαφορά της χριστιανικής από την παγανιστική θρησκεία ως διαφορά επιθυμιών και αναγκών ανάμεσα στον χριστιανικό και τον παγανιστικό άνθρωπο. Καθώς αντιλαμβάνεται ως πηγή των θρησκευτικών αισθημάτων εν γένει το αίσθημα εξάρτησης του ανθρώπου από τη φύση, θα πει «η θρησκεία δεν εκφράζει απολύτως τίποτε άλλο παρά το αίσθημα του ανθρώπου για τη συνάφειά του, για την πλήρη σύνδεσή του με τη φύση ή τον κόσμο» και «όπως η φιλοσοφία δεν είναι τελικά τίποτε άλλο παρά η τέχνη τού σκέπτεσθαι, έτσι η θρησκεία δεν είναι τελικά τίποτε άλλο παρά η τέχνη τού ζην, η οποία ως εκ τούτου δεν μας κάνει γνωστό κι εμφανές τίποτε άλλο παρά τις δυνάμεις και τις ορμές που κινούν άμεσα τη ζωή του ανθρώπου» (σελ. 61). Από αυτή τη σκοπιά όμως, η παγανιστική λατρεία της φύσης (ο Φώυερμπαχ χρησιμοποιεί εδώ τον όρο «φυσική θρησκεία», με αυτή τη σημασία και όχι με την ειδική έννοια που του έδωσε ο Διαφωτισμός), η οποία δύσκολα διακρίνεται από την ποίηση και την τέχνη, βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην ενόραση -μολονότι όχι συνειδητή- του αληθινού χαρακτήρα της θρησκείας. Ετσι, καταλήγει: «Σκοπός της πραγματείας μου […] δεν είναι άλλος από το ν’ αποδείξω ότι ο Θεός της φύσης ή ο Θεός τον οποίον ο άνθρωπος χωρίζει από την ουσία του και τον προϋποθέτει ως θεμέλιο ή αιτία, δεν είναι τίποτε άλλο από την ίδια τη φύση· ότι όμως ο Θεός του ανθρώπου ή ο πνευματικός Θεός ή ο Θεός, στον οποίον αποδίδει ανθρώπινα κατηγορούμενα, συνείδηση και βούληση, τον οποίον αυτός σκέπτεται ως ένα ον όμοιο με αυτόν […] δεν είναι τίποτε άλλο από τον ίδιο τον άνθρωπο» (σελ. 125).

Για να το πούμε έτσι, το πέρασμα από τη λατρεία των δυνάμεων της φύσης στη λατρεία ενός υπερβατικού Θεού αντιπροσωπεύει μία πρόσθετη σπείρα στον κύκλο της αποξένωσης – σύμφωνα με την άσφαλτη λογική του Φώυερμπαχ ότι ο αυξανόμενος βαθμός αφαίρεσης είναι αυξανόμενος βαθμός αποξένωσης/αλλοτρίωσης. Το σπουδαιότερο είναι όμως ότι ο Φώυερμπαχ αντιλαμβάνεται πλήρως το πολιτικό βάρος αυτής της αλλαγής κοσμοαντιλήψεων, το πραγματικό διακύβευμα της ανθρωποποίησης του θείου. Ιδού μια εκπληκτική διατύπωση: «…Ο οργανισμός είναι μια δημοκρατική κοινότητα από το ότι προέρχεται μονάχα από μια σύμπραξη ισότιμων ουσιών […] Ενας Θεός είναι αντίθετα ένας μονάρχης, και μάλιστα ένα απόλυτος, απεριόριστος μονάρχης, ο οποίος πράττει και κάνει ό,τι θέλει, ο οποίος βρίσκεται πάνω από τον νόμο […], όμως μετατρέπει τις αυθαίρετες εντολές του σε νόμους των υπηκόων, ακόμη και αν αυτές αντιφάσκουν πάρα πολύ στις ανάγκες τους» (σελ. 194)· και τελικά, «όπως η δημοκρατία είναι το ιστορικό καθήκον, ο πρακτικός σκοπός της ανθρωπότητας, έτσι ο θεωρητικός σκοπός του ανθρώπου είναι να αναγνωρίζει το πολίτευμα της φύσης ως δημοκρατικό, να μη θέτει την εξουσία της φύσης έξω από την ίδια αλλά να τη θεωρεί θεμελιωμένη μέσα στη δική της ουσία» (σελ. 147).

Η λεπτομερειακότητα της επιχειρηματολογίας του Φώυερμπαχ, εξοντωτική μερικές φορές, μαρτυρεί τη δύναμη του πολιτικοθεολογικού κατεστημένου με το οποίο αυτός αναμετριέται και το οποίο πασχίζει να κάμψει. Εντυπωσιάζει το εύρος των ανθρωπολογικών γνώσεων που έχει εν τω μεταξύ συσσωρεύσει -και παραθέτει ανελέητα-, όσο και η ρητορική δεινότητα με την οποία συνυφαίνει τον χείμαρρο των παραδειγμάτων του με λεπτές θεολογικοφιλοσοφικές πραγματεύσεις: την απόδειξη ότι τα κατηγορήματα του θείου είναι αισθητές ιδιότητες όντων και ιδιάζουσες όψεις της φύσης· την ανέκκλητη ανασκευή του τελεολογικού και του κοσμολογικού επιχειρήματος· την κατάδειξη του ψυχολογικού -προβολικού, θα λέγαμε σήμερα- περιεχομένου των σωτηριολογικών πεποιθήσεων και της φαντασιώδους φύσεως του «σώματος» στη χριστιανική εσχατολογία, για να καταλήξει σε μια συγκινητική εξύμνηση της περατότητας του ανθρώπου. Μπορεί σήμερα ο πολεμικός του ζήλος να μας φαίνεται κάπως υπερβάλλων, κυρίως λόγω της υποχώρησης των ερεισμάτων ισχύος της θεολογίας στις κοινωνίες μας (και της αντικατάστασής της από νέες θεότητες, όπως η τεχνοεπιστήμη), όμως πρέπει να δούμε καθαρά τη διαύγεια και το βάθος μιας ασυνθηκολόγητης φιλοσοφικής ματιάς που η σύγχρονη ριζοσπαστική σκέψη κουβαλάει συχνά σαν ανεπίγνωστο μέρος τής σκευής της.

______________

[*] Μοναδική μετάφραση του Φώυερμπαχ στα ελληνικά είναι, εδώ και δεκαετίες, Η ουσία του Χριστιανισμού (Αναγνωστίδης χχ.) από τον Γιάννη Βιστάκη, σε επιμέλεια Κ. Μετρινού. Μολονότι όχι από τις χειρότερες αυτής της σειράς, η μετάφραση έχει τουλάχιστον αρκετά προβλήματα. Επιτρέπει ωστόσο να γνωριστεί κάποιος, αν μη τι άλλο, με τη δομή της σκέψης του φιλοσόφου.

*
©Φώτης Τερζάκης, Ελευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

[Νεοελληνικός Διαφωτισμός [4]

19/04/2019 § Σχολιάστε

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1641-1709)

διαβάστε τα μέρη [1][2]  – [3]

[…] Για πρώτη ουσιαστικά φορά μετά την Άλωση, μία ομάδα λαϊκών έφτασε σε κοινωνική περιωπή αντίστοιχη με εκείνη που είχε αποκτήσει η εκκλησιαστική ιεραρχία από το 1453. Ο νέος αυτός κοινωνικός σχηματισμός ήταν η φαναριώτικη «αριστοκρατία», μια κοινωνική ομάδα η οποία αναδείχθηκε χάρη στις επιδόσεις της στο εμπόριο και στα επιστημονικά επαγγέλματα, κατά την περίοδο της κοινωνικής αλλαγής που σημειώθηκε στην οθωμανική αυτοκρατορία στο δεύτερο ήμισυ του δέκατου έβδομου αιώνα. Η οικονομική ευμάρεια επέτρεψε στους Φαναριώτες —ονομάστηκαν έτσι γιατί κατοικούσαν στη συνοικία Φανάρι της Κωνσταντινούπολης, όπου είχε την έδρα του και το Οικουμενικό Πατριαρχείο από το 1599— να μορφωθούν στη Δύση και να σταδιοδρομήσουν ως λόγιοι, πράγμα που τους έδωσε τη δυνατότητα να αναλάβουν την καθοδήγηση της ανώτερης ελληνικής εκπαίδευσης και να καταλάβουν αξιώματα στην πατριαρχική αυλή. Η γλωσσομάθειά τους και το κοσμοπολιτικό τους πνεύμα έκαναν τις υπηρεσίες τους πολύτιμες για την Υψηλή Πύλη, σε μια εποχή που η οθωμανική αυτοκρατορία, μετά από σοβαρές στρατιωτικές ήττες, και με αμβλυμένη την επεκτατική της ορμή, βρισκόταν αναγκασμένη ν’ αρχίσει σοβαρές διπλωματικές διαπραγματεύσεις με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Έτσι, οι Φαναριώτες εισήλθαν στην οθωμανική διπλωματική υπηρεσία και έγιναν οι κύριοι διαπραγματευτές της Πύλης καταλαμβάνοντας το αξίωμα του Μεγάλου Διερμηνέα, το οποίο επί δύο σχεδόν αιώνες συνήθως κατείχε κάποιος από αυτούς.
Ο πρώτος Έλληνας Μεγάλος Διερμηνέας ήταν ο Παναγιώτης Νικούσιος, τον οποίο διαδέχτηκε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1641-1709), ο «εξ απορρήτων της κραταιάς βασιλείας των Οθωμανών», ιδρυτής της μεγαλύτερης φαναριώτικης δυναστείας. […] [Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, μτφ. Στέλλα Νικολούδη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000 (3η έκδ.), 32-33.]

Σε όλο το διάστημα […] που καλύπτουν η ακμή και η παρακμή των Φαναριωτών, σημαντικές ανακατατάξεις γίνονται στο ελληνικό σύνολο αναφορικά με την παιδεία: νέοι στόχοι, νέα προβλήματα, νέοι σκοποί. Οι έννοιες της «αρετής» υπό το πνεύμα του Montesquieu, δηλαδή της συνείδησης του πολίτη, της «ευδαιμονίας», δηλαδή της γήϊνης ευτυχίας σε αντίθεση προς τη θρησκευτική μακαριότητα, προέχουν στην σκέψη των διανοούμενων της εποχής. Νέες λέξεις υιοθετούνται ή δημιουργούνται για να εκφράσουν την τροπή των ενδιαφερόντων· η λέξη «μόδα» εισάγεται ακόμη και σε αρχαϊκό επίγραμμα· άλλων λέξεων, επίσης χαρακτηριστικών, έχουμε, κατά κάποιο τρόπο, τη ληξιαρχική πράξη της γέννησής τους· «ανεξιθρησκεία» 1768, «πολιτισμός» 1804. Τα βιβλία των οποίων η εκδοτική παραγωγή πολλαπλασιάζεται μέσα σε λίγες δεκαετίες, ασχολούνται πρόθυμα με θέματα κοινωνικά· Χαρακτήρες, Οδηγοί καλής συμπεριφοράς, ανάμεσα στους οποίους ο πιο διαδομένος τιτλοφορείται Χρηστοήθεια, επιστολάρια, διάλογοι για την εξυπηρέτηση όσων ταξιδεύουν σε ξένους τόπους. [Κ.Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Ερμής, Αθήνα 2009 (10η έκδ.), 10.]

 

σύνδεσμος

Συνεχίζεται >

[Νεοελληνικός Διαφωτισμός [3]

18/04/2019 § Σχολιάστε

Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας
Εκδόσεις Πέλλα, Σσ.29-102, 103-199, Πρώτη Έκδοση Έργου: Ιταλία, 1806

διαβάστε τα μέρη [1][2]

Εσείς, ω αθάνατοι ψυχαί των ελευθέρων προγόνων μου! ενδυναμώσατε τώρα τον ζήλον μου με τα ηρωικά σας εντάλματα, δια να εκφράσω, καθώς πρέπει, τα της ελευθερίας κάλλη εις τους απογόνους σας. Και συ, ιερά Πατρίς, εγκαρδίωσον και στερέωσον την προς σε αγάπην μου, με την ενθύμησιν των παλαιών τερατουργημάτων σου, δια να παραστήσω με σαφήνειαν εις τα τέκνα σου τας φοβεράς χρείας σου, και να ενθουσιάσω τας ελληνικάς των καρδίας με τον θείον σου έρωτα.
Ναι, φιλτάτοι μου Έλληνες, το επιχείρημα είναι δύσκολον δι’ εμέ, αλλ’ η Πατρίς το ζητεί, το χρέος μου με βιάζει, και μόνον η αλήθεια των λόγων μου μου προμηνύει καλήν έκβασιν. Αντί ρητορικών φράσεων, θέλει καλλωπίσει τον λόγον μου η διήγησις των θαυμαστών έργων των πάλαι Ηρώων, η μεγαλειότης δε του θέματος και το κοινόν όφελος μου τάζουσι την παρ’ εμού ποθουμένην ανταμοιβήν, λέγω την κατάπεισιν των ομογενών μου Ελλήνων.
Άμποτες, λοιπόν, να αξιωθώ να αποδείξω εμπράκτως τα όσα, κατά το παρόν, δια λόγου απεφάσισα να σας κοινοποιήσω, το οποίον επεύχομαι εις όλους τους αγαπητούς μοι Έλληνας και όλους τους αληθείς […]
Αναγκαίον πράγμα είναι εις όποιον αποφασίσει να εξετάση την αλήθειαν των πραγμάτων, συχνάκις να δυσπιστή εις τον ίδιον εαυτόν του, και χωρίς να είναι ευκολόπιστος εις τους άλλους, να καταπείθεται μόνον εις την αναμφιβολίαν. Ωσάν οπού πολλάκις αμελώντας τινάς μίαν παραμικράν έρευναν, και δίδοντας πίστιν εις όσα ακροάζεται από άλλους, ευκόλως ημπορεί να απατηθή, και τότε λαμβάνει μίαν περίληψιν ακατάστατον εις την υπόθεσιν οπού ζητεί, και εξακολούθως ούτε αυτός ημπορεί να εύρη την αλήθειαν, ούτε άλλοι παρ’ αυτού να την εννοήσωσι.
Όταν όμως εξετάζη την υπόθεσιν με προσοχήν, συγκρίνει αδιαφόρως τους περί αυτής ομιλήσαντας, ερευνώντας προς τούτοις τας αιτίας, οπού τον καθένα επαρακίνησαν να ομιλήση• όταν, λέγω, εκλέγει το πιθανόν από το αδύνατον και το δύσκολον από το αμφίβολον, τότε προχωρεί βαθμηδόν, και φθάνει τέλος πάντων εις την αλήθειαν, και ευρίσκει την ανταμοιβήν εις τους κόπους του με την ακριβήν της απόκτησιν. Τότε, λέγω, πρέπει καθείς να καταπείθεται, και ανοητότατος ήθελεν είναι ο ακατάπειστος.
[…]
Πολλοί, μέχρι της σήμερον, εστάθησαν οι πολυπράγμονες της ανθρωπίνης ευδαιμονίας, πολλά ολίγοι όμως διετήρησαν τους προλεχθέντας κανόνας, και ολιγότατοι επέτυχον του σκοπού των• και δια τούτο άλλος μεν ήλπισε να την εύρη εις τα πλούτη, άλλος εις την μάθησιν, άλλος εις την πτωχείαν, άλλος εις την φιλαυτίαν• μερικοί πάλιν, εξετάζοντες τα ανθρώπινα περιστατικά, και απαντούντες πανταχόθεν εμπόδια και δυσκολίας, είπον ότι ο άνθρωπος δεν ημπορεί να είναι ευτυχής κατ ουδένα τρόπον• άλλοι δε, οπού δεν έλαβον επιμέλειαν να ερευνήσωσι όσον εχρειάζετο την υπόθεσιν, απεφάσισαν ευθύς ευθύς, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ευτυχείς.
Ανάμεσα, λοιπόν, εις τοιούτον λαβύρινθον τοσούτων στοχασμών, άλλο, βέβαια, δεν ημπορεί τινάς να καταλάβη, ειμή μόνον ότι η ευτυχία του ανθρώπου στέκεται εις το να είναι ευχαριστημένος, και εξακολούθως, μην ημπορώντας να είναι κατά πάντα ευχαριστημένος, ούτε κατά πάντα ευτυχής ημπορεί να ονομασθή.
Όθεν, δια να ευτυχήση ο άνθρωπος όσον περισσότερον είναι δυνατόν, πρέπει πρότερον να εξαλείψη όσας αιτίας της δυσαρεσκείας του ημπορέση, δηλ. να υπακούη εις την θέλησίν του. Αλλ επειδή οι άνθρωποι δεν έχουσιν όλοι τας αυτάς θελήσεις, είναι αναγκαίον οι ολιγότεροι να υπακούουν εις την θέλησιν των περισσοτέρων και μην όντας δυνατόν να είναι όλοι ευτυχείς, καν να είναι οι περισσότεροι.
Η ευτυχία μας λοιπόν κρέμαται από την διοίκησιν, η οποία ημπορεί να μας καταστήση ευτυχείς μόνον τότε, όταν αρέσκη των περισσοτέρων. Δια τούτο αναγκαίον είναι να εξετάσητε μαζί μου, ανάμεσα εις τας τόσας διοικήσεις, οπού την σήμερον έχουσιν οι άνθρωποι, ποία είναι η καλλιοτέρα, το οποίον δεν θέλει σας φανή δύσκολον, επειδή ηξεύρετε τον τρόπον, οπού σας προείπον, της δοκιμής της. Αφού δε εύρομεν την καλλιοτέραν διοίκησιν, τότε θέλομεν καταλάβει και τι εστί ελευθερία, περί ης ο λόγος, και πόσων αξίων κατορθωμάτων και αρετών είναι πρόξενος, και τέλος πάντων εις τι συνίσταται η ομοιότης και η ομόνοια• οπού βεβαιωθέντες εις αυτά, να προσπαθήσωμεν να τα ξαναποκτήσωμεν, και να αναλαμπρύνωμεν το Γένος μας, το οποίον η τυραννία τόσον ημαύρωσεν.
[…]
Ο άνθρωπος είναι πεπροικισμένος από την φύσιν με το λογικόν, δια μέσου του οποίου συγκρίνει τα πράγματα αναμεταξύ των, και προκρίνει από αυτά όποιον τον ωφελεί περισσότερον, έχει δε μίαν κλίσιν προς το βελτίον, οπού πάντοτε τον παρακινεί, εις οποιανδήποτε κατάστασιν ήθελεν είναι, να ζητή μίαν καλλιοτέραν• ο πρώτος του λοιπόν και αναγκαιότερος στοχασμός είναι το να διαφυλάξη την ζωήν του και να την διαυθεντεύση όσον ημπορεί από κάθε εναντίον.
Έως οπού ο άνθρωπος ημπόρεσε να τραφή και να διαυθεντευθή μόνος του, έως τότε εσώθη η φυσική ζωή, και βέβαια η ευτυχεστέρα δια ημάς τους θνητούς. Αφού όμως ο ένας έκραξεν προς βοήθειάν του τον άλλον, το φυσικόν σύστημα ετελείωσεν, και ευθύς ήρχισεν, δια να ειπώ έτζι, το ελεεινόν θέατρον των ανθρωπίνων περιστάσεων.
Ίσως τινάς ήθελεν ερωτήσει, πόθεν προήλθεν η ανάγκη, οπού εβίασεν τον άνθρωπον να ζητήση βοήθειαν παρ’ άλλου• αλλά ήθελεν είναι το ίδιον να ερωτούσε τινάς, δια ποίον τέλος και δια τι το υπέρτατον Ον έκτισε την οικουμένην. Η μεγαλειτέρα αμάθεια είναι, αδελφοί μου, το να θέλη τινάς να μάθη εκείνα οπού δεν ημπορεί να καταλάβη. Όθεν, όποιος γνωρίζει τα όσα δεν δύναται να εννοήση και τα παραιτεί, είναι ο σοφώτερος των ανθρώπων.
Αφού λοιπόν έπαυσεν, ως είπον, το πρώτον σύστημα των ανθρώπων, εις το οποίον η φύσις ήτον αντί των νόμων, η γη όλη αντί των πολιτειών, και η θέλησις καθενός αντί των ηθών, αφού, λέγω, ο άνθρωπος δεν ηθέλησεν να ευχαριστηθή με την σημερινήν τροφήν, αλλ’ εζήτησε να προητοιμάση και δια την αύριον, και αφού τέλος πάντων απεφάσισε να ζήση μαζί με άλλους, έχασε την αληθή ευτυχίαν, και έγινε δούλος όχι μόνον του εαυτού του, και άλλων, αλλά και των ιδίων αψύχων πραγμάτων.
Πρώτη λοιπόν εστάθη, η αναρχία να φανερωθή ανάμεσα εις τους ανθρώπους. Ευθύς ο δυνατότερος άρχισε να δώση νόμον του αδυνάτου, και οι περισσότεροι να αρπάζωσι το δίκαιον από τους ολιγοτέρους: εκεί φόνοι, εκεί αδικίαι, εκεί τέλος πάντων μύρια αναγκαία πλημμελήματα έως τότε αγνώριστα. Είδεν η ανθρωπότης το καλόν οπού έχασεν, αλλά δεν της ήτον πλέον δυνατόν να το ξαναποκτήση, και αναγκαίως εχρειάσθη να βασανισθή όχι ολίγον καιρόν, έως οπού η σκιά του θρόνου ήρχισε να απομωράνη τας ψυχάς των ανθρώπων, και ιδού η μοναρχία εμφανίσθη, η οποία ως πρόξενος και γεννήτρια της πολιτικής ανομοιότητος των ανθρώπων, μετ’ ου πολλού μεταβληθείσα εις τυραννίαν, έφερεν εις την γην όλα τα κακά οπού ημπορούσεν να δοκιμάση το ανθρώπινον γένος.
Ιδού ο τύραννος, ως ημίθεος, να δίδη τον θάνατον εις τους άλλους, και να χαρίζη την ζωήν όσων δεν θανατώνει. Ιδού τα ελαττώματα, όχι πλέον μισητά, αλλά επαινετά, και επιθυμητά. Ιδού η αδικία με το ξίφος εις την δεξιάν, να καταπατή την αρετήν, και να διώκη την δικαιοσύνην. Ιδού…
Αλλά, τέλος πάντων, αυτά τα ίδια κακά, και ανυπόφοροι δυστυχίαι εδίδαξαν την ανθρωπότητα να εύρη μίαν διοίκησιν, εις την οποίαν να επιτύχη την ανάπαυσίν της και την ευτυχίαν της• αυτή είναι λοιπόν εκείνη η διοίκησις, οπού εγώ θέλω να την ονομάσω Νομαρχίαν, η οποία, όσον περισσότερον οι άνθρωποι αγαπώσι την ευτυχίαν των, τόσον αυτή στερεούται και φυλάττεται αμετάτρεπτος, ούσα η υστερινή μεταμόρφωσις, δια να ειπώ ούτως, των διαφόρων διοικήσεων, και η μόνη πρόξενος της αρετής, της ομοιότητος, και της ελευθερίας.
Πολλάκις βλέπομεν, να μην ακολουθούν τον ειρημένον κανόνα εις τας μεταβολάς των αι διοικήσεις, αυτό όμως προέρχεται από διαφόρους αιτίας, οπού το παρόν θέμα δεν συγχωρεί την εκτεταμένην των διήγησιν. Φθάνει μόνον να ηξεύρη καθείς, ότι οποιαδήποτε διοίκησις πρέπει να είναι μία από τας ειρημένας τέσσαρας, τας οποίας ως γενικάς κρίνω, και ότι η υστερινή είναι η καλλιοτέρα και αρμοδιωτέρα προς το ημέτερον ευ ζην.
Αυτήν λοιπόν ας εξετάσωμεν όσον δυνηθώμεν ακριβέστερα• και βέβαια εις αυτήν θέλομεν εύρει την ελευθερίαν διασωσμένην, και εξακολούθως, την είσοδον εις την ανθρωπίνην ευδαιμονίαν. Η νομαρχία, αδελφοί μου, ευρίσκεται τόσον εις την δημοκρατίαν, καθώς και εις την αριστοκρατίαν, αι οποίαι εις άλλο δεν διαφέρουσι, ειμή μόνον, ότι η μεν δημοκρατία κλίνει εις την αναρχίαν, η δε αριστοκρατία εις την ολιγαρχίαν, η οποία πολλάκις είναι χειροτέρα και από την ιδίαν τυραννίαν. Επειδή όμως και εις τας δύο αυτάς διοικήσεις σώζεται η Ελευθερία, αδιάφορος είναι η εκλογή. Όθεν, κατά το πλήθος του λαού, και κατά το κλίμα, ποτέ μεν προτιμάται η μία, ποτέ δε η άλλη.
Αλλά τι εστί ελευθερία; Εις την αναρχίαν, ω Έλληνες, ελεύθεροι είναι μόνον οι ισχυρότεροι, εις μεν εις την μοναρχίαν, ουδείς δε εις την τυραννίαν, και όλοι εις την νομαρχίαν. Όθεν, κατά μεν τους πρώτους η ελευθερία άλλο δεν είναι, ειμή η εκτέλεσις της θελήσεως του καθενός, επειδή, ευρισκόμενοι χωρίς νόμους, και χωρίς κριτάς, ο μεν άρπαξ ονομάζει τας αρπαγάς του αποτέλεσμα της ελευθερίας του, ομοίως δε και ο άσωτος τας ασωτίας του, και ο κακός τας κακίας του.
Κατά δε τους δευτέρους, ωσάν οπού επώλησαν την ελευθερίαν τους ενός, άλλο δεν εννοούσι με αυτήν την λέξιν, ειμή τας προσταγάς του κυρίου των, και είναι μόνον ελεύθεροι δια να τον υπακούωσι. Ο τύραννος δε και οι δούλοι του αγνοούσι παντάπασιν τοιαύτην λέξιν, επειδή ποτέ δεν την εδοκίμασαν, δια να έχουν ιδέαν περί αυτής.
Υπό της νομαρχίας, τέλος πάντων, η ελευθερία ευρίσκεται εις όλους, ωσάν οπού όλοι κοινώς την αφιέρωσαν εις τους νόμους, τους οποίους διέταξαν αυτοί οι ίδιοι, και υπακούοντάς τους καθείς υπακούει εις την θέλησίν του, και είναι ελεύθερος. Ιδού λοιπόν, οπού κατ’ αυτούς η ελευθερία είναι η υπακοή εις τους νόμους, και εν ενί λόγω, άλλο δεν είναι η ελευθερία παρά η αυτή νομαρχία. Αυτή είναι, αγαπητοί μου, εκείνη η ελευθερία, οπού άλλοι μεν αστοχάστως ενόμιζον την απώλειαν, άλλοι δε παραφρόνως την απείθειαν, και άλλοι άλλως, ως η απαιδευσία εδίδασκε τον καθένα, άφευκτα αποτελέσματα της δουλείας, η οποία εβαρβάρωσεν τους ανθρώπους, κατέφθειρεν τα ήθη, και εξ αιτίας της ημείς διαφέρομεν τόσον από τους προγόνους μας, οπού εις μερικούς φαινόμεθα αλλοτρίου γένους.
Φευ! πού είσαι, ελευθερία ιερά! πού νόμοι! πού νομοδόται! Όσον γνωρίζομεν την αληθή σημασίαν σου, τόσον αυξάνει ο πόθος μας εις το να σε απολαύσωμεν. Εσύ είσαι η μήτηρ των μεγάλων ανδρών, συ ο στύλος της δικαιοσύνης, συ η πηγή της ευτυχίας. Ε, πόσον καλόν λείπει εκείνων, οπού σε υστερούνται! Πόσον θέλουν κλαύσει όσοι μέχρι τούδε δεν σε εγνώριζον!
Ημείς δε, ναι ιερά Ελευθερία, με τους οδόντας μας θέλομεν συντρίψει τας αλύσους μας, δια να τρέξωμεν προς απάντησίν σου. Είναι αδύνατον αι ελληνικαί ψυχαί να κοιμηθούν πλέον εις την ληθαργίαν της τυραννίας! Ο λαμπρός ήχος των αρμάτων των πάλιν θέλει ακουσθή προς κατατρόπωσιν των τυράννων των, και ταχέως.
Αλλά, πριν εισέλθω εις την επαρίθμησιν των καλών της αυτής νομαρχίας, κρίνω αναγκαίον να σας φανερώσω τι προλαβόντως περί της ομοιότητος των ανθρώπων, και τούτο δια να μην απατηθώσιν όσοι ήθελαν νομίσει να εύρωσιν εις αυτήν την διοίκησιν μίαν απόλυτον ομοιότητα.
[…]
Τρεις είναι λοιπόν αι αιτίαι της ανομοιότητος των ανθρώπων, αδελφοί μου, αγκαλά και αυτοί να διαφέρωσι κατά πολλούς τρόπους. Η πρώτη από αυτάς είναι η ιδία φύσις, η οποία άλλους μεν έκαμεν δυνατής κράσεως, και άλλους αδυνάτου, εχάρισε μερικών περισσότερον πνεύμα, και άλλων τινών ολιγότερον, και ούτως οι άνθρωποι διαφέρουσιν εν πρώτοις αναμεταξύ των κατά φυσικόν τρόπον.

Συνεχίζεται >

[Νεοελληνικός Διαφωτισμός [2]

17/04/2019 § Σχολιάστε

διαβάστε το [1]

Ο χρόνος του ελληνικού Διαφωτισμού ορίζεται ιδίως στις ύστερες δεκαετίες του ΙΗ΄ αιώνα και στις πρώτες του ΙΘ΄, ή, πιο στενά, στην πενηνταετία 1774-1821, δηλαδή λίγο αργότερα από του δυτικού Διαφωτισμού, του οποίου η αρχή ανάγεται ως τον ΙΖ΄ αιώνα, και το τέρμα στους αμέσως πριν από την Γαλλική Επανάσταση χρόνους. […]

Η εξέλιξη του Διαφωτισμού στον ελληνικό πνευματικό χώρο θα μπορούσε να διακριθεί σε τρεις περιόδους, που αντιστοιχούν με τρεις περιόδους της γαλλικής παιδείας και εκφράζουν, συμβατικά πάντα αλλά καλά, και την σχέση ανάμεσα στα δύο κινήματα και την χρονική απόκλιση που τα χωρίζει. Πρώτη, προδρομική περίοδος του ελληνικού Διαφωτισμού είναι εκείνη που εκδηλώνεται με την προβολή του ονόματος του Βολταίρου. Ο Γάλλος φιλόσοφος που είχε, κιόλας, πολύ νωρίς σχολιασθεί στην πατρίδα του και γίνει αφορμή σκανδάλων, είταν, σε ολόκληρο σχεδόν τον ΙΗ΄ αιώνα, το κατεξοχήν κατάλληλο σύμβολο της ελευθεροφροσύνης· με τον τρόπο αυτό το όνομά του εξάρθηκε από πολύ νωρίς και έξω από τα σύνορα της Γαλλίας, από προοδευτικούς συγγραφείς, όπως επίσης εχρησιμοποιήθηκε από τους αντιπάλους του φιλελευθερισμού. Σ’ αυτή την, θολή ακόμη και προδρομική, περίοδο της πορείας της ελληνικής γραμματείας τρία ονόματα εμφανίζονται επαρκώς ενδεικτικά: Θωμάς Μανδακάσης, Ιώσηπος Μοισιόδακας, Ευγένιος Βούλγαρης. Καλύτερα από κάθε άλλο σύγχρονο έργο, το πνεύμα της εποχής το εκφράζει η Απολογία του Μοισιόδακα η οποία εκυκλοφόρησε το 1780, σε έναν τόμο. Στην επόμενη περίοδο ισχυρή επίδραση άσκησε στον ελληνικό χώρο η Γαλλική Εγκυκλοπαιδεία, όπως φαίνεται σε χαρακτηριστικά ελληνικά έργα· η μεγαλοφάνταστη αυτή απογραφή του πνευματικού δυτικού κόσμου στην πιο αποφασιστική ώρα της ιστορίας του μετά την Αναγέννηση, δεν έμεινε άγνωστη στον ελληνισμό, ούτε τον άφησε ασυγκίνητο: η αφήγηση των σχέσεων του τελευταίου αυτού με την Γαλλική Εγκυκλοπαιδεία είναι από τις πιο γόνιμες σε συμπεράσματα, προκειμένου να γίνει γνωστή η πορεία του ελληνικού νου. Της δεύτερης αυτής περιόδου τυπικός εκπρόσωπος στον κόσμο της ελληνικής διανόησης πρέπει να θεωρηθεί ο φαναριώτης Δημήτριος Φωτιάδης ή Καταρτζής και κοντά του οι οπαδοί του, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται και ο Ρήγας Βελεστινλής. Από τα άλλα έργα της εποχής, δίπλα στις συγγραφικές πραγματοποιήσεις του Καταρτζή, οι οποίες δεν ετυπώθηκαν στους καιρούς του, η Γεωγραφία των Δημητριέων δηλαδή του Δανιήλ Φιλιππίδη και του Γρηγόριου Κωνσταντά, τυπωμένη στα 1791, είναι τυπική των τότε ελληνικών απασχολήσεων. Τέλος, η τρίτη περίοδος του ελληνικού Διαφωτισμού θα είχε στενή σχέση με την κίνηση των Ιδεολόγων: της ομάδας, δηλαδή, των διανοουμένων οι οποίοι, σταθερά προσηλωμένοι στις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας που λαμπρύνουν την θεωρία της Γαλλικής Επανάστασης, αποδοκιμάζουν τη βιαιότητα της εφαρμογής των αρχών αυτών και κρατήθηκαν για τούτο μακρυά από την πολιτική δράση στα χρόνια της Επανάστασης και του Ναπολέοντα. Του πνεύματος αυτού, γενναίου στη θεωρία αλλά συγκρατημένου για ό,τι αποβλέπει στην πράξη, χαρακτηριστικός εκπρόσωπος στον ελληνικό κόσμο είναι ο Αδαμάντιος Κοραής του οποίου η μακρά δράση υπερβαίνει τα ειδικά πλαίσια του ελληνικού Διαφωτισμού. Το ολιγοσέλιδο «Υπόμνημά» του «για την παρούσα κατάσταση των Ελλήνων», που εδημοσιεύθηκε πρώτη φορά στα γαλλικά το 1803, και αργότερα επανειλημμένα, και μεταφράσθηκε, επίσης επανειλημμένα, στην γλώσσα μας, αποτελεί ασφαλώς το πιο αντιπροσωπευτικό έργο αυτής της περιόδου ίσως δε και του όλου ελληνικού Διαφωτισμού· άγγλος ιστορικός, ο C. A. Fyffe, έγραψε για το υπόμνημα ότι είναι «ένα από τα πλέον φωτεινά και ενδιαφέροντα ιστορικά σκαριφήματα όσα ποτέ εγράφθηκαν». Στην εποχή όμως αυτή της ακμής της ελληνικής παιδείας ο διαφορισμός είναι έκδηλος, και παράλληλα προς τις μέσες τάσεις τις οποίες εκπροσωπεί ο Κοραής, εκδηλώνονται άλλες, ακραίες: από τη μία πλευρά οι τελείως συντηρητικές, οι αντίθετες προς τον Διαφωτισμό που βρίσκονται σε έξαψη· και οι τελείως ριζοσπαστικές από την άλλη· των τελευταίων σαφείς εικόνες δίνουν τέσσερα κυρίως έργα, και τα τέσσερα κυκλοφορημένα ανώνυμα, με τρόπο, δηλαδή, πολύ ενδεικτικό. Είναι τα ακόλουθα: πρώτα μία ανεπίγραφη, όπως σώζεται, έντυπη, πεζή σάτιρα, που εκυκλοφόρησε πιθανώς γύρω στο 1789: κείμενο καταπληκτικά βίαιο εναντίον κάθε μορφής κατεστημένου· το ονοματίζουμε, συμβατικά, «Ο Ανώνυμος του 1789». Ύστερα ο «Ρωσσαγγλογάλλος», έργο έμμετρο, του οποίου η σύνταξη περιορίζεται ανάμεσα στα χρόνια 1799 και 1810, ίσως γύρω στα 1805, και που παρέμεινε (καθώς φαίνεται) ανέκδοτο, παρ’ όλη την ευρεία, σε χειρόγραφα, κυκλοφορία του· κατηγορεί τον κλήρο, τους Φαναριώτες, τους προεστούς και τους εμπόρους ότι προτιμούν τον τουρκικό ζυγό από την απελευθέρωση της Ελλάδας. Τρίτη η «Ελληνική Νομαρχία», του 1806, πεζογράφημα, που από τότε έχει πολλές φορές σχολιασθεί για την ελευθεροφροσύνη του. Τέλος, οι «Κρίτωνος στοχασμοί», του 1819, έργο πεζό και αυτό, στρεφόμενο ιδίως εναντίον του κλήρου. Το άκρως συντηρητικό πνεύμα εκπροσωπείται καλά στην τότε γραμματεία από το ψευδώνυμο έργο του Αθανάσιου Πάριου «Αντιφώνησις» […].

*

Κ.Θ Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Ερμής, Αθήνα 2009 (10η έκδ.), 1 & 10-12.

σύνδεσμος

Συνεχίζεται >

Where Am I?

You are currently browsing the enlightenment category at αγριμολογος.